Ιουλίου 16, 2007

Μια πόλη ζωντανή στον κυριακάτικο Ιούλη

Ο Αλατζά Ιμαρέτ βρίσκεται σε γειτονιά μεταναστών. Πάει να πει, σε μια συνοικία που δεν πάει κανείς συχνά, παρά μόνο σαν περαστικός ή επειδή έχει κανονίσει να πάει (και χώνεται κατευθείαν) στην 'Αίγλη'. Η τελευταία είναι χώρος χειμερινών συναυλιών και το καλοκαίρι, ανοιχτός κινηματογράφος. Συμπτωματικά και αυτή είναι οθωμανικό μνημείο – το αυθεντικό της όνομα είναι Γενί Χαμάμ.

Μιλούσα με τον ταξιτζή για την τελευταία φορά που πήγα εκεί. Μια φίλη από την Κρήτη συμμετείχε σε έκθεση φωτογραφίας στο Γενί Τζαμί (άλλο οθωμανικό μνημείο) και θα παραλάμβανα τα έργα της την τελευταία μέρα. Ο ταξιτζής όμως με πήγε στην Αίγλη. Ούτε εγώ ήμουν σίγουρος που ήταν το Γενί Τζαμί – αλλά η Αίγλη ήταν θεόκλειστη. Ρώτησα τους περίοικους και μου είπαν για ένα κοντινό κτίριο: βρέθηκα φάτσα-κάρτα με ένα υπέροχο κτίσμα, περικυκλωμένο σε απόσταση αναπνοής από πολυκατοικίες. Έτσι γνώρισα τον Αλατζά Ιμαρέτ. Ευτυχώς ένα τηλεφώνημα στην Κρήτη μας αποκάλυψε τη διεύθυνση του Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη και παρέλαβα τα έργα. Βρισκόταν κοντά στη γειτονιά μου.

Στην επιστροφή έλεγα αγανακτισμένος στον ταξιτζή για το συνάδελφό του που με πήγε στην άλλη άκρη της πόλης. «Ε, που να ξέρει; Εμείς είμαστε Έλληνες, ακούμε τούρκικα ονόματα και γυρνάμε από την άλλη». Στο σημερινό ταξιτζή δεν τα είπα όλα (ποτέ δεν ξέρεις με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις) απλώς παρέθεσα μερικά μνημεία της πόλης, σχολιάζοντας πόσο παράξενο είναι να μην ξέρουμε που βρίσκονται.

Η ομορφιά του Αλατζά Ιμαρέτ μου είχε μείνει στο μυαλό και διάλεξα μια Κυριακή του Ιούλη να τον επισκεφτώ. Η πόλη ήταν άδεια και θα μπορούσα να τον τριγυρίσω με την ησυχία μου, να καθίσω στον κήπο του, να βγάλω φωτογραφίες χωρίς περαστικούς, αυτοκίνητα και περίεργους. Αλλά ο Αλατζά Ιμαρέτ βρισκόταν σε γειτονιά μεταναστών. Αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ξαφνικά, βρέθηκα σ’ ένα μέρος που έβριθε από ζωή: μια ολοζώντανη πόλη μέσα στην υπόλοιπη άδεια. Άνθρωποι κάθονταν στα πεζοδρόμια, κοιτούσαν από τα μπαλκόνια, τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά (κυρίως καφενεία, μπιλιάρδα και καπνοπωλεία). Ήθελα ν’ αγοράσω τσιγάρα αλλά δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με τον μαγαζάτορα - φαίνεται εξυπηρετεί μόνο συμπατριώτες του.

Η αλήθεια με σκούντηξε με τον πιο φυσικό τρόπο: οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν λεφτά για παραλίες. Η Χαλκιδική, τους πέφτει πιο μακριά απ’ ότι σε μας. Και η γειτονιά τους είναι μια γειτονιά από άλλα μέρη – ενώ για την ίδια τη Θεσσαλονίκη, από άλλον καιρό.

Στον κήπο του μνημείου συζητούσαν δύο γριές, μια με χρωματιστή ρώσικη μαντίλα και μια ελληνίδα στα μαύρα από άλλη εποχή. Τους έδενε η γειτονιά και η κοινή οικονομική θέση; Έτσι θα έλεγαν κάποιοι αριστεροί της παράδοσης. Υπάρχει όμως μια πιο βαθιά παράδοση. Η τρίτη ηλικία, όπως τα μωρά, εκπέμπει κάτι πανανθρώπινο. Αν η μοίρα μοιάζει με κοινή πατρίδα, μετά από κάποια χρόνια γινόμαστε συμπατριώτες. Είναι φυσικό η ηλικία και το βάρος της να στρογγυλεύουν τις διαφορές (ιδίως σε λαούς βασανισμένους). Αλλά και παντού, μετράς πόσα πέρασες και πόσα σου μένουν με δέκα δάχτυλα. Είναι τα πιο πανανθρώπινα μαθηματικά. Τα οποία είναι καλό – και μπράβο σε όποιον – τα μετρά με παρέα.


Ένα αίσθημα παρέας που δεν συναντάμε πλέον συχνά, θα έβλεπα κι αργότερα. Ήμουν στην πόλη μου με τους παραδοσιακούς συμπολίτες μου απόντες – και κοιτούσα τα μέρη της κατειλημμένα από άλλους.

Για καλή μου τύχη, βρήκα την πόρτα μιας πολυκατοικίας και την ταράτσα ανοιχτές και μπόρεσα να δω τον Αλατζά Ιμαρέτ από ψηλά. Η ένοικος του ρετιρέ με αντιλήφθηκε κι ανέβηκε αρκετές φορές – την τελευταία με απείλησε ότι θα φωνάξει την αστυνομία. Η καημένη, είχε κλειδώσει την πόρτα της ταράτσας χωρίς να την κλείσει πρώτα (η ‘γλώσσα’ της κλειδαριάς έχασκε έξω) και ήταν πεπεισμένη ότι την είχα παραβιάσει. «Τι κοιτάς τώρα, εκεί δεν υπάρχει τίποτα!» και «Μπήκαν στο διαμέρισμά μου και δεν μπορώ!». Ούτε ο πληθυντικός μου, ούτε το χαμόγελό μου, ούτε η λογική μου μπόρεσαν να την καθησυχάσουν κι έφυγα. Η Θεσσαλονίκη, όμως, μου φαινόταν συμβολική και σε στρώσεις από εκεί ψηλά. Μπροστά μου η Αίγλη (το οθωμανικό Γενί Χαμάμ), πίσω η βυζαντινή Βασιλική του Αγίου Δημητρίου, μια στρώση από τη σύγχρονη πόλη και στο βάθος – το μόνο απαράλλαχτο σε όλες τις περιόδους - η θάλασσα.


‘Παρά ιστορίας αλός’ για 2.300 χρόνια η Θεσσαλονίκη. Στο παρόν η ένοικος ηρέμησε κι εγώ πήρα το δρόμο της επιστροφής προς το κέντρο. Η αρχαία αγορά αποδείχτηκε δυο βήματα – έκανα μια στάση, ο μόνος επισκέπτης και... ζήλεψα όσους έχουν ειδική άδεια. Η αγορά της εποχής του Γαλερίου ήταν σκεπαστή αλλά δεν επιτρέπεται η περιήγηση από κάτω της, για λόγους ασφαλείας. Η επόμενη φωτογραφία είναι των αδελφών Ζαρζώνη (Γιάννη και Γιώργου) από τη Θεσσαλονίκη με ειδικότητα και trademark τις πανοραμικές φωτογραφίες.


Αμέσως μετά η Πλατεία Ελευθέριου Βενιζέλου και η δεύτερη έννοια της παρέας. Πάντα ένιωθα μια κρυφή περηφάνια για τα πολιτικά ‘πηγαδάκια’ της Ομόνοιας – όσο κι αν ήταν φτιαχτά και οι ‘ειδήμονες’ βαλτοί των κομμάτων. Ακόμα και μέσα στην παρακμή τους, μου έφερναν κάτι από την Εκκλησία του Δήμου, τότε που οι Αθηναίοι συζητούσαν τα ‘κοινά’ στο κέντρο της πόλης. Είχαμε και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ‘πηγαδάκια, αλλά ήταν πιο φτιαχτά από των Αθηνών και δεν αποτελούσαν ‘βαρόμετρο’ σε οποιοδήποτε περίοδο.

Στην Πλατεία Βενιζέλου παιζόταν ένα παράξενο σκάκι χωρίς πόλεμο. Τα μαύρα τετράγωνα φτιάχνονταν από τις σκιές των δένδρων και τα άσπρα από το μεσημεριάτικο ήλιο. Μέσα στα μαύρα ‘τετράγωνα’ (γιατί ήταν ακανόνιστα πολύεδρα) μαζεύονταν είτε παρέες, είτε περιστέρια. Ποτέ και οι δυο μαζί. Το ενδιαφέρον ήταν να βλέπεις τους δυο αδιάφορους στρατούς αντικριστά – και μετά, την εφευρετικότητα και άνεση των πρώτων. Κάτω από ένα δένδρο είχε στηθεί σωστό πανηγύρι με μια νταμιτζάνα ρετσίνα, κοψίδια και καρέκλες καφενείου. Κάτω από ένα άλλο, κάθονταν σε τενεκέδες και καρέκλες γραφείου με ρόδες (πού τις βρήκαν;). Παραπέρα μια μικρή παρέα σε πεζούλια.



Δεν ξέρω αν αυτό ήταν πολιτική Εκκλησία του Δήμου – αλλά ήταν σίγουρα καλοκαιρινή. Η οικειοποίηση της πόλης (ενός από τα πιο κεντρικά της σημεία για την ακρίβεια) από όσους ξέμειναν πίσω. Τους συνταξιούχους και τους πιο μόνιμους θαμώνες, τα περιστέρια.

Λιγότερο από εκατό μέτρα παρακάτω η πόλη επανέρχεται στους καλοκαιρινούς ρυθμούς. Το Μοδιάνο και το Καπάνι, τα δύο εβραϊκά τοπωνύμια του (καθαρά ανατολίτικου) παζαριού είναι σιωπηλά κι έρημα. Από το λαϊκό θέατρο που στήνουν οι πωλητές, κι όπου κανονικά δεν μπορείς να περπατήσεις ή ν' ακούσεις τον διπλανό σου, απομένει το σκηνικό: έρημοι διάδρομοι, κενά τσιγκέλια, τέλεια τακτοποιημένοι πάγκοι. Σαν να ρίχνεις ματιές στα παρασκήνια του πιο αναγκαίου θεάτρου, αυτού της επιβίωσης πωλητών κι αγοραστών. Βέβαια, οι φασαρίες , οι φωνές και τα καμώματα δεν στήνονται μόνο για χάρη του ανταγωνισμού. Δηλώνουν πως η επιβίωση δεν είναι αρκετή, πρέπει να την κάνεις και θέμα.



Μέσα από έρημους πλέον δρόμους βαδίζω προς την οδό Φράγκων, όπου μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα ζούσαν οι δυτικοί διπλωμάτες και υπήκοοι. Σήμερα, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα εμπορικά είναι χωμένη η Καθολική εκκλησία της Θεσσαλονίκης, ο Άγιος Μηνάς. Εδώ με έφερε ο Mazower και ψάχνω κάτι από το 1859.

Ο Τζον «Τζάκι» ‘Άμποτ ήταν Έλληνας στο θρήσκευμα, Βρετανός στην υπηκοότητα. Την περιουσία του αρχικά την έφτιαξε πουλώντας βδέλλες, που ήταν απαραίτητες στους ντόπιους θεραπευτές. Μα οι βδέλλες είχαν κι άλλη σημασία, γιατί ο Άμποτ είχε χρησιμοποιήσει τα λεφτά του για να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους τοκογλύφους της περιοχής.

Στη διάρκεια της επίσκεψης του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ, ο Άμποτ πήρε το δικαίωμα και τον κάλεσε στο αρχοντικό που είχε φτιάξει στο Ουρεντζίκ (σημερινό Ρεντζίκι). Δεν μπορεί να πει κανείς ότι τσιγκουνεύτηκε τα έξοδα για την περίσταση. Έβαλε να φαρδύνουν το δρόμο και να χτίσουν νέες γέφυρες. Αγόρασε χαλιά από τους ντόπιους εμπόρους για να σκεπάσει όλη τη διαδρομή των εννιά ως έντεκα χιλιομέτρων που θα έπρεπε να διασχίσει η αυτοκρατορική άμαξα.

Τελικά η άμαξα του Αμπτούλ Μετζίτ έφτασε στην ιδιοκτησία του Άμποτ. Ο σουλτάνος ήταν έτοιμος ν’ ακουμπήσει το πόδι του στο στρωμένο με χαλί έδαφος, όταν ο ουρανός συννέφιασε κι ακούστηκε ένα αστραποβόλι: προληπτικός καθώς ήταν, αρνήθηκε αμέσως να κατέβει.

Η ιστορία, όπως την αφηγούνταν τουλάχιστον, σηματοδοτούσε την απαρέσκεια των επουράνιων δυνάμεων για τις αμαρτίες και την ξιπασιά του Άμποτ, ο οποίος τρεφόταν από το φτώχεμα της πόλης και συνέβαλε σ’ αυτό. Η οικογένεια Άμποτ παρέμεινε ισχυρή στη Θεσσαλονίκη για άλλη μια γενιά. Ήταν όμως άνθρωποι σπάταλοι κι εριστικοί και τα λεφτά τους σύντομα σώθηκαν. Σήμερα, σε μια γωνιά της οδού Φράγκων, ο φιλοπερίεργος διαβάτης μπορεί να διακρίνει μεσ’ από τις ακλάδευτες φτέρες και τις ακακίες ένα εγκαταλειμμένο νεοκλασικό μνημειακό άγαλμα μιας καθιστής γυναίκας: είναι το τελευταίο απομεινάρι της ιδιοκτησίας των Άμποτ.

Η περιήγηση σε μια άγνωστη – αλλά δημόσια - Θεσσαλονίκη είχε τελειώσει. Στον Αλατζά Ιμαρέτ, απ’ όπου ξεκίνησα, γινόταν μια έκθεση της Μπιενάλε (τίποτα το συνταρακτικό, άψογη εξυπηρέτηση ενώ σε μια αίθουσα προβαλλόταν μια ταινία). Σε λίγο θα ξεκινούσα τη βόλτα μου: από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, τους φυλακισμένους του καλοκαιριού και κατακτητές της άδειας πόλης, τα παρασκήνια του λαϊκού θεάτρου, μέχρι απομεινάρια από κάποιον καταραμένο – και άγνωστο πλέον – τοκογλύφο. Σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι.


Το κείμενο για τον Άμποτ είναι απόδοση από το ‘Θεσσαλονίκη –Πόλη των Φαντασμάτων’ του Mark Mazower (σελ. 199-201)

11 σχόλια:

david santos είπε...

Οι ευχαριστίες για την εργασία σας και έχουν μια καλή ημέρα

Yannis H είπε...

david Santos obrigado!

:) Lisboa is one of the most beautiful cities I've ever been - and one of my best friends in life lives there. Thanks again!

arch_s είπε...

to vivlio einai fovero (protimoteri i aggliki ekdosi, i elliniki poly xarti kai megala grammata)_o pappous mou+oi filoi tou (anemeloi bon viveur tis epoxis) arxes tou '20 pigainan sti 8essaloniki gia na diaskedasoun kai exw eikones cardpostal gia tin poli (para ti dikes mou sygxrones). Nice :)

Yannis H είπε...

arch_s, καλημέρα!
Έχω και τις δύο εκδόσεις - το ελληνικό είναι όντως τεράστιο και δεν διαβάζεται στο κρεβάτι (όπου μ' αρέσει να διαβάζω) ενώ το αγγλικό παραείναι μικρό, σαν να αδικεί τον εαυτό του.

Αλλά τελικά, σημασία έχει το περιεχόμενο :)

Θα ήταν καλό να γράψεις γι' αυτές τις "εικόνες καρτ-ποστάλ" που αναφέρεσαι.

doctor είπε...

Τι όμορφο ταξίδι!

Υπέροχο οδοιπορικό και μην κακολογείτε την ένοικο του ρετιρέ.
Φρόντισαν τα δελτία των 8 να μας πείσουν ότι οι αλλόχρωμοι και αλλόγλωσσοι είναι όλοι εγκληματίες και όσοι δεν είναι αποτελούν εξαίρεση.

doctor

Yannis H είπε...

Doctor να 'σαι καλά! :)

Και ναι, έχεις δίκιο - όσο και αν η επιμονή της ήταν κουραστική, δεν την κακολόγησα. Στο κάτω-κάτω, σκεφτόμουν για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ταράτσας. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι είχα το δικαίωμα να είμαι εκεί...

N.Ago είπε...

Παντα τετια ομορφα ταξιδια!!!

Yannis H είπε...

N.Ago νάσαι καλά - κι εσύ πάντα τέτοιες όμορφες και τρυφερές πράξεις, σαν αυτή για το Kalivaci!

τουκιθεμπλομ είπε...

Έχετε υπέροχες φωτογραφίες, συγχαρητήρια.
-ένας χαμουτζής.

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια για το οδοιπορικό αλλά θα ήθελα να κάνω μια μικρή παρατήρηση το άγαλμα στο νεοκλασικό της Φράγκων, δεν είναι απομεινάρι των Αμπότ αλλά της Οθωμανικής τράπεζας, είναι η τραπεζική πίστη, τουλάχιστον αυτή την ιδιότητα της αποδίδουν οι αρχαιολόγοι της 4ης Εφορίας νεωτέρων μνημείων Θεσσαλονίκης.

Φιλικά
Jim giann

Yannis H είπε...

Jim giann, ευχαριστώ για την πληροφορία. Ο Μαζάουερ βέβαια εξέδωσε το βιβλίο το 2004 - άρα, υποθέτω πως λίγα χρόνια πριν το 2004 θα υπήρχε ακόμα το "νεοκλασικό άγαλμα μιας καθιστής γυναίκας ανάμεσα στις φτέρες και ακακίες". Το ερώτημα είναι, που βρίσκεται τώρα; Κι εμένα μου έκανε εντύπωση επειδή τα αγάλματα είναι δύο κι αντικριστά - όχι ένα. Αλλά είναι γυναίκες, είναι καθιστές, η Φράγκων είναι μικρή κι αλλού δεν έχει δένδρα.

Αν ξέρεις που βρίσκεται τώρα το απομεινάρι του Άμποτ, θα σου ήμουν υπόχρεος. Ευχαριστώ.