Ιουλίου 17, 2010

Ελλάδα: ο τέλειος σκηνοθέτης του εαυτού της

Πως θα προσέγγιζαν οι ιστορικοί του μέλλοντος την Ελλάδα των τελευταίων χρόνων; Επίσης, για πόσους - και διαμετρικά αντίθετους λόγους - η Ελλάδα έγινε διεθνώς πρωτοσέλιδο;

Η απάντηση είναι μια άκρως κυκλοθυμική πορεία: από το 2004 με την ανάταση των Ολυμπιακών Αγώνων και την φρενίτιδα του Euro, στη συνέχεια με το μεγεθυμένο βραβείο της Eurovision το 2005 (το ναρκισσιστικό σύνθημα «βαρέθηκα να παίρνουμε το ευρωπαϊκό»), φτάσαμε σε χρόνο-ρεκόρ στην κοινωνική κατάρρευση με τις λεηλασίες τον Δεκέμβρη του 2008 και στη χρεοκοπία του 2010. Έξι χρόνια είναι ελάχιστα, σπυρί στην ιστορία, για να πάει ένας λαός από το Ζενίθ στο Ναδίρ, από τον παράδεισο στην κόλαση κι από παγκόσμιο παράδειγμα προς μίμηση να γίνει παγκόσμιος περίγελως.

Πόσες φορές τα τελευταία χρόνια έβγαλαν παγκόσμια πρωτοσέλιδα – θετικά ή αρνητικά - το Βέλγιο, η Τουρκία, η Βραζιλία ή η Ιαπωνία; Η Ελλάδα μοιάζει με παράδεισο δημοσιογράφου. Στη φράση ‘Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις’ θα μπορούσε να προστεθεί: ‘εκτός από την Ελλάδα!’

Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα προσπαθήσουν να συνενώσουν την πορεία των τελευταίων ετών, θ’ αποπειραθούν ν’ ανακαλύψουν υπόγειες διασυνδέσεις κι αιτιάσεις. Η απόλυτη εθνική περηφάνια του 2004-5 φαντάζει τόσο αντίθετη, που δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την πλήρη απώλεια κοινωνικής συνοχής το 2008. Κι αυτά τα γεγονότα καθρέφτισαν, θετικά το ένα κι αρνητικά το άλλο, την επερχόμενη γενικευμένη κρίση της χρεοκοπίας όπου η κορυφή του κράτους απώλεσε κάθε έλεγχο και λειτουργικότητα.

Δεν θα με παραξένευε εάν μέσα στον ενθουσιασμό μας του 2004 και 2005 ενυπήρχαν κοινωνικοί σπόροι φόβου, εάν μέσα στις φρενήρεις γιορτές μας υπήρχε η διάσταση εξορκισμού του Κακού. Σαν να κοροϊδέψαμε το Σύμπαν, σαν να ζούσαμε μια παράταση σε στημένο παιχνίδι και βιώναμε στιγμές που ξέραμε πως δεν αξίζουμε (κυριολεκτικά, η φράση του Euro ‘ο θεός κοιμήθηκε’). Όπως επίσης δεν θα με παραξένευε εάν μέσα στις ταραχές του 2008 υπήρχε μια διάθεση άρνησης της διαγεγραμμένης πορείας και επιστροφής στο όνειρο.

Δεν αντέχω να μην αναφέρω και κάτι που από καιρό γυρνάει στο μυαλό μου: το πέσιμο των προσωπείων. Μέχρι την κρίση κρατούσαμε, εθνικά και κοινωνικά τα προσχήματα. Δείχναμε να πιστεύουμε ότι οι γύρω κι οι διπλανοί μας δεν παίρνουμε χαμπάρι ο ένας τον άλλο και φερόμασταν όλοι σαν να είμαστε κάτι διαφορετικό. Μόλις τα προσωπεία έπεσαν απότομα σε κοινωνικό και κοινωνικό επίπεδο, κάποιες που το έπαιζαν τραγουδίστριες, χορεύτριες και σόου-γούμαν, μεταβλήθηκαν δημόσια σε πορνοστάρ (μετράμε τρεις μέχρι στιγμής). Δεν θεωρώ τυχαίο ότι αυτήν ακριβώς την εποχή εμφανίστηκαν τα ερωτικά DVD "επωνύμων".

Σε γενικό επίπεδο, αν είναι να παραδεχτείς για κάτι την Ελλάδα, είναι ο ακραίος τρόπος που αντιδρά κι εκδηλώνεται. Εξάγαμε την υπερβολή μας. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για την κυκλοθυμική πορεία των τελευταίων έξι ετών και νιώθω ότι έξυσα μέρος της επιφάνειας. Ο αντίκτυπος ενός γεγονότος είναι μέτρο για τη σημασία του, αλλά και για την επικοινωνιακή δεινότητα του σκηνοθέτη. Μια Ελλάδα 10 εκατομμυρίων λοιπόν, κατάφερε να εμφανιστεί, και μάλιστα με διάρκεια, 4 φορές σε διεθνή πρωτοσέλιδα τα τελευταία έξι χρόνια, αλλά και να μεταβληθεί από απόλυτα θετικό σε απόλυτα αρνητικό παράδειγμα. Τείνω να πιστεύω πως η Ελλάδα, με την υπερβολή της, είναι ο τέλειος σκηνοθέτης του εαυτού της. Με καλλιτεχνικούς όρους, σίγουρα κάνουμε σουξέ - το αν αφήνουμε κάτι στην ίδια την τέχνη θα το κρίνουν οι καλλιτεχνικοί συντάκτες του μέλλοντος.

Ιουλίου 10, 2010

Venezia Superne

The last years I go regularly to Venice – and always love it. It’s the place where the word ‘unique’ comes to be defined. The mystic scenery, the labyrinth of canals and bridges, the magnificent monuments and museums, the permanent carnival masks overwhelm me. It took me a while to realize that what Venice has, is equally important to what it doesn’t have: cars, traffic and polution. I am in a marvellous European city, a true capital of culture, without the disadvantages of any city – instead, I feel the Adriatic breeze.

Venice is of course a tourist city – but it invests in an eccentric type of tourism (I call it ‘cultured wannabe’). It doesn’t offer white beaches, crazy bars and parties but rather, a commercialized type of high culture. The best examples are the opera and baroque music performances in small theatres. After having listened to evergreen classics for an hour, one feels like attending a pop concert. How long can one listen to a combination of Albinoni’s Adaggio, Pachelbel’s Canon, Vivaldi’s 4 Seasons – or to highlights of Nights of Figaro, Don Giovanni, Traviata, Rigoletto, etc. Still, I like Venice even for that: it gives a holiday alternative not offered anywhere else. And as we shall see, there might be a historic reason behind that.

Although I go there because of my job, the timing is perfect: mid-autumn, when the big crowds have gone and the city hasn’t tuned up into winter rhythms. I enjoy a normally-breathing Venice with family-like opera performances, its canals not packed by gondolas and at times – especially at nights - the only presence in the bridges and ‘calle’ (the narrow streets) may be the fog.

Last time I found myself there two weeks ago, after a crazy trip to Austria – and I didn’t think it would be of any significance. As it turned out, we didn’t even have time to visit the city, we went straight to the harbour to catch our boat. But Venice can’t disappoint me… I was astonished looking at my beloved city from a whole new perspective: from the 9th floor of the boat, being at the same level with the cupolas of St. Mark and sail across the shore until the boat reached the open sea. Thus the title 'Venezia Superne' (Venice from Above).

Looking at the people on bridges through the camera zoom, I felt I am watching a live version of Fellini’s La Dolce Vita. In the initial scene a helicopter carries Jesus over Rome and children, workers and sunbathing ladies salute him.


We didn’t have Jesus or Marcello Matroianni on the boat - it must have been the Italian aura that combined the old cinema image with the ‘live’ one.


For some reason I couldn’t find Felini’s s scene in Youtube - you can see it here.

My old impression of ‘high commercialized culture’ in Venice was somewhat explained as tourists appeared vis-a-vis to magnificent monuments. Nowadays Venice may be investing on a sense of experiencing the legendary ‘Grand Tour’: that romanticized trip to Paris, Venice, Rome and Athens for discovering European civilization.

Descendants of 18th century Anglo-Saxons, now in swimming suits, follow the course of their forefathers by organized trips. The romantic feeling was still on the boat, albeit with a twist. A 15-year-old German girl ordered in anticipation ‘eine frappe’, a modern Greek cultural trait, and was making eyes - even to me, though I was three times her age.

Another love of mine in Venice is its rooftops, a forest of deteriorated indian red – now beneath my eyes.

Admittedly, I look every now and then at the prices of small houses in Venice, with a secret hope. My desire grows bigger when see these small terraces, nothing luxurious but so personal and ‘right’. If ‘one’s house is one’s castle’ this should be its voluptuous embrasure – or the Lombardo version of ‘Chim Chim Cheree’ with the lyrics ‘on the rooftops of Venice, boy, what a sight!’

You know that medieval Venice had as symbol the lion, after its patron St. Mark. Last photo from the boat and it may not be a coincidence that its seagulls seem so …hawk-wannabe!


______________________
To any Greek who is wondering about the language: the particular text is linked to my Flickr account, where I put most of my ...creativity lately - and people there come from various countries...

Μαΐου 01, 2010

Μια ελάσσονα προσωπικότητα

Η Άνγκελα Μέρκελ φυσικά είχε κάθε δικαίωμα να δυσανασχετήσει με την οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα. Θα έλεγα ότι είχε κάθε δικαίωμα και να την αρνηθεί, αλλά καθώς η ελληνική κρίση - αποδεδειγμένα πλέον - μπορούσε να συμπαρασύρει κι άλλα κράτη, ακόμα το ίδιο το ευρώ, η όποια διάθεση άρνησης θα έπρεπε να περιμένει. Είχε υποχρέωση να περιφρουρήσει την σταθερότητα κι αργότερα, κάθε δικαίωμα να ζητήσει να βγούμε από το ευρώ, να περιφρουρήσει πλέον την ευρωζώνη όσον αφορά τα δημοσιοοικονομικά μεγέθη και την ηθική των μελών της.

Ένα πράγμα όμως δεν μπορούσε να κάνει, δεν είχε το δικαίωμα και αποτελεί το μεγαλύτερο - κι ασυγχώρητο - λάθος της. Αυτό ήταν η ριζοσπατικοποίηση του Γερμανικού λαού. Σ’ έναν ορυμαγδό λαθών, άφησε ελεύθερα προσωπικά εθνικιστικά αισθήματα (θα έλεγα σαν τυπική Ανατολικογερμανίδα, δηλ. μέλος ενός λαού που θέλει να νιώθει περισσότερο Γερμανός από τους Γερμανούς), έδωσε σε ιδεοληψίες το κύρος πολιτικών κι οικονομικών δηλώσεων, έβαλε δεύτερη την Ε.Ε., την ασφάλεια του ευρώ και της ευρωζώνης σε σχέση με την προσωπική πολιτική της καριέρα. Σχεδόν με κακία (δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη) ακύρωνε απανωτά κάθε συμφωνία αξιωματούχων της Ε.Ε. για τη σωτηρία της Ελλάδος, συμφωνία στην οποία βέβαια συμμετείχε, εντείνοντας την ανασφάλεια και σπρώχνοντας ένα κράτος, υπολογισμένα και σχεδόν σαδιστικά στον γκρεμό. Δεν λέω ότι δεν έκανε η Ελλάδα λάθη - προς θεού. Όμως τέτοια συμπεριφορά δεν ταιριάζει σε Ευρωπαίο ηγέτη. Δεν κάνεις πολιτική με προσωπικές ιδεοληψίες. Και όντως, η Μέρκελ αποκηρύχθηκε στην Ε.Ε. σαν ‘ελάσσονα προσωπικότητα της Ευρώπης’ ενώ στη Γερμανία, οι ψηφοφόροι που ντρόπαρε με τα εθνικιστικά της καμώματα, φαίνεται πως άρχισαν ν’ αντιλαμβάνονται όχι το ιδεολογικό της ατόπημα αλλά πολύ πρακτικά, πως εξαιτίας της καλούνται τώρα να πληρώσουν πολλαπλάσια χρήματα για τη σωτηρία της Ελλάδος. Για τη σωτηρία μιας οικονομίας η οποία ήταν ανέκαθεν άρρηκτα δεμένη με τη δικιά τους. Όσον αφορά το πρακτικό του ζητήματος, έχω την εντύπωση πως δεν είχε το δικαίωμα ν’ ακολουθήσει μια πολιτική που μαθηματικά οδηγούσε σε πολλαπλασιασμό των γερμανικών δαπανών χάριν των εκλογών στη Βεστφαλία. Ακόμα μια απόδειξη του ότι ένας εθνικιστής ηγέτης είναι βλαβερός κι επικίνδυνος για όλους, συμπεριλαμβανομένου και του δικού του λαού.

Κατά δεύτερο λόγο, αν θέλαμε να δούμε πέρα από τα - τεράστια - λάθη της Ελλάδος, θα σημειώναμε πως οι Γερμανοί δεν αντιλαμβάνονται ότι οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν ωφεληθεί προσωπικά από το ευρώ, αλλά ολόκληρη η Ανατολική Γερμανία έχει ανοικοδομηθεί. Λεφτά εισέρευσαν χάρη στην Ε.Ε. στη νέα Γερμανία αλλά πήγαν, με πλήρως συστηματικό και παραγωγικό τρόπο, στην ανοικοδόμηση του πρώην ανατολικού της τμήματος. Έχει σημασία πως η Φινλανδία, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, σκέφτηκε αν πρέπει να διεκδικήσει τα μικρά εδάφη της Ανατολικής Καρέλια (Karjala) που βρίσκονταν υπό σοβιετική κατοχή από τον Β’ Π.Π. Τελικά δεν τα διεκδίκησαν διότι το κόστος ανοικοδόμησης θα ήταν τεράστιο. Ε, η Γερμανία ανοικοδόμησε σε είκοσι χρόνια το μισό της κράτος. Αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής των Γερμανών ψηφοφόρων.

Τρίτον, λόγω πολιτισμικής ιδιομορφίας, πολιτικής κουλτούρας ή θρησκευτικών καταβολών, οι Γερμανοί δείχνουν μια πουριτανική στάση στον καταναλωτισμό. Δεν είναι αυτό που λέμε ‘μυαλωμένη’ - είναι πουριτανική. Φυσικά αυτό είναι θετικό για το κράτος τους, δημιουργεί πλεονάσματα, δεν υπάρχουν υπερβολικά αιτήματα (το αντίθετο απ' ό,τι συμβαίνει εδώ) αλλά από την άλλη μεριά πρέπει να γίνει κατανοητό πως κρίνουν την υπόλοιπη Ευρώπη (δεν εννοώ εμάς) μέσα από τη μεγεθυμένη οπτική του συγκεκριμένου πουριτανισμού τους. Επειδή οι ίδιοι επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη ανοχή στα κελεύσματα του καταναλωτισμού, δεν σημαίνει πως όλοι οι υπόλοιποι λαοί είναι σπάταλοι ούτε πως θα πρέπει να κάνουν το ίδιο μ’ αυτούς. Εάν πρόκειται να υπάρξει ποτέ ενωμένη Ευρώπη, ο καθένας έχει να μάθει κάτι από τον άλλο. Το δικό μας το μάθημα, που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο, ελπίζω να το έχουμε πάρει - αλλά δεν σημαίνει πως κανένας άλλος, ούτε ο πιο ισχυρός, δεν έχει ανάγκη να μάθει κάτι.

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, αφορά μια ανοιχτή συζήτηση που θυμήθηκα πολλές φορές τις τελευταίες ημέρες. Σ’ αυτήν συμμετείχαν (αν το πιστεύετε!) οι Μιτεράν, Μπους πρεσβύτερος, Θάτσερ, Γκορμπατσόφ και Μαλρόνι (πρώην πρωθυπουργός του Καναδά). Παρεμπιπτόντως, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρω κάτι στο διαδίκτυο, λες και ανοιχτές συζητήσεις μεταξύ πρωταγωνιστών της ιστορίας γίνονται κάθε μέρα! (τελικά, εδώ).

Σ' αυτήν τη συζήτηση λοιπόν, η Θάτσερ είπε, ξαναείπε, ξαναείπε και μετά επανέλαβε πως ήταν αντίθετη στην επανένωση της Γερμανίας διότι «οι Γερμανοί έχουν την τάση να κυριαρχούν». Κι αναρωτήθηκε απελπισμένη (η Γερμανία είχε ήδη επανενωθεί) αν το είπε ήδη ξεκάθαρα ή θα έπρεπε να το επαναλάβει. Λίγο πριν, ο Μιτεράν είχε πει πως αγαπά πολύ τη Γερμανία, τόσο που θα ήθελε να υπάρχουν δύο κι όχι μόνο μια. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια ανησυχία για το μέγεθος της Γερμανίας και τον κίνδυνο να θελήσει να κυριαρχήσει στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, που μας κάνει ν' αναρωτηθούμε πόσο δίκιο είχαν οι περασμένοι (και τόσο σημαντικοί) ηγέτες. Η τάση κυριαρχίας της Γερμανίας ενάντια στην Ε.Ε. παραήταν ορατή στο πρόσφατο διάστημα. Όταν βλέπει κάποιος την κατεξοχήν αντιευρωπαΐστρια Θάτσερ να ανησυχεί πως η Γερμανία θα θέσει τέλος στην ενωμένη Ευρώπη, κάνει δεύτερες σκέψεις για το εάν τελικά το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί τον Δούρειο Ίππο της Ευρώπης ή κάποιο άλλο κράτος. Θα μπορούσε ν' αποδειχτεί το σημαντικότερο μέλος της; Κι όμως, το τελευταίο διάστημα αυτό ακριβώς έδειξε...

Τέλος, οι Γερμανοί θα έπρεπε φυσικά να έχουν αυξημένα αντανακλαστικά απέναντι σε ρατσιστικά στερεότυπα εναντίον λαών. Έχουν βλάψει ανεπανόρθωτα τον κόσμο μ' αυτά κι έχουν καταστραφεί κι οι ίδιοι - θα περίμενε κανείς να μην έχει ξεχαστεί αυτή η παράμετρος. Γι αυτόν το λόγο το ατόπημα της Μέρκελ είναι ακόμα μεγαλύτερο, γι αυτό είπα πως το ασυγχώρητο λάθος της ήταν η ριζοσπαστικοποίηση του Γερμανικού λαού. Εδώ πιθανόν παίζει ρόλο και τ' ότι ο καιρός περνάει: πλέον, οι περισσότεροι Γερανοί, πολιτικοί και ψηφοφόροι, δεν ζούσαν τον Β Π.Π. Αλλά θα περίμενε περισσότερα κάποιος από μια ηγέτη τόσο μεγάλου κράτους. Εκτός κι αν - με βάση τ' ανωτέρω το πιστεύω ακράδαντα - πρόκειται όντως για 'ελάσσονα προσωπικότητα'. Ας ελπίσουμε να ήταν απλώς μια παρένθεση. Η Ε.Ε. δεν αντέχει σε καμιά περίπτωση μια αντιευρωπαϊκή Γερμανία.

Απριλίου 27, 2010

Digital Stilus

Βρίσκομαι στη θέση να ξαναγράψω στο blog χάρη σ’ ένα notebook. Βάζοντας στη σειρά τις ψηφιακές συσκευές μου σαν τους αδελφούς Ντάλτον, θυμήθηκα μια φωτογραφία του Ν. Δήμου από το πάλαι ποτέ blog του – και την αναπαρήγαγα. Διακρίνεται ένα συμβατικό στυλό σαν μέτρο σύγκρισης. Σ’ αντίθεση με τους Ντάλτον, εδώ ο πιο έξυπνος είναι ο μεγαλύτερος – κι ο μικρότερος ο πιο περιορισμένος.

Αλλά δεν γράφω για σύγκριση με τους ήρωες του Morris. Ούτε φτιάχνω μια ψηφιακή μπαμπούσκα.

Η ψηφιακή μου οικογένεια, έτσι παρατεταγμένη μου φάνηκε σαν ορχήστρα, σαν όργανα με διαφορετική ταυτότητα κι αποστολή.

Το desktop, που απουσιάζει από τη φωτογραφία θα ήταν βέβαια τα βαριά, πομπώδη, ηχηρά χάλκινα: τρομπόνι, τούμπα, τρομπέτα. Κάνουν τη βαριά δουλειά, τις εκρήξεις, το φορτίσιμο. Το laptop θα ήταν τ’ αμέσως μικρότερα και γλυκύτερα όμποε, κλαρίνο, φαγκότο. Παίζουν μελωδικά, συντροφικά, βγάζουν την σωστή νότα εκεί που τη θέλεις όταν τη θέλεις. Η τελευταία προσθήκη στις ηλεκτρονικές μας μπάντες, το notebook θα ήταν το φλάουτο, το άλτο, το κλαρινέτο. Η κορυφογραμμή των οργάνων, γεμίζουν τα κενά της μελωδίας, συμπληρώνουν και συνοδεύουν, περισσότερο με χαριτωμένες τρίλιες, τη βασική δομή,

Και τέλος το smartphone. Δεν είναι καν όργανο - θα το παρομοίαζα, αισθητικά και σχηματικά, με φυσαρμόνικα. Μπορεί να παίζει ένα σκοπό αλλά δεν έχει θέση σε ορχήστρα. Περιφερειακό - αν όχι περιθωριακό - το κύριο πλεονέκτημά του είναι ότι χωράει στην τσέπη. Θυμάμαι ότι φυσαρμόνικα έπαιζαν οι φυλακισμένοι κι οι πολεμιστές - ένα όργανο για τις δύσκολες καταστάσεις και για κάποιον που είναι καιρό μακριά από το σπίτι. Τους πολεμιστές της καθημερινότητας. Θα μου πείτε, αν πράγματι ξέρει κανείς φυσαρμόνικα… θυμηθείτε κάποιες μπάντες τζαζ και κάντρυ. Αλλά, ξέρετε πολλούς που γνωρίζουν πράγματι το smartphone; Βλέπουν τα mail και μπαίνουν στο internet με πιο’φλασάτο’ τρόπο. Πράγματα που κάνει κι ο τελευταίος της παρέας (δεν τόλμησα να το βάλω στην φωτογραφία), το απλό κινητό. Αν το smartphone είναι η φυσαρμόνικα, το κινητό είναι το απλό σφύριγμα , τα παλαμάκια, το χτύπημα των ποδιών στο πάτωμα και το κροτάλισμα των δαχτύλων.

Να το πάω λίγο παραπέρα: μου έρχεται στο μυαλό ο Ουμπέρτο Έκο που σ’ ένα άρθρο του έγραφε πως αναλόγως του τι έχει σκοπό να γράψει επιλέγει το ανάλογο μέσο (μια ευθεία παραλλαγή του ‘το μέσο είναι το μήνυμα’). Λέει: «Έχω γράψει ερωτικές επιστολές στη γραφομηχανή, αν όμως πρέπει να κάνω τους λογαριασμούς για τα ψώνια, μπορώ να το κάνω μόνο με την πένα.» Ομολογώ ότι έχω κάνει λογαριασμούς για ψώνια σε excel (η αυτόματη πρόσθεση των τεμπέληδων) ενώ, φυσικά, σχεδόν οτιδήποτε γράφω πλέον είναι σε πληκτρολόγιο (εννοείται: και ερωτικά γράμματα). Στο πανεπιστήμιο, ήδη 10 χρόνια πριν, όταν έδειχνες πως έχεις γράψιμο δεν έκανες την κίνηση σαν να ζητάς λογαριασμό, έκανες τον πιανίστα. Έτσι γράφουμε πλέον. Ποιο είναι το σημαντικό; Όπως κάποτε το στιλ καθοριζόταν από το μέσο (κι ετυμολογικά: από το λατινικό stile, που ήταν το αιχμηρό αντικείμενο που σκάλιζαν προήλθε η διεθνής λέξη ‘στιλ’), έτσι στην ψηφιακή εποχή, το μέγεθος και η προσβασιμότητα της συσκευής αναλογούν σε διαφορετικές καταστάσεις κι ενέργειες. Σε διαφορετικά στιλ και γραψίματα.

Δεν θ’ ανοίξεις το desktop για να γράψεις ‘σ’ αγαπώ’ ή ‘το φαγητό είναι στο ψυγείο‘, θα τα στείλεις σαν μήνυμα με το κινητό σου. Θα συνομιλήσεις σε μια στιγμή ανάπαυλας με το notebook, θα κάνεις τον ετήσιο προϋπολογισμό για το γραφείο στο desktop. Δεν είναι μόνο θέμα δυνατοτήτων αλλά και προδιάθεσης. Είναι αυτό το παράξενο στιλ που σ’ εμπνέει το μέσο που επιλέγεις και ταιριάζει με το μήνυμα που θέλεις να στείλεις - και το αντίθετο. Κι έτσι, έχουμε μια ολοκληρωμένη ορχήστρα μ’ έργο τη ζωή μας και διαλέγουμε όργανα για την ενορχήστρωση της στιγμής: από την εργασία στο desktop μέχρι τις σύντομες δουλειές και τις φωτογραφίες στο laptop, την αλληλογραφία και τις συνομιλίες στο notebook, τα ρασβασάκια στο κινητό. Μαέστροι κι εκτελεστές ταυτόχρονα.

Και τέλος, κάποιες φορές η προσβασιμότητα σ’ ένα τέτοιο εργαλείο σε βγάζει από αδιέξοδο. Πριν βγουν τα notebook είχα βρει καταφύγιο στο smartphone. Το πως, εδώ.

Και σήμερα το notebook με ξανάφερε στο blog. Με την ευκαιρία, με γεια μου…

ΥΓ. Μετά που δημοσίευσα το post, κατάλαβα πως το Toshiba Satellite στη φωτογραφία του Ν. Δήμου είναι αυτό που αγόρασα από αγγελία του, μ' αυτό έγραψα το παρόν post και φαίνεται στις δικές μου φωτογραφίες. Δεν είναι μικρός ο κόσμος; :)
______________
Το σκίτσο της ορχήστρας από εδώ
Το άρθρο του Ουμπέρτο Έκο: 'Το Στυλ και το Στυλό' από το "Σημειώματα Σημειολογίας κα." (Μαλλιάρης Παιδεία)

Σεπτεμβρίου 23, 2009

Debate et al.

Στις συζητήσεις μετά το χτεσινό debate, εκπλάγηκα όταν άκουσα αρκετούς να λένε πως στα σημεία νίκησε ο Καραμανλής - χωρίς όμως τη διαφορά που χρειαζόταν για ν’ αναστρέψει το κλίμα. Για μένα ο Γιωργάκης νίκησε κατά κράτος. Από τη μια, όμως, αυτοί που έλεγαν πως νίκησε ο Καραμανλής είναι άνθρωποι που ακούω τη γνώμη τους - κι από την άλλη, όποιον κι αν θεωρεί κάποιος για νικητή του debate, συμφωνώ πως ήταν νικητής στα σημεία. Απέδωσα λοιπόν την αρχική εντύπωσή μου στ’ ότι είχα ένα συγκεκριμένο σενάριο στο μυαλό μου, δεν έβλεπα debate αλλά τη βραδιά που θα κρίνει τις εκλογές. Περίμενα έναν Καραμανλή να κάνει άγρια επίθεση (και με χτυπήματα κάτω από τη ζώνη) κι έναν Γιωργάκη που παίζει με την φωτιά και την πιθανότητα να κάνει κάποιο σοβαρό λάθος. Όσο περνούσε η ώρα και τίποτα από τα δύο δεν συνέβαινε, η ήττα του Καραμανλή εδραιωνόταν - και γι αυτό το debate άρχισε να μου φαίνεται σαν απόλυτος θρίαμβος του Γιώργου.

Κατά δεύτερο λόγο, άκουσα ότι κανένας πολιτικός στο χθεσινό debate δεν έδωσε όραμα στον κόσμο. Εδώ διαφωνώ καθέτως. Όραμα δεν αποτελεί μόνο το να μπούμε στην ΟΝΕ, να πιάσουμε το μέσο κοινοτικό όρο ή να κάνουμε πετυχημένους Ολυμπιακούς. Βρισκόμαστε σε τόσο χαμηλό σημείο σαν χώρα και σαν πολίτες απέναντι στο κράτος μας, που η φράση-στόχος του Γιωργάκη ‘να κάνουμε τον πολίτη να εμπιστεύεται το κράτος’, θα έπρεπε να είναι το απόλυτο όραμα για τον τόπο κι όλους μας. Δεν το θεωρούμε πιθανό, τα θεωρούμε απλώς παχιά λόγια - αλλά εδώ δεν φταίει ο πολιτικός που δεν δίνει όραμα. Διότι δίνει. Το πρόβλημα είναι πως εμείς δεν τον πιστεύουμε (στο κάτω-κάτω, τα ίδια είπε και πριν 5,5 χρόνια κι ο Καραμανλής - κι είδαμε τι έκανε). Δεν θέλω να πω ότι κακώς δεν πιστεύουμε τον πολιτικό - αλλά η φράση ‘κανένας δεν πρόσφερε όραμα’ κρύβει την ουσία. Κι αυτή είναι πως είμαστε κυνικοί με τους πολιτικούς μας και τις δυνατότητές μας να σηκωθούμε σαν λαός, εμείς δεν πιστεύουμε σ’ ένα καλύτερο αύριο για τον εαυτό μας και την κοινωνία μας - ενώ ο πολιτικός, τουλάχιστον φραστικά, το εκφέρει. Κι αυτή η στάση (ξε-παραμύθιασμα για μερικούς) που περιέχει όμως και μια γερή δόση κυνικότητας, είναι, όπως και να το κάνουμε πρόβλημα. Ιδίως εάν σκεφτούμε πως έχουμε τους ηγέτες που μας αξίζουν. Δεν πιστεύουμε στη δυνατότητα αλλαγής μας, δεν πιστεύουμε ότι μπορούμε να σηκωθούμε, νιώθουμε εγκλωβισμένοι χωρίς ελπίδα στη σημερινή κατάσταση. Είμαστε φοβερά απαισιόδοξοι για το κράτος μας - ενώ σε ευρωπαϊκές δημοσκοπήσεις δηλώνουμε οι πιο περήφανοι για την ταυτότητά μας (θλιβερή αντιδιαστολή: είμαστε περήφανοι για ό,τι έκαναν άλλοι χθες κι απαισιόδοξοι για ό,τι κάνουμε εμείς σήμερα και πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε αύριο).

Και τελειώνω μ’ ακόμα μια αντιδιαστολή. Οι μικροί γόνοι των δύο μεγάλων ηγετών, ο Κώστας κι ο Γιώργος, μετά από μια περίοδο σχετικής χάριτος (για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) βρέθηκαν να παλεύουν για το πολιτικό τομάρι τους. Ο Γιώργος Παπανδρέου μετά τη δεύτερη ήττα του, ο Κώστας Καραμανλής σήμερα. Και οι δυο λοιδορήθηκαν, αμφισβητήθηκαν και βρέθηκαν πιο χαμηλά απ’ ότι θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Ο Παπανδρέου όμως το έζησε αυτό σαν αντιπολίτευση, έχοντας απέναντί του την αντιπαθητική προκλητικότητα κι αδηφαγία του Ευ. Βενιζέλου. Και μπόρεσε να λάβει τη (δεύτερη) ευκαιρία να κόψει πολλές αλυσίδες κι εξαρτήσεις, να σταματήσει πολλούς εσωκομματικούς συμβιβασμούς, να γίνει πιο πολύ ο εαυτός του. Ο Καραμανλής αποφάσισε μια παρόμοια μεταμόρφωση με το τωρινό εκλογικό του σάλτο-μορτάλε, αλλά είναι στην κυβέρνηση (άρα έχασε σε κύρος αλλά συνεπήρε κι άλλους μαζί του μακριά από την εξουσία) ενώ φυσικά, η δική του περίοδος χάριτος κράτησε υπερβολικά πολύ κι αποφάσισε να δράσει πολύ, μα πάρα πολύ αργά. Όση τόλμη δεν έδειξε σε 5,5 χρόνια τη συμπύκνωσε στην (αυτοκαταστροφική) προκήρυξη των εκλογών. Για μένα αυτό το ‘βάπτισμα’ δια πυρός και σιδήρου των δύο γόνων, που τους κατέβασε από το βάθρο του ονόματός τους και δεν τους άφησε άλλη επιλογή από το να γίνουν περισσότερο οι ‘εαυτοί τους’, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παράμετρος. Τους βλέπω σχεδόν σαν να ζουν παράλληλους βίους, σαν επίγονους που έπρεπε να πληρώσουν την ευκολία της εξουσίας, που έπρεπε να περάσουν μια κοινή κατάρα - αλλά με διαφορετική εξέλιξη.

Κι από αυτήν την άποψη, δεν θα μάθουμε ποτέ πως θα ήταν ένας αληθινός Κώστας Καραμανλής - θα μείνει σαν ο πιο ανίκανος κι απών ηγέτης που πέρασε μετά τη μεταπολίτευση. Αντιθέτως, τα έφερε έτσι η μοίρα και μάλλον θα δούμε πως είναι ο αληθινός Γιώργος Παπανδρέου.

__________________

Η φωτογραφία από το in.gr

Σεπτεμβρίου 20, 2009

Να *δανείσουμε* την έδρα

Αυτό είπε ο Τσιτουρίδης χθες σε συνάντηση στην εκλογική του έδρα στο Κιλκίς.

Προσεκτική η επιλογή της λέξης και ειπωμένη δις με έμφαση. Κατ’ αρχήν, για να δανείσεις κάτι πρέπει να σου ανήκει – άρα πρώτος συνειρμός: ο Τσιτουρίδης νιώθει ότι κατέχει, με τον πιο κατηγορηματικό κι απόλυτο τρόπο την έδρα. Όχι μόνο πρέπει να εκλέγεται αυτονόητα αλλά μπορεί και να τη δανείζει!

Διαβάζω για τη λέξη στο λεξικό (Τεγόπουλος-Φυτράκης): «παρέχω οποιοδήποτε αγαθό με τη συμφωνία της επιστροφής» / μέση φωνή – εδώ για το βουλευτή που θα καταλάβει την έδρα: «παίρνω κάτι ξένο και το παρουσιάζω ως δικό μου» (π.χ. ‘εκλέχτηκε με δανεική έδρα’). Τέλος, «αγαθό που δόθηκε για χρήση με επιστροφή».

Τέτοιος λοιπόν είναι ο πολιτικός πολιτισμός και η αίσθηση δικαίου που έχουν οι πολιτικοί μας για τον εαυτό και τη θέση τους. Κάποτε οι βασιλείς κυβερνούσαν ελέω θεού – τώρα οι πολιτευτές στην - ποια ‘προεδρευόμενη; - λεγόμενη δημοκρατία, κυβερνάνε ελέω ιδιοκτησίας.

Δεν μας είπε μόνο το ενοίκιο κι αν θα βάλει και χαρτόσημο στο συμβόλαιο!

Αλήθεια, στην εφορία δήλωσε την έδρα του Κιλκίς στο Ε9; Μιλώ για το γνωστό πόθεν αίσχες – ναι, με ‘αι’.

Μαΐου 09, 2009

Ο κος Holzstich κι οι γκαβούρες του

Τον θεωρούσα καλλιτέχνη του 19ου αιώνα με τεράστια παραγωγή. Τόσο τεράστια που παραξενεύτηκα: από χαλκογραφίες της Νάπολι μέχρι ξυλογραφίες της Σκανδιναβίας, έπεφτα συνεχώς πάνω του. Πότε προλάβαινε – και πως ταξίδεψε σε τόσα μέρη εκείνη την εποχή; Μέχρι που ανακάλυψα ότι ‘Holzstich’ στα γερμανικά σημαίνει ‘γκραβούρα’. Μ’ αυτή τη λέξη δεν τα πάω καλά γενικώς – ακόμα και μεγάλος την έλεγα ‘γκαβούρα’. Κι ήταν από τις περιπτώσεις όπου η λανθάνουσα γλώσσα είναι πιο κοντά στην αλήθεια.

Σε έναν …Holzstich του 1876 απεικονίζονται ταραχές και Οθωμανοί έξω από το Sa-tly Djami στη Θεσσαλονίκη. Έψαχνα μάταια να βρω το συγκεκριμένο τζαμί. Τελικά μάλλον η απόδοση από την αραβική γραφή έφαγε το διπλό γράμμα: λέξη Sat-ly δεν υπάρχει αλλά από μια τουρκόφωνη φίλη έμαθα ότι Saatly σημαίνει ‘ρολόι’, οπότε πρόκειται για το Τζαμί του Ρολογιού. Όσο γκαβούρα και να ήταν η εικόνα, θα φαινόταν κάποιο ρολόι αν υπήρχε.

Saatli Djami υπήρχε πάντως στη Θεσσαλονίκη. Βρισκόταν αριστερά του Διοικητηρίου (νυν Υπ. Μακεδονίας-Θράκης) και καταστράφηκε στη φωτιά του 1917. Στη φωτογραφία φαίνονται τα δύο κτίρια με το τζαμί στις φλόγες.

Το Διοικητήριο γλίτωσε (το υπερασπίστηκαν οι υπάλληλοί του) το Saalti Τζαμί όχι. Πάντως, ούτε εδώ ούτε στην επόμενη φωτογραφία (όπου διακρίνεται και το περίφημο ρολόι) μοιάζει καθόλου με την Holzstich εκδοχή του.

Πέρα από το ίδιο το κτίριο, όσα λείπουν είναι πιο αντιπροσωπευτικά. Το Διοικητήριο ήταν κτίριο-μαμούθ για την εποχή του και δέσποζε στη Θεσσαλονίκη, ενώ στην γκραβούρα απουσιάζει. Στη θέση του απεικονίζεται η θάλασσα, αν κι η περιοχή Διοικητηρίου στην πραγματικότητα απέχει 2 χιλιόμετρα από την παραλία. Το μεγάλο βουνό στο φόντο με την επίπεδη κορυφή δεν μπορεί να είναι ο Χορτιάτης, ενώ αναρωτιέται κανείς που βρέθηκαν τα υπόλοιπα βουνά (και φυσικά, που χάθηκαν σήμερα). Τέλος, η Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα είχε κάστρα σ’ όλη την παραλία – εδώ δεν διακρίνεται ίχνος τειχών. Πριν βρω την τοποθεσία του Saatli Τζαμί νόμιζα ότι απεικονίζονται τα δυτικά προάστια, από κάποια περίεργη προοπτική που δείχνει τα λατομεία πριν τον Γαλλικό ποταμό. Η λύση, ασφαλώς, είναι πιο προφανής: δεν απεικονίζεται κανένα Saatli Τζαμί και καμιά Θεσσαλονίκη. Η λεζάντα θα μπορούσε να αναφέρεται στη Σμύρνη κι αναταραχές Οθωμανών επειδή δεν τους άρεσε κάποιος Ραβίνος, σε γειτονιά του Βοσπόρου και καταδίωξη αντιφρονούντων ή μοιχών, ενώ η πιο πιθανή περίπτωση είναι το μέρος αυτό να μην υπάρχει.

Με τα μέτρα της τότε μαζικής επικοινωνίας, τέτοιες αυθαιρεσίες είναι φυσικές. Τα καλούπια (ξύλινα ή χάλκινα) για τις γκραβούρες δεν ήταν εύκολο να γίνουν, ούτε υπήρχαν καλλιτέχνες-ανταποκριτές παντού, ούτε μπορούσαν να πηγαίνουν στις σκηνές των ταραχών και να στήνουν καβαλέτα, ούτε υπήρχε περίπτωση οι Γερμανοί αναγνώστες του 19ου αιώνα να είχαν άποψη για το πώς είναι κάποιο Saatli Dhami σε κάποια Salonichi. Και φυσικά, οι εικόνες δεν δημοσιεύονταν όπως οι φωτογραφίες σήμερα, με υποτιθέμενο στόχο την ενημέρωση και ‘απόδειξη’ του γεγονότος (αν κι εδώ χωράει πολύ συζήτηση). Έμπαιναν για να εξάπτουν την φαντασία των αναγνωστών και να διανθίζουν το κείμενο. Κι όπως οι σύγχρονες εφημερίδες και σταθμοί έχουν χρονολογικό αρχείο με συγκεκριμένα γεγονότα, οι αντίστοιχοι εκδότες του 19ου αιώνα είχαν θεματικό αρχείο για τύπους γεγονότων. Εικόνα με Οθωμανούς και ταραχές, λεζάντα με το τάδε τζαμί, έτοιμο το άρθρο.

Δεν βρισκόμαστε ακόμα σ’ εποχή δημοσιογραφίας (ούτε καν της λεγόμενης jazz δημοσιογραφίας, που αποτέλεσε βασίλειο παραπληροφόρησης). Αναφερόμαστε σε λαϊκά αναγνώσματα. Πιο ποιοτικά, ακριβά κι εμφανίσιμα μεν, αλλά λαϊκά. Κι ενώ λείπουν οι στοιχειώδεις κανόνες δημοσιογραφίας, τηρούνται αυστηρά άλλοι κανόνες.

Ο καλλιτέχνης εδώ δημιούργησε μια ατμόσφαιρα ανατολίτικου τύπου, σεβάστηκε τους νόμους της δράσης και προοπτικής (κοιτάξτε πως τα χέρια των ατόμων στο δεξί μέρος κατευθύνουν το βλέμμα στο κέντρο) ενώ οι θεατές απεικονίζονται με υπερβολικές και θεατρινίστικες στάσεις μανιερισμού, που οδηγούν στους οπλισμένους στο κέντρο όπου η δράση κορυφώνεται. Ο δημιουργός είναι μάστορας των κλασικών κανόνων ζωγραφικής. Δημιούργησε ένα μαζικό, σχεδόν λαϊκό έργο για εικονογράφηση-πασπαρτού - όχι για επικαιρότητα ή ντοκουμέντο. Στο μυαλό μου ήρθε ο Propp που κατέγραψε στερεότυπα ρόλων που υπάρχουν σ’ όλους τους μύθους – εδώ έχουμε στερεότυπα εικόνων, σχεδόν λεξικογραφικά. Από την άλλη, οι διάφοροι …Holzstich θυμίζουν και τους χρονογράφους των παλιών βασιλιάδων με τα κολακευτικά ψέματα. Σκοπός τους είναι ν’ αφήσουν τον αναγνώστη με το στόμα ανοιχτό, να σχεδιάσουν (με λόγια ή καλέμι) υπερβολές με σκοπό τον εντυπωσιασμό. Δεν τίθεται θέμα αντικειμενικότητας – μόνο πειστικότητας. Έπεσα σε μια παρόμοια περίπτωση, όπου η ίδια γκραβούρα είχε τίτλο ‘Τάμπερε’ και δίπλα, ‘Άποψη της Φινλανδίας’. Εξαιρετικά μικρότερο πταίσμα – ίσως καλομάθαμε με τη σημερινή ακριβολογία και πληθώρα εικόνων.

Κι εδώ, θα τελειώσω λέγοντας ότι κι οι σημερινές δημοσιογραφικές εικόνες, όσο πιο καλλιτεχνικές είναι, τόσο απομακρύνονται από το είδος (genre) της δημοσιογραφίας. Ένα τζάμι λεωφορείου τρυπημένο από σφαίρα είναι εικόνα φωτορεπορτάζ για το τι προηγήθηκε - όταν μέσα από την τρύπα της σφαίρας διακρίνεται το φοβισμένο μάτι ενός Αφγανού, παύει να είναι ειδησεογραφική εικόνα. Ένας μαύρος διαδηλωτής απέναντι σε αστυνομικούς είναι φωτορεπορτάζ – όταν οι αστυνομικοί στέκονται ανέκφραστοι κι ο διαδηλωτής κινείται σαν τραγουδιστής της ραπ, είναι φωτογραφημένοι από χαμηλά και τους χωρίζει σε γκρο πλαν η διπλή γραμμή του δρόμου, είναι εικόνα έκθεσης. Η επικαιρότητα δεν έχει τέτοιου βάθους αισθητική – δεν ταιριάζει με την αντικειμενικότητα που ενδύεται. Λιτότητα και ευθύτητα είναι οι ποιότητες της δημοσιογραφικής εικόνας. Το μάτι του θεατή δεν πρέπει να παρεκτρέπεται. Τώρα αν αυτό είναι άλλοθι για γενικότερα ζητήματα ειδησεογραφίας… αυτό είναι άλλο θέμα. Ο Holzstich, πάντως, το είχε λυμένο.

___________________________________________________

- Η (μόνη) αναφορά σε Sat-ly Djami και τη συγκεκριμένη γκραβούρα εδώ. Η λεζάντα λέει: "Η είσοδος στο Sa-tly-Djami κατά τις πρόσφατες ταραχές. Άποψη με θέα της πόλης." (Der Eingang der Moschee Sa-tly-Djami während der jüngsten Unruhen. Ansicht mit Blick zur Stadt.)
- Η φωτογραφία της πυρκαγιάς του 1917 από εδώ (εξαιρετικό site)
- Η καρτ ποστάλ από εδώ
- Ακόμα μια φωτό του Saatli Djami εδώ

Απριλίου 25, 2009

Συνάντηση στις ράγες


Από κάποιο ολέθριο λάθος βρεθήκατε στην ίδια γραμμή. Μέσα από το παραθυράκι βλέπεις ότι ατίθασα ήδη σε στόχευε αυτή. Με τα μεταλλικά της εξαρτήματα, τα τσιγκέλια και τις χοντρές βίδες είναι σαν αστακός, σαν δρεπανηφόρο άρμα - καμιά σχέση με τη σύγχρονη, επιτηδευμένη, μπλαζέ μηχανή σου. Κουβαλάει και μάχιμη πείρα 94 ετών.

Ένα κλικ πριν το μοιραίο σφύριγμα. Η τελευταία εικόνα της Kodak 1A Pocket Folding.

Απριλίου 10, 2009

Interludio

Διαχωρίζω τους φωτογράφους σ’ αυτούς που επιλέγουν γωνία λήψης και σ’ αυτούς που στήνουν τη φωτογραφία τους. Ανήκω στους πρώτους. Κοιτάζω τι είναι διαθέσιμο και επιλέγω την καλύτερη γωνία. Κάποιοι άλλοι, όμως, σκηνοθετούν τα θέματά τους. Δεν κοιτάζουν τι είναι γύρω αλλά τι μπορούν να φτιάξουν από αυτά. Αυτό είναι πιο δύσκολο – κι αυτό θεωρώ πραγματική ‘φωτογραφία’. Και συχνά, μπορούν να σκηνοθετούν άνετα και πρόσωπα. Ελάχιστους έχω δει να το πετυχαίνουν. Ο πρώτος είναι ένας Γερμανός που ζει στη Θεσσαλονίκη.

Δεν θα πω τ’ όνομά του επειδή έχουμε επαγγελματική σχέση και θα ήθελα, όσο είναι δυνατόν να διατηρήσω τη δική μου ανωνυμία (αν και, μ’ ένα post με θέμα τον χορό, αυτή έχει χαθεί σε μερικούς, ευτυχώς, άσχετους κύκλους). Ο δεύτερος είναι ένας φίλος μου – που έτυχε να είναι κι ο διπλανός μου στο Λύκειο. Οι φωτογραφίες του είναι εκπληκτικές – περάστε να τις δείτε στη σελίδα του στο Flickr.

Αυτός μου θύμισε και τη δική μου σελίδα στο Flickr, που χρησιμοποιούσα για το blog με θέμα την Αλβανία. Αποφάσισα να ενεργοποιήσω κι εγώ το λογαριασμό μου σε 'Pro'.

Ενώ ανέβαζα φωτογραφίες, ένιωσα πως ίσως συνήθισα από εδώ, ίσως γενικά σέβομαι περισσότερο το κείμενο - πάντως κάποιες μου φαίνονταν γυμνές χωρίς κείμενο από κάτω.

Σαν απόηχος, μου ήρθε στο μυαλό ένα άλλο χόμπι μου, απομεινάρι από τις βόλτες μου σε βόρεια δάση, να μαζεύω κλαδιά σε παράξενα σχήματα. Μια κοπέλα μου, μου έλεγε πως όταν μου αρέσει κάτι προσπαθώ να το εντάξω χρηστικά μέσα στο σπίτι μου. Δεν το θεωρώ απλώς ένα όμορφο αντικείμενο.

Πολλές φορές περιμένω χρόνια ολόκληρα μέχρι να βρω ένα κομμάτι που ταιριάζει μ’ ένα άλλο. Συνταιριασμένο ή μόνο του, τ' όμορφο αντικείμενο αποκτά συγκεκριμένο νόημα, έχει μια (και αυτονόητη) χρήση. Θυμήθηκα όλα αυτά γιατί και το κείμενο στη φωτογραφία μοιάζει μ' ένα παρόμοιο 'εγχειρίδιο οπτικής'. Η φωτογραφία ορίζεται, δεν ‘υπάρχει για να υπάρχει’. Αποκτά, σχεδόν αυθαίρετα, κάποια χρηστική αξία.

Σέβομαι την ελευθερία στον θεατή που δίνει μια σιωπηρή εικόνα, καθώς στέκει μόνη της. Το Flickr μου το θύμισε. Και στο τέλος-τέλος, όλα αυτά να είναι σημάδια της επιθυμίας μου να ελέγχω απόλυτα ό,τι κάνω. Χαμογελάω γιατί προσπαθώ να το ελέγξω κι αυτό. Πραγματικά έχει τη χάρη της η απώλεια ελέγχου: το τυχαίο, το χαλαρό, το όσα πάνε κι όσα έρθουν. Και καθώς πήγα να βάλω σε εισαγωγικά τη φράση ‘όσα πάνε κι όσα έρθουν’, θυμήθηκα έναν άλλο παλιό φίλο, ποιητή:

Όταν θέλω να πω κάτι ινκόγκνιτο
το βάζω έξω από εισαγωγικά

χωρίς αυτούς τους ασφαλίτες της ακρίβειας

(σκέφτομαι σαν να ήμουν λέξη)

θα μπορούσα ν’ ανήκω οπουδήποτε

θα παίζω με τις δίπλα λέξεις

και θα περνάνε χαλαρά τα βλέμματα πάνω μου

Ιανουαρίου 17, 2009

Γουέστερν-Φασολάδα

Από καιρό με παραξένευε το παράταιρο άρθρο στη φράση ‘οι’ αναρχικοί. Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε τ’ οριστικό άρθρο για κάτι συγκεκριμένο και γνώριμο (π.χ. ‘ο πατέρας ήρθε’). Παράλληλα, υπάρχει μια ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα που όμως μπορούμε να γνωρίσουμε (‘οι υπάλληλοι’, ‘οι ποδοσφαιριστές’) και σ’ αυτά που πρέπει να μένουν κρυφά. Οι τελευταίοι εκφράζονται αόριστα (δεν μπορούμε να πούμε ‘μπήκαν οι κλέφτες’). Κι όμως: Διαδηλώνουν ‘οι’ αναρχικοί. Έκαψαν ‘οι’ κουκουλοφόροι.

Στην αρχή το έβλεπα σαν αυθόρμητη απόδοση της φράσης γνωστοί-άγνωστοι. Μοιάζουμε να λέμε στην αστυνομία: ξέρουμε πως τους ξέρετε! Και θαύμαζα πως περνάνε κρυφά πράγματα στη γλώσσα μας ή, πόσο κρίμα είναι που δεν το αντιλαμβανόμαστε.

Αυτή η γλωσσική ιδιαιτερότητα όμως, αποκαλύπτεται πλήρως γιατί βρίσκεται μόνο στον πληθυντικό. Κάποια αντίστοιχά της: ‘Οι Αλβανοί.’ ‘Οι Μαύροι’. ‘Οι Εβραίοι’. Η ιδιότυπη αναφορά σε κάτι που είναι συγχρόνως συγκεκριμένο κι αφηρημένο, σε κάτι αόριστο αλλά και γνωστό, σε κάτι που έχει ιδιότητες αλλά όχι πρόσωπο, είναι κλασική λειτουργία του ρατσισμού.

Κάθε ομάδα ανθρώπων που διατεινόμαστε ρατσιστικά είναι γνωστοί-άγνωστοι: γνωστοί για τις ιδιότητές τους κι άγνωστοι για την ταυτότητά τους. Καλύτερα: η ομάδα τους είναι η ταυτότητά τους. Γνωρίζουμε τις ιδιότητες των Εβραίων, των Αλβανών, των Γύφτων χωρίς (να χρειάζεται) να γνωρίζουμε τα ονόματά τους.

Έχουμε λοιπόν ρατσιστικές συμπεριφορές απέναντι στους αναρχικούς; Μα υπάρχουν πολλοί - και καλοί - λόγοι γι αυτό.

Ένας αναρχικός μας βγάζει από τη βολή μας. Έχουμε συνηθίσει σε μια καθημερινή συμπεριφορά: οικογένεια, δουλειά, ειδήσεις στις 8:00, αγαπημένες σειρές, εκλογές κάθε τρεισήμισι χρόνια, σκάνδαλα κι ατιμωρησίες, φόρτωμα πιστωτικών καρτών, ρουσφέτι, φοροδιαφυγή, κτλ. Δεν είναι μόνο ο χλευασμός προς πρακτικές που ξέρουμε ότι δεν είναι σωστές αλλά συνηθίσαμε και απωθούμε. Είναι ότι όλα γύρω είναι και προσωπικό δημιούργημά μας. Ένας αναρχικός μας δείχνει σαν συνυπεύθυνο. Πως θα αποφύγουμε την επαναξιολόγηση καθημερινών πλευρών της ζωής μας;

Η κλασική λειτουργία του ρατσισμού είναι η προβολή στον Άλλο όσων (πιστεύουμε ότι) δεν είμαστε Εμείς. Εάν οι Αλβανοί είναι κλέφτες εμείς είμαστε τίμιοι, εάν οι Εβραίοι είναι συνωμότες εμείς είμαστε φερέγγυοι, εάν οι Γύφτοι είναι απολίτιστοι εμείς είμαστε εκλεπτυσμένοι. Ο Άλλος είναι πάντα το αρνητικό μας. Εάν λοιπόν οι αναρχικοί καταστρέφουν εμείς χτίζουμε, εάν είναι αντικοινωνικοί εμείς δουλεύουμε για το κοινό καλό, εάν είναι αλήτες εμείς είμαστε κύριοι, εάν είναι κλέφτες εμείς είμαστε νομιμόφρονες, κοκ. Δεν λέω ότι οι αναρχικοί δεν κάνουν τέτοιες πράξεις – αλλά κατά πόσο εμείς πράττουμε τα ακριβώς αντίθετα και μόνο αυτά; Τυπικά με τη λειτουργία του ρατσισμού, είναι σαν να έχουμε εφεύρει μια φυλή για να απωθήσουμε πάνω της ό,τι δεν αρέσει σε μας, μια φυλή όχι με τη γλωσσική ή την εθνική έννοια (μιλούν την ίδια γλώσσα μ’ εμάς) αλλά με την κοινωνική έννοια. Οποιαδήποτε προοπτική να δώσουμε βάση στα συνθήματά τους και να επαναξιολογήσουμε τον εαυτό μας έχει χαθεί απέναντι σ’ αυτούς τους Γνωστούς-Αγνώστους που (όπως όλοι οι Γνωστοί-Άγνωστοι) έχουν αποκλίνουσα συμπεριφορά κι όχι πρόσωπο - στην περίπτωσή τους, γιατί κυριολεκτικά το κρύβουν. Καθίσταται αδιανόητο ν’ αναρωτηθούμε πόσο δημιουργική είναι η εργασιακή συμπεριφορά μας, πόσο κοινωνική πράξη αποτελεί το ρουσφέτι, πόσο νόμιμη είναι η απόκρυψη εσόδων, πόσο ‘κύριοι’ είμαστε στις συναναστροφές μας.

Τελευταία, επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά η ‘ιεροσυλία’ αναρχικών που καίνε την ελληνική σημαία (ενώ είναι αναμφισβήτητο δικαίωμα εμείς να καίμε σημαίες άλλων) ή τ’ ότι μπήκαν στις τάξεις τους και αλλοδαποί. Πίσω από τις κουκούλες τίθενται πλέον κι εθνικά Άλλοι, είτε είναι δικοί μας ανθέλληνες είτε αυτούσιοι μη Έλληνες. Η υποδόρια φυλετική προσέγγιση εμπλουτίζεται.

Κάθε πλευρά του θέματος, ισχυροποιεί τον ρόλο της αστυνομίας και των ΜΑΤ. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά λέμε και βλέπουμε πως η αστυνομία υποθάλπει τους κουκουλοφόρους ή ακόμα, ότι τους υποδύονται αστυνομικοί. Τίποτα δεν είναι τόσο προς το συμφέρον της αστυνομίας και των υπερασπιστών της τάξης, όσο το αντίπαλο δέος των κουκουλοφόρων, η διατήρηση της μαύρης τρύπας που καταπίνει τις ενοχές μας και την όποια πιθανότητα για ενοχλητικές σκέψεις και αυτοέλεγχο. Χρειάστηκε ένα ισχυρότατο κοινωνικό σοκ, σαν τη δολοφονία ενός 15χρονου, για να γίνει αισθητή από αρκετά μεγαλύτερα άτομα η φύσει βαθιά αντιδημοκρατικότητα των δυνάμεων καταστολής.

Θεωρώ λοιπόν ότι οι αναρχικοί και οι κουκουλοφόροι είναι άγγελοι με το μήνυμα του κρυμμένου εαυτού μας; Θα ήμουν, φυσικά, αφελής. Τα παιδιά που καίνε και καταστρέφουν (γιατί στην πλειοψηφία τους είναι παιδιά, όχι προβοκάτορες) δεν έχουν λογική ή τέτοια αυτοσυνείδηση. Έχουν όμως αιτία. Νοιώθουν να έχουν την πλάτη στον τοίχο. Οι μαθητές είναι από τους πλέον σκληρά εργαζόμενους (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στην Ευρώπη). Διαβάζουν με τις ώρες μόνο για ν’ αποστηθίσουν ενώ είναι τελευταίοι στην Ευρώπη όσον αφορά τη δυνατότητα κρίσης – λέτε να μη νιώθουν πως παρόλη την προσπάθειά τους είναι εντελώς αντιπαραγωγικοί; Μοιάζουν να δουλεύουν ήδη στο τυπικό δημόσιο ή να προετοιμάζονται μόνο γι αυτό.

Από την άλλη, η οικογένειά τους πληρώνει ιδιωτικά δίδακτρα για τη (συγκεκριμένη) παιδεία ενώ ξέρουν ότι και να μπουν στο πανεπιστήμιο, θα είναι προθάλαμος εργασιακής θέσης 700 ευρώ. Σ’ αυτή τη ζωή, συνεχώς έξω από το σπίτι ή μ’ ένα σχολικό εγχειρίδιο στο χέρι που πρέπει ν’ αποστηθίσουν, ακούνε τους γονείς ν’ αγωνίζονται και να γκρινιάζουν. Οποιοσδήποτε από εμάς τι θα έκανε στη θέση τους; Με την πλάτη στον τοίχο κάθε ζώο αγριεύει. Ποιος από εμάς θα έκφερε επιχειρήματα ή θ’ άκουγε τις απόψεις της άλλης πλευράς; Δεν θα προτιμούσαμε να τα κάψουμε όλα από άχτι, ελπίζοντας κιόλας ότι από τα αποκαΐδια θα βγει κάτι καλύτερο; Γιατί χειρότερο, από πολλές απόψεις, αποκλείεται να βγει. Το μόνο που τα σημερινά παιδιά νιώθουν πως έχουν να χάσουν είναι η σημερινή κατάσταση - σπουδαίο επιχείρημα! Ας τους το πούμε - λέτε να σταματήσουν;

Σ’ αυτό το σύμπλεγμα πραγματικοτήτων που εμείς δημιουργήσαμε, ανεχόμαστε και πιθανώς συντηρούμε εναντιώνονται οι διαδηλωτές - έστω με τον ακραίο και βάρβαρο τρόπο τους.

Εκεί που τα πράγματα γίνονται άσχημα για όλους, νοικοκυραίους και αναρχικούς, γονείς και παιδιά, είναι πως αν και υπάρχει αιτία στην εξέγερση, δεν υπάρχει λογική και συνείδηση. Υπάρχει τυφλό άχτι και παραλογισμός.

Εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στις καταστροφές καταστημάτων. Το να επιτίθεται η εξεγερμένη μάζα στους ομοίους της είναι σύνηθες. Και στις ταραχές του Λος Άντζελες ή του Παρισιού, η μια φυλετική ομάδα επιτίθεντο στην άλλη, δεν πήγαιναν στο Κοινοβούλιο. Σε μια συζήτηση που είχα, ένας φίλος μου επισήμανε πως στην Ελλάδα οι αναρχικοί με την πρόφαση πως δεν επιτρέπεται στους αστούς να ασχολούνται αδιάφορα με την κουλτούρα, έκαναν κατάληψη στο Εθνικό Θέατρο. Το πιο φυσικό – και απείρως πιο συμβολικό – θα ήταν να έκαναν κατάληψη σ’ ένα σκυλάδικο. Εκεί βρίσκεται η κυρίαρχη κουλτούρα που ευθύνεται για την κατάσταση και τα προβλήματά τους, όχι στο Εθνικό. Ας έκαναν κατάληψη σ’ ένα γήπεδο εν μέσω ποδοσφαιρικού αγώνα – όχι να καίνε το Γαλλικό Ινστιτούτο (χάνοντας και την υποστήριξη μεγάλης μερίδας Γάλλων μαθητών που, αν είναι δυνατόν, πήγαν να προσεταιριστούν μ’ αυτήν την πράξη). Παρεμπιπτόντως, κάθε άγαλμα δεν είναι σύμβολο της τωρινής εξουσίας για να το μαυρίζουν: ο Ρήγας Φεραίος ευαγγελιζόταν την ανοιχτή κοινωνία και τις πολιτικές αξίες που κι ίδιοι απαιτούν και των οποίων η έλλειψη τους έβγαλε στους δρόμους.

Με αρκετές επιλογές τους, δείχνουν ότι η έλλειψη κρίσης που χαρακτηρίζει την παιδεία για την οποία διαμαρτύρονται, έχει περάσει για τα καλά πάνω τους. Πως δεν ξέρουν ή δεν θέλουν ν’ αποδώσουν ευθύνες. Ή το χειρότερο: πως είναι κι οι ίδιοι Ολυμπιακάρα, Παναθηναϊκάρα, ή φαν της Άντζελας Δημητρίου και δεν θα επιτίθονταν τα είδωλά τους. Σ’ αυτό μοιάζουν θλιβερά στους απέναντι – και είναι φυσικό, όλοι προέρχονται από την ίδια κοινωνία. Δεν θέλουν να δουν, όπως ακριβώς οι νοικοκυραίοι, τη δική τους καμπούρα, συμβιβασμένοι είναι μόνο οι Άλλοι. Κι έτσι, κατέληξε ο φίλος μου, μεγαλύτερη σημασία έχει τελικά η αίσθηση διαμαρτυρίας παρά η πραγματικότητα: μια διαμαρτυρία στο Εθνικό (η οποία μάλιστα κλείστηκε με τηλεφωνικό ραντεβού!) είναι θέατρο. Στο σκυλάδικο ή στο γήπεδο θα είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και φουσκωτούς με μεγαλύτερη επαγγελματική συνείδηση από τους ΜΑΤατζήδες των 700 ευρώ.

Ο Νίκος Δήμου σημείωσε πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα αναφορικά με την υποτιθέμενη απουσία των διανοούμενων στη διάρκεια των ταραχών, ενώ αυτοί ήταν ασυνήθιστα παρόντες: «Φοβάμαι πως η θεωρία για την απουσία των διανοούμενων βασίζεται στο ότι αυτοί που την διατυπώνουν, δεν τους βλέπουν. Δεν διαβάζουν εφημερίδες (όπου κατά κύριο λόγο εμφανίζονται τα άρθρα τους) ούτε παρακολουθούν τις ελάχιστες εκπομπές της τηλεόρασης (συνήθως μεταμεσονύκτιες) όπου συμμετέχουν άνθρωποι του πνεύματος. Πιθανότατα εννοούν ότι οι διανοούμενοι δεν εμφανίζονται στα δελτία ειδήσεων (αλλά τι δουλειά θα είχαν στα «παράθυρα»;). Το πρόβλημα για μένα δεν είναι η απουσία των διανοουμένων – αλλά το ότι δεν τους ακούει και δεν τους προσέχει κανείς. (Πάνε οι εποχές που ο Σαρτρ ξεσήκωνε τους εργάτες…).» Εδώ, φυσικά, ο Ν. Δήμου αναφέρεται και στις δύο πλευρές, διαδηλωτές και νομιμόφρονες. Κι εδώ θέλω ν’ αναφέρω δύο πρόσφατα προσωπικά παραδείγματα: το πρώτο σε μια έκθεση ζωγραφικής με κορυφαίους δημιουργούς, όπου ο φύλακας του κάτω ορόφου φώναζε στον φύλακα του πάνω «Έλα ρεεε! Που είναι ο τάδε;» - απάντηση: «Στο υπόγειοοοο!» Το δεύτερο σε μια παράσταση της TOSCA με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, όπου μουσικοί έφταναν 10 λεπτά αργοπορημένοι μετά την έναρξη και μετά τα διαλείμματα, έβγαζαν τα πανωφόρια τους και άρχιζαν να παίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα! Αναρωτιέται κάποιος για την κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας; Αναρωτιέται γιατί δεν είναι ορατοί οι διανοούμενοι από τον Έλληνα πολίτη; Ή μάλλον θα πει ότι σε τέτοιο περιβάλλον, και η έκθεση ζωγραφικής και η παράσταση όπερας και η έκκληση στους διανοούμενους αποτελούν θέατρο, όπου παρουσιάζονται, Ελλάδα και Έλληνες, σαν κάτι που δεν είναι;

Εδώ μάλλον στήνεται ένα πικρό θέατρο παραλόγου. Σαν να στοχεύουμε πιο πάνω απ’ ότι μπορούμε, σαν κάποιος να πρέπει να φωνάξει ‘ο βασιλιάς είναι γυμνός!’ Η επανάσταση, η συνείδηση, ο πολιτισμός, δεν λειτουργούν με πιστωτικές κάρτες για να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας, όπως συνηθίσαμε στην οικονομική ζωή. Δεν υπάρχουν ετεροχρονισμένες επιταγές όπου μπορείς να φερθείς σήμερα σοφά χάρη σε κάτι που θα μάθεις αύριο, ούτε με το διάβασμα ενός πολίτη ενημερώνονται δέκα, όπως πληρώνονται δέκα έμποροι με την ίδια επιταγή. Ο πολιτισμός είναι ‘πληρωτέος επί τη εμφανίσει’, όσο δουλέψαμε, όσο μάθαμε, όσο καταλαβαίνουμε, τόσο πράττουμε. Παραφράζοντας τα λόγια των παλιών: δεν μπορούμε ν’ απλώνουμε τα πόδια πέρα από το πνευματικό μας πάπλωμα.

Και δίπλα στο θέατρο του παραλόγου, ας κάνουμε μια διανομή στιλ Γουέστερν – όχι Σπαγγέτι, αλλά προς το ελληνικότερον… Ο Καλός είναι οι νοικοκυραίοι που φοβούνται για την περιουσία τους και την κοινωνία – παράλληλα, σε συμφωνία με όσους θεωρούν εαυτούς Καλούς, αρνιούνται να δεχτούνε οτιδήποτε αρνητικό σαν απόρροια δικών τους πράξεων και συμπεριφορών, παρά προβάλλουν στους Άλλους ό,τι θεωρούν πως δεν είναι οι ίδιοι. Στο ενδιάμεσο και στο ρόλο του Άσχημου βρίσκεται η αστυνομία: σε ρόλο πρώτου δράστη, μετέπειτα θεατή, αποτυχημένου υπερασπιστή αλλά και με θλιβερές υπόνοιες υπόθαλψης κι ενίοτε προβοκάτσιας. Στο τελευταίο άκρο και περίοπτος Κακός είναι η ‘βάρβαρη φυλή’ των αναρχικών και των κουκουλοφόρων. Με αληθινή αιτία, αλλά και με ποινικά αδικήματα που συνολικά θα μετρούσαν εκατοντάδες χρόνια φυλακή. Και φυσικά, με μεγάλη έλλειψη λογικής και συναίσθησης – όχι μόνο ταξικής αλλά κυρίως, ιδεολογικής.

Γι αυτά, τα ‘κακά παιδιά’: Όσο πιθανό ήταν να σταματήσουν τον πόλεμο στη Σερβία ή στο Ιράκ κάνοντας κατάληψη στα σχολεία, φωνάζοντας όλο πάθος «Εμείς θα σταματήσουμε τον πόλεμο αυτό» ή βάφοντας με σπρέι συνοικιακά McDonald’s, άλλο τόσο είναι πιθανό να αλλάξουν την Παιδεία καίγοντας το Γαλλικό Ινστιτούτο ή κάνοντας κατάληψη στο Εθνικό Θέατρο.

Μακάρι να βγει κάτι από τις – πραγματικά πρωτόγνωρες – ταραχές και να συνειδητοποιήσουν, πρώτα απ’ όλα οι ‘νομιμόφρονες πολίτες’ πως τα δημιουργήματά τους έχουν χτυπήσει ‘κόκκινο’. Μακάρι να συναντηθούν κάπου όλοι νιώθοντας ότι αξίζουν κάτι καλύτερο. Στο κάτω-κάτω, οι μεν είναι γονείς των δε. Αλλά όταν όλα καταλαγιάσουν, όπως δεν σταμάτησε κανένας πόλεμος παρόλο το πάθος (που πολλοί εκμεταλλεύτηκαν), είναι πιθανό μετά τις ταραχές να μην σημειωθεί κάποια αλλαγή. Και σ’ αυτά τα ‘κακά παιδιά’ που συγκλόνισαν την Ελλάδα και έγιναν παγκόσμια πρωτοσέλιδα, ελλοχεύει ο κίνδυνος ολοκληρωτικής αποχής από τα κοινά και πλήρους απαξίωσης οποιασδήποτε παρέμβασης. Η βάση όμως οποιασδήποτε δημοκρατίας είναι ακριβώς το αντίθετο. Το προσπάθησαν – έστω άγαρμπα και στα τυφλά - και σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για την επόμενη γενιά.

Και με την ευκαιρία: να προσφέρουνε το πολύ καλύτερο χιούμορ τους!


___________________________________
Η πρώτη φωτογραφία από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (13.12.2008) Η τελευταία μου στάλθηκε με mail. Οι υπόλοιπες είναι από αυτή τη σελίδα.

Νοεμβρίου 09, 2008

Μια σλάβικη ιστορία

Πως γεννήθηκε το φεγγάρι μας;

Πριν πολλά χρόνια, πέρασε ένα αστέρι πάνω από μια εκκλησία. Καρφώθηκε στην άλλη άκρη τ' ουρανού.

Θυμόμαστε αυτό το πέρασμα και χορεύουμε μπροστά από τις εκκλησίες. Κυκλικά, σαν τις φάσεις του φεγγαριού.

Θυμόμαστε αυτό το πέρασμα κι ανάβουμε κεριά. Το σώμα τους είναι η γραμμή που άφηνε πίσω της η ουράνια φλόγα – κι όλο το σώμα του κεριού δείχνει προς τον ουρανό.

Καίει μέχρι να χαθεί σαν το φεγγάρι στις φάσεις του. Τα διπλανά κεριά δείχνουν πως ξαναρχίζει – όχι οι φάσεις αλλά η ίδια η ιστορία. Μια ιστορία που μιλά για το φεγγάρι δεν θα μπορούσε παρά να ξαναρχίζει κι η ίδια.

Και να τελειώνει με δύο αντίθετες φάσεις. Ασπρόμαυρα. Έξω από μια εκκλησία.

Σόφια, προχτές.

Οκτωβρίου 23, 2008

Ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση

Τους τελευταίους δύο μήνες δούλεψα όσο ποτέ στη ζωή μου. Όταν ο θεός των μαύρων τον καλό συγχώρεσε Γουίλ και στράφηκε σε μένα, έκλεισε απλώς τον διακόπτη. Από τη μια μέρα στην άλλη τα τηλέφωνα σώπασαν, όλα τα mail μετατράπηκαν σε spam, όσοι με τριγύριζαν στράφηκαν αλλού. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική – αλλά θα ήταν και παροδική. Έφευγα για δύο απανωτά ταξίδια.

Το πρώτο σ’ ένα μέρος που μου είχαν εκθειάσει πολλοί αλλά δεν είχα επισκεφτεί. Θα βρισκόμουν «εις την Πόλη» (παραφρασμένο στα τουρκικά ‘Ιστανμπούλ’). Κέντρο του κόσμου και Big Apple του Μεσαίωνα. Κανένα άλλο κέντρο δεν ονομάστηκε απλώς "Η Πόλη".

Το δεύτερο μέρος, αντικριστά στον χάρτη (αλλά και στην ιστορία), το αντίπαλο δέος Πόλης κι Ιστανμπούλ, η Βενετία.

Ο ανατολίτης Γιάννης συναντά τον δυτικό, ο κοινωνικός της δουλειάς τον μοναχικό των ταξιδιών κι ο εργαζόμενος τον Γιάννη της ανάπαυλας. Όπως αποδείχτηκε, πολλοί Γιάννηδες στη συσκευασία του ενός και καλό θα ήταν μια αλλαγή στο μενού.

* * *
Ο Σαββόπουλος είπε ότι εάν σε μια οικογένεια χαθεί η μητέρα, η θεία αναλαμβάνει να διηγηθεί στα παιδιά τις ιστορίες από τα παλιά χρόνια και τα μέλη της οικογένειας. Για τους Έλληνες, κατέληξε, μάνα είναι η Κωνσταντινούπολη και θεία η Θεσσαλονίκη. Επηρεασμένος, ένιωσα πράγματι να επισκέπτομαι μια χαμένη πρόγονο. Από την πρώην συμβασιλεύουσα (νυν δήθεν συμπρωτεύουσα) στην αληθινή πρώην Βασιλεύουσα.

Έφτασα αργά και στην πρώτη μου έξοδο η νύχτα μεταμορφώθηκε σε χίλιες και μία. Οι μιναρέδες το βράδυ μου έφεραν εικόνες από τη Βαγδάτη και τον Αλί Μπαμπα.

Μια άλλη παιδική εικόνα ήταν τα παραμυθένια κάστρα - όπως αυτό στις αρχές των ταινιών Ντίσνεϊ. Εκεί βέβαια, πυργίσκοι και μπαλκονάκια υπάρχουν για να χορτάσουν το μάτι, μοιάζουν με αρχιτεκτονική τούρτα. Στην Πόλη εξογκώματα και πυργίσκοι έχουν σκοπό ύπαρξης. Δεν σχεδιάστηκαν έτσι εξ αρχής - εξελίχθηκαν. Συνδέθηκαν μεταξύ τους και συνέδεσαν περιόδους. Με λίγα λόγια, στην Πόλη το παραμύθι είναι αληθινό και λέγεται Ιστορία.

Στο πιο γνωστό σημείο της Κωνσταντινούπολης αναμετρούνται αντικριστά η Αγία Σοφία και το Μπλε Τζαμί. Ο πιστός που θα έφτιαχνε το πιο εντυπωσιακό κτίριο θ’ αποδείκνυε και την ανωτερότητα του θεού του. Τη νύχτα βασίλισσα φαίνεται η Αγιά Σοφιά. Με τις προσθήκες επί χίλια σχεδόν χρόνια (για να στηριχθεί η κεντρική δομή) σχεδόν δεν χωράει στο φακό. Το φως της ημέρας, σε συμφωνία με την πραγματικότητα, φέρνει στην πρωτοκαθεδρία το Ισλάμ. Το Τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ, όπως ονομάζουν το Μπλε Τζαμί οι Τούρκοι, είναι από τα ομορφότερα κτίρια που έχω δει στη ζωή μου.

Ανέκαθεν με συγκινούσε η προσπάθεια του ανθρώπου ν’ αποκρυπτογραφήσει το θείο – αλλά πρώτη φορά ένιωσα εδώ να μου μιλάει μια ξένη θρησκεία. Οι τρούλοι του Μπλε Τζαμιού φαίνονταν ν’ αναπαριστούν ‘γρανάζια του Σύμπαντος’.

Κοιτάζοντάς τους ξανά, άρχισαν να μοιάζουν με μηχανισμό ενός ουράνιου χρηματοκιβωτίου, για το οποίο ο άνθρωπος ψάχνει το συνδυασμό. Σαν διαρρήκτης της αιωνιότητας. Δεν υπήρχαν χρηματοκιβώτια στα 1300 και 1600, αλλά δεν θα με παραξένευε αν η σύλληψή τους έγινε σε θολωτή εκκλησία. Κλικ και παράθυρο.

Μήπως τα βιτρό μεταλλάσσουν σε πετράδια το φως της ημέρας, σχηματίζοντας ένα θεϊκό μενταγιόν;

Με τα ίδια μάτια είδα απέναντι την Αγιά Σοφιά.

Μια κλιμακωτή, πολυεδρική γεωμετρία ενώνει τους δύο ναούς – πολύ περισσότερο απ’ ότι τους χωρίζουν οι θεοί τους.

Βέβαια, τα καλοδιατηρημένα αραβουργήματα δίνουν ένα χαρμόσυνο και κοσμικό τόνο στο Μπλε Τζαμί – η Αγία Σοφία είναι μια κατεστραμμένη εκκλησία. Πένθος και ώχρα σε τεράστια κλίμακα.



Από την άλλη μεριά, παρότι ναός, το Μπλε Τζαμί δίνει την αίσθηση αξιοθέατου. Στην Αγία Σοφία η βυζαντινή υποβλητικότητα κι οι εικόνες αγίων (σε φωτογραφίες, τα ψηφιδωτά είναι κατεστραμμένα) δίνουν την αίσθηση εκκλησίας παρά μουσείου.

Αναρωτιέται κανείς πως θα ήταν στις δόξες της. Απομένουν πέντε ψηφιδωτά όλα κι όλα. Ανάμεσά τους (στο υπερώο και μπροστά στον τάφο του βενετσιάνου Δόγη Ενρίκο Νταντόλα) η "Δέηση": ένα από τα ομορφότερα που έχω δει, με μια απίστευτη φυσικότητα του Χριστού.

Απέναντι στους δύο τεράστιους ναούς της Ανατολής, ο βενετσιάνος Άγιος Μάρκος (με τ' άλογα - λάφυρα από το Ιπποδρόμιο της Κωνσταντινούπολης) θα έδειχνε πολύ μικρότερος. Αλλά κι εκφραστικότερος. Μια μεγάλη διαφορά της δυτικής θρησκείας: η ελευθερία στη φόρμα. Υπαρξιακά: η εξωτερίκευση.

Όσο κι αν τα χρυσά της Δύσης δεν χάνουν τη λάμψη τους στο γκρίζο, σκεφτείτε τα με φόντο καταγάλανο ουρανό. Από την άλλη, πόσο ταιριάζει ο μολυβένιος ουρανός στο τζαμί του Σουλτάν Αχμέτ… Η άποψη από το παράθυρο (και πίσω από τους τρούλους) του χριστιανού αρχιτεκτονικού μονομάχου του.

Εκεί που Ανατολή και Δύση συναντιούνται ακόμα, είναι στις ορδές των τουριστών. Ανάμεσά τους κι εγώ, σαν πίνακας μέσα σε πίνακα ή αντανάκλαση σ’ αντικριστούς καθρέφτες.

Κι αυτό μου φέρνει στο μυαλό δύο ‘Μαντόνες και Παιδί’, των Cosme Tura και Giovanni Bellini στην Πινακοθήκη της Βενετίας. Σαν μορφές που δραπετεύουν, στην πρώτη περίπτωση ο μανδύας της Παναγίας κρέμεται από την κορνίζα – στη δεύτερη ο μικρός Ιησούς πατάει στην κορνίζα, έτοιμος να πηδήξει στον κόσμο. Τι καλύτερος τρόπος να δηλώσεις ότι αυτό που απεικονίζεται δεν είναι αποκύημα φαντασίας;

Στη συγκεκριμένη πινακοθήκη είδα και κάτι που δεν είχα αντιληφθεί και μ’ εξέπληξε: πάντρεμα φλαμανδικής τεχνοτροπίας και βυζαντινισμού.

Δίπλα στον Φλαμανδό βαν Άικ, μια Μαντόνα του Μπελίνι. Στα Πολύπτυχα του βενετσιάνου – όνομα και πράγμα - Λορέντσο Βενετσιάνο, το πάντρεμα είναι πιο έντονο.

Οι βυζαντινές εικόνες διατηρήθηκαν στην Καθολική Βενετία ενώ τα ψηφιδωτά έχουν χαθεί από την Αγιά Σοφιά. Η οξύμωρη ρήση της ορθόδοξης εκκλησίας «καλύτερα οθωμανικό τουρμπάνι παρά παπική τιάρα» ίσως να οφείλεται στην αισθητική εγγύτητα ορθοδοξίας κι Ισλάμ. Τόσο ισχυρή, που λειτουργεί κι αντίθετα.

Τα πιο διάσημα εκθέματα της Πινακοθήκης περιλαμβάνουν Τιτσιάνο, Τιντορέτο και το σκίτσο "ανατομίας" του Ντα Βίντσι (Vitruvian Man) που εκτίθεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (δεν πέτυχα μια απ’ αυτές). Οι αποκαταστάσεις όμως ήταν εξαιρετικά βαριές - όλοι οι πίνακες γυάλιζαν σε απελπιστικό βαθμό, σε μερικούς δεν υπήρχε πραγματικά μέρος να τους δεις χωρίς αντανάκλαση. Κάποτε είδα έναν κατάμαυρο Ντα Βίντσι κι αναρωτιόμουν γιατί εκτίθεται έτσι. Ειλικρινά όμως, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο.

Δεύτερη καλλιτεχνική ατραξιόν οι Μουσικοί της Βενετίας. Αναπαριστώντας την εποχή μπαρόκ, ανεβάζουν σε μια μικρή αίθουσα εναλλάξ την Τραβιάτα (οι φωνές από μέσα έκαναν την είσοδο να τρέμει) και μια σειρά από κλασικά evergreen. Λόγω δουλειάς, δυστυχώς, παρακολούθησα μόνο αυτή τη σειρά.

Στην άλλη μεριά του Μεσαιωνικού χάρτη, υπήρχε μια έκθεση για τη σαγήνη της Ανατολής στην αγγλική ζωγραφική. Πως δηλαδή οι Δυτικοί στο απόγειο του Ρομαντισμού φαντάζονταν τα χαρέμια, τα χαμάμ και τη λαγνεία της Ανατολής. Έμεινα δυστυχώς στον τίτλο, πάλι λόγω δουλειάς. Το κτίριο Πέρα όπου γινόταν η έκθεση, σημαδεύει την αρχή της ομώνυμης πρώην ελληνικής συνοικίας. Μου έκανε εντύπωση που οι ντόπιοι δεν την είχαν ακουστά, μέχρι που ένας μεγαλύτερος σε ηλικία, μου εξήγησε ότι αυτό είναι το παλιό της όνομα – και πλέον άγνωστο. Η ελληνική συνοικία Πέρα εκτείνονταν μέχρι το Ταξίμ (στο βάθος ο πύργος του όπως φαίνεται από το Τοπ Καπί).

Το χαμένο ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, με βοήθησε να μετριάσω και μια αντιφατική στάση, που είναι μάλλον κοινή στους «προοδευτικούς Έλληνες». Η άνεσή μου να κατηγορήσω την Ελλάδα για τις διώξεις προς εθνικές μειονότητες, ερχόταν σε αντίφαση με την ενοχή να κατηγορήσω Άλλους για διώξεις του ελληνισμού. Το καταλάβαινα και μ’ ενοχλούσε - αλλά ένιωθα την υπεράσπιση του ελληνισμού σαν αλυτρωτισμό. Εδώ η Κωνσταντινούπολη βοήθησε λειτουργώντας σαν αντανάκλαση της δικής μου πόλης. Ομολογώ ότι χάρηκα να περπατάω στην πρώην ελληνική συνοικία, λυπήθηκα για τους Έλληνες που διώχθηκαν από εκεί σαν θλιβερό και μέγα λάθος των Τούρκων - όπως λυπάμαι για τη χαμένη πολυπολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης. Κι όπως μπορώ και κάνω πολυπολιτισμικό προσκύνημα στην πόλη μου, έτσι μπορώ να κάνω ελληνικό προσκύνημα στην Κωνσταντινούπολη. Η βάση είναι ανθρώπινη αλλά συγχρόνως, μιλάω για δικά μου πράγματα: νιώθω το ίδιο ‘χαμένος’ όταν το διαφορετικό αφανίζεται από το μέρος μου κι όταν κάτι δικό μου αφανίζεται μακριά. Προσκύνημα – όχι έφοδος ούτε όνειρα για κατακτήσεις.

Πιο βαθιά πάει τ’ ότι στην Κωνσταντινούπολη χάρηκα με τον ήχο καμπάνας. Δεν ήταν μόνο ένα απομεινάρι ελληνισμού. Το ‘νταν’ μου θύμισε ότι μια "σωστή ορθοδοξία" μπορεί ν’ αποτελέσει σημαντικό εφόδιο για την Ελλάδα. Ίσως αυτή η αίσθηση έχει σχέση με τον τρόπο που εγώ αισθάνομαι Έλληνας. Σαν τον Εγγονόπουλο, «Χριστιανός μπορεί να μην είμαι, Ορθόδοξος όμως είμαι σίγουρα». Αναφέρομαι στην κατάνυξη του Επιταφίου, στη γιορτή της Ανάστασης, στο βυζαντινό μακρόσυρτο όπου δεν ξέρεις αν ο λαϊκός τραγουδιστής μιμείται το ‘αμήν’ ή ο παπάς το ‘αμάν’. Και γιατί είναι τόσο κοντά ηχητικά τα δύο. Με τον τρόπο που το εννοώ, μια «σωστή θρησκεία» αποτελεί εφόδιο για κάθε κράτος - και το αισθητικό σφράγισμα τόπου και θρησκείας, δεν μπορεί παρά να ισχύει, φυσικά, για όλους.

Όσο κι αν βρίσκομαι μακριά από θρησκείες, λίγα πράγματα μου προκαλούν τόσο θαυμασμό όσο οι πραγματικές αναζητήσεις του θείου - και λίγα τόση απέχθεια όση ο ανορθολογισμός, η δεισιδαιμονία κι η εκμετάλλευσή τους. Σε σημείο να μην πιστεύω πλέον απόλυτα στο σεβασμό της πίστης των άλλων – γιατί δεν πιστεύω στο σεβασμό της ηλιθιότητας. Γέλασα όταν στο Τοπ Καπί είδα το χέρι και το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Μεταξύ άλλων, τα ίδια ακριβώς λείψανα υπάρχουν και στο Άγιο Όρος οπότε, εκτός κι αν έγινε Λερναία Ύδρα ο άγιος… να μην το συνεχίσω. Και γέλασα με την καρδιά μου στα ισλαμικά αντίστοιχα: μια σειρά μπουκαλάκια με «Το Γένι του Προφήτη» κι ένα χρυσοδεμένο αντικείμενο με ταμπέλα «Το Δόντι του Προφήτη». Στο διπλανό δωμάτιο έπεσα πάνω σ’ ένα μουεζίνη – νόμισα ότι στο μουσείο ακούγονται ηχογραφημένες ψαλμωδίες. Στην άλλη πλευρά, ένα αγαπημένο μου ναπολετάνικο τραγούδι, το Santa Lucia, παρά λίγο να μαγαριστεί όταν μπήκα στην εκκλησία της κι είδα το λείψανό της.

* * *
«Μάντεψε, κοπίασε, νιώσε: Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος» λέει ο Ελύτης. «Όποιος θέλει να χάσει τη ζωή του θα την κερδίσει» είπε ο Χριστός. Επιτρέψτε μου κάποια παραδείγματα από τον τρόπο που βλέπω ν’ αποκαλύπτεται η μυστηριακή σύμπτωση των αντιθέτων. Εξω από θρησκείες - με βάση το αγαπημένο μου χόμπι, τη φωτογραφία.

Η Βενετία είναι ο παράδεισος του φωτογράφου. Από τα παλιά χρόνια (του interail) έλεγα πως εκεί μπορείς να κρατάς τη μηχανή πατώντας το κλείστρο στα τυφλά - πάλι θα βγάζεις πανέμορφες εικόνες.

Για τον ίδιο λόγο, η Βενετία είναι και κόλαση του φωτογράφου. Η απόλυτη γραφικότητα εκμηδενίζει το θέμα - είναι από μόνη της καρτ ποστάλ.

Κι από αυτήν την άποψη, η απόλυτη γραφικότητα μοιάζει με την απουσία θέματος. Οι δύο – αντίθετες – περιπτώσεις εμπνέουν εξίσου το ψάξιμο για ‘παράξενες’ κι αντισυμβατικές γωνίες ώστε να αξίζουν ένα παραπάνω βλέμμα.

Το δεύτερο παράδειγμα ήταν ένα μαγευτικό άνοιγμα των σύννεφων στο Θερμαϊκό, όταν νεότευκτος στην ψηφιακή μηχανή τράβηξα καμιά εκατοστή λήψεις. Με τόσες φωτογραφίες σχεδόν όμοιες, ένιωσα σαν να μην είχα καμιά. Η ψηφιακή φωτογραφία μας απελευθέρωσε από την αμετακλητότητα και το κόστος του φιλμ, αλλά το παλιό αίσθημα "κάθε λήψη μετράει" έκανε το βλέμμα μας ν’ αξίζει περισσότερο.

Τελικά, διέξοδος από την τέλεια γραφικότητα μπορεί να είναι διάφορα πράγματα.

Η στιγμή…

Η οπτική…

Η λεπτομέρεια…

Το χρώμα…

Το οξύμωρο…

Η τυχαία γεωμετρία της φύσης…

Η έκπληξη…

Αλλά και οι γέφυρες. Στη Βενετία είναι πόσες πολλές που σε κάνουν ν’ αναρωτιέσαι για τη φυσικότητα να περνάει ο άνθρωπος πάνω απ' το κενό. Ή κάποιος περαστικός, μοιάζει μ’ έκπληξη που αποκαλύπτεται σκαλί-σκαλί. Η τελευταία γέφυρα της Βενετίας σχεδιάστηκε από τον Καλατράβα (και θυμίζει τις αψίδες στ’ Ολυμπιακό Στάδιο).





Και τέλος, μια κατασκευή-δώρο έξω από τον σταθμό. Ιδέα δεν είχα σε τι χρησίμευε.




Μέχρι και το μοντέλο ξάπλωσε ηδύπαθα να φωτογραφηθεί. Πάλι σαν πίνακας μέσα σε πίνακα.


Λόγω της δουλειάς, οι περισσότερες εικόνες μου είναι την αυγή, όπου ανακάλυψα ξανά το δώρο του απαλού φωτός…





...ή τη νύχτα, με αστικά τοπία πάνω στο νερό.




Το νερό είναι σήμα-κατατεθέν της Βενετίας - και μόνο εκεί θα μπορούσες να δεις να βγαίνουν ψάρια κάτω από την εξώπορτα και να μην ανησυχείς.

Τουλάχιστον για τους ψαράδες, η ζωή έμοιαζε να είναι πιο δύσκολη στην Ιστανμπούλ. Κλασική εικόνα η γέφυρα του Μαρμαρά – όπου το ψάρεμα γίνεται εικαστικό δρώμενο. Ένας ράθυμος στρατός με καλαμένιες σάρισες.

Για τους κατοίκους της Ιστανμπούλ όμως, το νερό είναι και το απόλυτο σύμβολο ένωσης Ανατολής-Δύσης, Ευρώπης-Ασίας, Οθωμανικής αυτοκρατορίας και Νεοτουρκικού κράτους. 'Ενας απτός τρόπος άμβλυνσης των εθνικών τους αντιφάσεων. Από τα ευρωπαϊκά παράλια, η Τουρκία μάλλον φαίνεται να φέρνει την Ανατολή στην Ευρώπη, παρά το αντίθετο.

Ως ένα βαθμό, εδώ ανήκουμε κι εμείς. Λέμε για τους Ιταλούς τη φράση ‘ούνα φάτσα ούνα ράτσα’ αλλά ισχύει μάλλον για τους γείτονες της άλλης πλευράς. Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε μέρος τόσο κοντά στην κουλτούρα μου όσο στην Κωνσταντινούπολη. Οι φάτσες μας είναι ίδιες, η γλώσσα μας έχει πολλές κοινές λέξεις, η κουζίνα είναι παραπάνω συγγενική. Που αλλού θα δείτε σε βιτρίνες εστιατορίων γεμιστά, διάφορα φαγητά με μπεσαμέλ, άγνωστα είδη πεϊνιρλί, προφιτερόλ, μια σειρά από είδη μπακλαβά, λουκούμια, κτλ; Αφήστε που μου μπήκε η ιδέα ότι εάν κάποιος θέλει να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ Συμβασιλεύουσας και Βασιλεύουσας, δεν έχει παρά να δοκιμάσει τα κουλούρια της τελευταίας.

Στους αυτοκινητόδρομους διαβάζεις ‘γιαβάς’ – χωρίς ν’ ακολουθεί ‘slow’. Οι μικροί δρόμοι λέγονται σοκάκ, τα μικρά ξενοδοχεία ‘κονάκ’, τα πλοία ‘βαπόρ’. ‘Χαβάς’ σημαίνει ‘αέρας’ (εννοούμε δηλαδή κάποιον που είναι χαμένος στα σύννεφα). Πως το κατάλαβα; "Havalimani - Airport". Άρχισα να σκέφτομαι διάφορες γλωσσικές ρίζες. Εάν μερεμέτι σημαίνει ‘επιδιόρθωση’, ‘σουλτάν μερεμέτ’ είναι η «επιδιόρθωση» που κάνει η σκληρή εξουσία. Ρώτησα τους Τούρκους και δεν έχουν παρόμοια φράση – μάλλον την έβγαλαν οι Έλληνες, σαν υπόδουλος λαός, χρησιμοποιώντας όμως τη γλώσσα του κατακτητή.

Αρχιτεκτονικά, αντικαθιστώντας το χριστιανικό καμπαναριό με το ισλαμικό αντίστοιχό του, τον μιναρέ (συνήθως τέσσερις), μια βυζαντινή εκκλησία μετατρέπεται σε κλασικό τζαμί. Κι αντίστροφα. Εδώ το τζαμί του Σουλεϊμάν, που αναστηλώνεται.

Κι οι οπτικές αναφορές στη Θεσσαλονίκη - η θάλασσα και τα κάστρα. Αρκετές φορές θυμήθηκα τον στίχο για «τους κήπους, πλάι σε κάστρα και μπαλκόνια».

Παρόλα αυτά, τελικά δεν γύρισα με τις καλύτερες εντυπώσεις. Είχα πάει γεμάτος προσμονή για κάτι εξαίσιο που θα με συναρπάσει - και βρήκα μια μεγαλούπολη χαοτική, αγχωτική, με κάτι κοινό αλλά και παρωχημένο. Άγριο. Το κυκλοφοριακό με έφερε σε απόγνωση - και ο τρόπος που οδηγούν μ' άφησε άναυδο. Κάποια από τα πράγματα που κάνουν, αν τα έκαναν σ' ελληνικούς δρόμους (που δεν είναι υπόδειγμα νομιμότητας) θα ήταν και το τελευταίο της ζωής τους. Είδα αυτοκίνητο να περνάει από τη διπλανή λωρίδα όλη την ουρά πριν τα διόδια και να χώνεται σφήνα εκεί που η νησίδα επιτρέπει μόνο ένα. Το παζάρι, σαν πρακτική, είναι εντελώς έξω από την ιδιοσυγκρασία μου. Σε σημείο να θυμώνω – δεν καταλαβαίνω τι θα πει «πόσο θέλω να πληρώσω». Ρώτησα την τιμή και δεν θέλω να συζητήσω πόσα βγάζει ο έμπορος για να δούμε πόσα θα δώσω. Αυτό το "my friend" και "you are from Greece? OK, special price for you!" με νευριάζει. Είχα δει μια ζωγραφιά της Κωνσταντινούπολης που μου άρεσε - ήθελα να τη συνδυάσω με μια εικόνα-χαρακτικό της Θεσσαλονίκης. Ο πωλητής ζήτησε μια εξωφρενική τιμή – έφυγα αλλά έτυχε να είναι δίπλα στο ξενοδοχείο μου. Την επόμενη μέρα με φώναξε καθώς άνοιγε. Ντε και καλά να του κάνω το κέφι επειδή είναι πρωί. Έχασα την υπομονή μου: μόνο για σένα είναι πρωί, για μένα δεν είναι να μου κάνεις εσύ το κέφι;

Η Ιστανμπουλ έχει 14 εκατομμύρια (σύμφωνα με μερικούς 24). Πως έτυχε και γνώρισα τόσους πολλούς μ’ ελληνικές ρίζες δεν το κατάλαβα. Ως κι η ξενοδόχος είπε πως ήταν από την Κρήτη (ας μην πω πολλά για το ξενοδοχείο, την καθαριότητα, την εξυπηρέτηση και τη σχέση τιμής-ποιότητας). Μια νεκρή κατσαρίδα στο δωμάτιό μου για τρεις μέρες δεν επιτρέπεται, κάποτε πρέπει να τη μαζέψει. Και πληρώνεται με τιμή τεσσάρων αστέρων στην Αθήνα!

Τέλος, οι τύποι του tourist information και taksi information που με προσεγγίζουν στο δρόμο, λες κι η φωτογραφική μηχανή κουδουνίζει "εδώ βλάκας, εδώ τα καλά ευρώ"… ας το πω στην κοινή γλώσσα μας: Άι σιχτίρ.

Όχι, δεν γύρισα με τις καλύτερες εντυπώσεις από την Κωνσταντινούπολη. Τα είπα και ξεθύμανα. Όντως γνώρισα εξαιρετικά φιλικούς ανθρώπους, μια κυρία με την κόρη της (δήλωσε Πόντια) παρέκλινε σημαντικά από τον δρόμο της για να με πάει εκεί που ήθελα, καταστηματάρχες μου έσφιξαν το χέρι χωρίς λόγο, αλλά τ’ αρνητικά από το χάος, την μπαμπεσιά και την επιθετικότητα ήταν περισσότερα. Ονόμασα την Ιστανμπούλ μια ‘μπέσα μπαμπέσα’. Πιθανόν να είμαι απλώς πιο ευρωπαίος απ’ ότι πίστευα. Για να μιλήσω για τη φιλικότητα μόνο στα δύο απανωτά ταξίδια: εκεί που ο φιλικός Τούρκος, εάν είναι ειλικρινής μπορεί να βγάλει το βρακί που φοράει, ο φιλικός Ιταλός σου βγάζει το καπέλο, ενδιαφέρεται να σε βοηθήσει πρακτικά. Φυσικά, παίζει ρόλο τ' ότι μιλώ ιταλικά - στην Ιταλία αυτοί που μιλούν αγγλικά είναι λιγότεροι απ' αυτούς που έχουν διδακτορικό. Στην Τουρκία το γλωσσικό εμπόδιο ήταν ανυπέρβλητο.

Και κάποιες φορές, σε βοηθάει κάποιος παρά τη θέλησή του. Βράδυ, μετά την Πλατεία του Αγίου Μάρκου, όλοι ψάχναμε την τέλεια απεικόνιση της πανσέληνου πάνω από τα κανάλια (πουθενά δεν είδα τόσο κόσμο με τρίποδες!). Σε μια γέφυρα ένας μαύρος μικροπωλητής, απηυδισμένος από τους τουρίστες στήθηκε "τυχαία" μπροστά μου. Μια αυθόρμητη πράξη κακίας ενός μη προνομιούχου προς τους ξέγνοιαστους τουρίστες.

Βλέπω σ’ αυτήν τη φωτογραφία διάφορα πράγματα: τον μετανάστη στο σκοτάδι της ευρωπαϊκή πόλης, το φεγγάρι που εμπνέει βαθιές κι υπαρξιακές σκέψεις για κάποιον που είναι μακριά από την πατρίδα του… Αλλά υπάρχει και κάτι δυσάρεστο. Δεν είναι ότι τελικά βρέθηκα με μια καλή φωτογραφία, αλλά ότι αυτό έγινε χάρη σε κάποιον που μου "στέρησε αυτό που δεν μπορούσε να μου δώσει". Στο διάσημο περιστατικό της ιστορίας, ο Μεγαλέξανδρος που έκρυβε τον ήλιο τραβήχτηκε – και κατέληξε κατακτητής της Ανατολής. Από αυτήν την άποψη, η επιθετική στάση του μετανάστη, ίσως δυστυχώς να είναι δείγμα μιας προδιαγεγραμμένης ήττας.

Είδατε πως είπα πολλά. Το τελευταίο πράγμα που θέλω να πω, είναι πως έχω βαρεθεί πλέον να ταξιδεύω μόνος. Στην αρχή το επιζητούσα και το απολάμβανα - έκανα ό.τι ήθελα όταν το ήθελα όπως το ήθελα. Τελικά όμως αυτή η μοναχική περιήγηση, κάνει τα μέρη καταλόγους πόλεων. Δεν έχω κάποιον να μοιραστώ την ιδιαιτερότητα της στιγμής. Δεν ξέρω, ίσως "με έχω φάει στη μάπα" πολύ τελευταία κι έφτασε ο καιρός ν' αποκτήσω μια ...απόσταση από τον εαυτό μου. Παραγνωριστήκαμε μου φαίνεται. Από την άλλη μεριά, βέβαια, εάν ταξιδέψω με άτομο της δουλειάς που δεν ταιριάζω, θα επιζητώ τη μοναξιά ξανά. Και εάν κάποιος αναρωτηθεί "καλά, τόσο δύσκολο είναι να γνωρίσεις κάποιον για μια βόλτα;" απαντώ ότι πρώτον δεν βγαίνεις για να περάσεις χαλαρά με κάποιον που έχεις επαγγελματική σχέση και δεύτερον, ναι, όσο πάει γίνεται και πιο δύσκολο. Άλλο ο μοναχικός εικοσάρης κι άλλο ο μοναχικός σαραντάρης.

Όσο για τις συντροφιές, φιλικές ή επαγγελματικές, δεν θα μ’ άκουγαν για πολύ αν τους έλεγα όλα αυτά. Ίσως γι αυτο γράφω εδώ. Το πιο ταιριαστό μέρος για προσωπικές, μοναχικές σκέψεις είναι ένα μπλογκ. Τουλάχιστον τα βγάζω από μέσα μου.

Τελειώνω με μια σειρά από φωτογραφίες αγνώστων στο δρόμο. Άνθρωποι που γέμισαν τις εικόνες των στιγμών ανάπαυλας - και που δεν γνώρισα.

I








V