Αυγούστου 12, 2026

Άλλη πλευρά, ίδιο ήθος

Διάβαζα το TVXS από κεκτημένη ταχύτητα, αλλά και λόγω των παλιών εκπομπών του Στέλιου Κούλογλου στην ΕΡΤ.

Η πρώτη φορά που με απώθησε ήταν σε ένα αφιέρωμα σε πολιτικούς: στο σχετικό μοντάζ, η Μέρκελ εμφανιζόταν γυμνή, ενώ όλοι οι άνδρες πολιτικοί δίπλα της ήταν ντυμένοι — ορισμένοι μάλιστα με κοστούμι και γραβάτα. Θα μπορούσε να υπάρξει καθαρότερο παράδειγμα ανδρικού βλέμματος και σεξιστικού υποβιβασμού της γυναίκας;

Η σύζυγός μου είναι εδώ και χρόνια συνδρομήτρια στο TVXS, αλλά εγώ δεν είχα ενδιαφερθεί να χρησιμοποιήσω τη συνδρομή της. Κάποια στιγμή, μπουχτισμένος από την κυβερνητική προβολή σε άλλα μέσα, αποφάσισα να του δώσω άλλη μία ευκαιρία.

Και έπεσα πάνω σε άρθρο στο οποίο ο αρθρογράφος αναφέρεται σε πολιτικούς που επικρίνει με εκφράσεις όπως:

«Η καταστροφή που λέγεται Μερτζ, ο Γερμανός πρωθυπουργός» ή «Στις Βρυξέλλες, το άλλο γερμανικό μηδενικό, η φον ντερ Λάιεν…»

https://tvxs.gr/news/kosmos/eisvoli-sti-theoyta-i-apotychimeni-diethnis-epithesi-kata-tis-ispanias/

Είναι η συμπεριφορά που θα χαρακτηρίζαμε «τραμπική» αν προερχόταν από την απέναντι πλευρά: προσβλητικοί, μειωτικοί χαρακτηρισμοί — ή ένα μισογυνικό φωτομοντάζ.

Ένας διακηρυγμένος αντίπαλος της αντιδραστικής, υπερσυντηρητικής πλευράς αποδεικνύεται ότι δεν αποτελεί μέρος της λύσης, αλλά μέρος του προβλήματος. Του ίδιου προβλήματος.

Παντού, η αισθητική είναι καθρέφτης της ηθικής — και το αντίστροφο.


Ιανουαρίου 23, 2025

 


Η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν φάρσα και τη δεύτερη σαν τραγωδία.

History repeats itself, first as farce, second as tragedy.

Δεκεμβρίου 10, 2012

Το κιτς, τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση και λίγη ιστορία

Η αναπαράσταση της απελευθέρωσης μιας πόλης δεν μπορεί παρά να έχει αρκετά έντονο εθνικιστικό και μιλιταριστικό χαρακτήρα. Αρκετοί χαρακτήρισαν την πρόσφατη αναπαράσταση της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης ως ‘κιτς’. Πιστεύω ότι ακολούθησαν μια σύντομη οδό που κρύβει την αλήθεια. Όντως η γιορτή έδινε εντύπωση κιτς με τις στολές εποχής, την έφιππη παρέλαση, τα μαχητικά να περνάνε ξυστά από τις πολυκατοικίες. Όμως επαναλαμβάνω: ήταν μια εκδήλωση στο πνεύμα του εθνικισμού, ο οποίος ποτέ δεν διακρίθηκε για την καλαισθησία του και τον εκλεπτυσμό του. Ο απλός χαρακτηρισμός ‘κιτς’ αφενός παραβιάζει ανοιχτές θύρες κι αφετέρου δηλώνει, μάλλον υπεροπτικά, πως δεν χρειάζεται να εξηγηθεί κάτι παραπάνω σε όσους αρέσκονται να νιώθουν πατριώτες.

Στον αντίποδα, κάποιοι ανέφεραν ότι παρόμοιες αναπαραστάσεις γίνονται και σε άλλα κράτη της Δύσης και δεν ενοχλείται κανείς. Γιατί λοιπόν ενοχλήθηκαν κάποιοι Έλληνες; Σαν πρώτο λόγο θεωρώ αυτό που ονομάζω ‘hangover της χλαμύδας’. Όλοι γνωρίζουμε ότι η μεταπολιτευτική αισθητική της Ελλάδας διαμορφώθηκε από τις χουντικές αναπαραστάσεις που ξεπερνούσαν κάθε όριο κιτς και παρουσίαζαν πολεμιστές ντυμένους αρχαίους Έλληνες, τσολιάδες, φαντάρους. Αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί – κι απ’ όσο γνωρίζω, κανένα άλλο κράτος δεν έχει παρόμοια πρόσφατη εμπειρία. Κάπου έχω την εντύπωση πως όσοι αναφέρουν το συγκεκριμένο επιχείρημα (π.χ. ο Άδωνις Γεωργιάδης) θα το έκαναν και για μια αναπαράσταση της Μάχης του Μαραθώνα με χλαμύδες και περικεφαλαίες.

Πιο σοβαρό όμως θεωρώ ότι οι αναπαραστάσεις σε άλλα δυτικά κράτη έχουν λυμένα πολλά από τα ιστορικά τους θέματα. Η Ημέρα της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας ή η Μάχη του Βατερλώ δεν έχουν κρυφές σελίδες – τουλάχιστον, όχι πολλές. Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, αντιθέτως, έχει.

Σ’ έναν κίονα στη δυτική πλευρά της Αχειροποίητου υπάρχει μια αραβική επιγραφή που λέει: ‘Ο Σουλτάνος Μουράντ Καν κατέκτησε τη Θεσσαλονίκη στα 833’ (1430 χριστιανικό ημερολόγιο).

Πόσοι γνωρίζουν στη Θεσσαλονίκη γι αυτήν την επιγραφή; Κι όμως, είναι η ανακοίνωση της προσάρτησής της πόλης στην Οθωμανική αυτοκρατορία κι η αρχή της ιστορικής διαδρομής που τελείωσε με την απελευθέρωση του 1912.

Η άγνοια του συγκεκριμένου μνημείου δεν αποτελεί εξαίρεση. Πόσοι Θεσσαλονικείς ξέρουν που είναι το Γενί Χαμάμ, ο Αλατζά Ιμαρέτ, η Βίλλα Μορντώχ, η έπαυλη Αχμέτ Καπαντζή; Προσωπικά, μου έχει τύχει να πάρω ταξί για το Γενί Τζαμί (που είναι στο Φάληρο) κι ο ταξιτζής να θέλει να με πάει στην Άνω Πόλη.

Αιτία αυτής της συλλογικής άγνοιας είναι η άρνηση, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, για οτιδήποτε δεν ήταν ελληνικό και ορθόδοξο. Στο βαλκανικό μας μωσαϊκό υπάρχουν πολλές ιστορικές ασυνέχειες. Δεν ήμασταν πάντα εθνικά παρόντες στον αποκλειστικό βαθμό που θα επιθυμούσαμε – και η άρνηση αυτών των στοιχείων αφορά, ακριβώς, τα ‘άλυτα’ θέματα.

Το 1430 ο Σουλτάνος Μουράντ Καν σφαγίασε όλον σχεδόν το γηγενή πληθυσμό της Θεσσαλονίκης. Η – ερημωμένη πλέον – πόλη είχε σημαντική στρατηγική θέση και προσεκλήθησαν Εβραίοι Σεφαραδίτες για να την εποικίσουν. Παράλληλα μετοίκισαν Οθωμανοί, Έλληνες από την  ενδοχώρα, Αρμένιοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί και στο τέλος, Φράγκοι. Αυτοί οι λαοί έφτιαχναν το πολιτιστικό συνονθύλευμα της Θεσσαλονίκης του 1912. Η πόλη τότε είχε διπλάσιο μέγεθος από την Αθήνα αλλά οι Έλληνες ήταν το 20% του πληθυσμού της. Δεν είναι αυτονόητο πως απελευθερώνεις μια πόλη όταν το 80% του πληθυσμού της δεν ταυτίζεται μαζί σου (γι’ αυτό ο όρος ‘ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό ιστό’ είναι δόκιμος). Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της τότε Θεσσαλονίκης χάθηκε (με ιστορικούς όρους) σε μια στιγμή. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η ανταλλαγή των πληθυσμών, το Ολοκαύτωμα (με τη συμβολή των ντόπιων), η απομόνωση από τον βορρά με το ‘Σιδηρούν Παραπέτασμα’ αφάνισαν σταδιακά όλες τις εθνότητες.

Τα τοπωνύμια όμως πεθαίνουν δύσκολα κι έτσι τα ίχνη των λαών που χάθηκαν επιζούν στην καθημερινή μας γλώσσα: Σέιχ Σου, Μπεζεκτσένι, Καραμπουρνάκι (τουρκικά), Μοδιάνο, Καπάνι, Αλατίνι (εβραϊκά λατίνο), Ντεπώ (γαλλικά).

Είναι λυμένα αυτά τα θέματα; Όποιος σέβεται την αλήθεια θα απαντήσει αρνητικά – και γι αυτό θεωρώ πως η αναπαράσταση της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να συγκριθεί με τις τυπικές αναπαραστάσεις σε άλλα κράτη. Πιο σημαντικό στην αναπαράσταση της απελευθέρωσης θεωρώ πως αποφασίστηκε σαν εκδήλωση  από το Υπ. Μακεδονίας Θράκης, δηλ. το επίσημο ελληνικό κράτος. Είναι σαν το ελληνικό κράτος να αποδέχεται τις ιστορικές στρεβλώσεις, να ενθαρρύνει τη συλλογική άγνοια, να θεωρεί πως η βυζαντινή Θεσσαλονίκη του 1430 ήταν ίδια με τη Θεσσαλονίκη του 1912. Θα περίμενα περισσότερα από το κράτος μου εν έτει 2012 – αλλά θα περίμενα και περισσότερα από τους αριστερούς, παρά μια στείρα στάση που εξαντλείται στην αυτονόητη άρνηση του μιλιταρισμού και μιας αισθητικής που οι ίδιοι, εξίσου αυτονόητα ονομάζουν ‘κιτς’. Είναι εξαιρετικά ελιτίστικη η κριτική αφ’ υψηλού (συχνά ρηχότατη) και η αδιαφορία να δώσουν περαιτέρω – και λεπτομερείς – εξηγήσεις. Κάποια στιγμή θα πρέπει να καταλάβουν ότι προοδευτισμός χωρίς έγκυρο λόγο είναι ένα απλό ‘φαίνεσθαι’.

Τα 100 χρόνια της πόλης ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους Θεσσαλονικείς να γνωρίσουν, έστω για λίγο, το αληθινό ιστορικό πρόσωπο της πόλης τους και τους πολιτισμούς που πέρασαν απ’ αυτήν και χάθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν. Δυστυχώς, ήταν μια ευκαιρία που όχι μόνο χάθηκε αλλά επιβεβαίωσε την αρνητική διάθεση για κάτι τέτοιο.

Την επιγραφή στην Αχειροποίητο, που τη θεωρώ ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, την ανακάλυψα έχοντας στο χέρι το βιβλίο ενός άγγλου καθηγητή. Ήταν το ‘Θεσσαλονίκη η Πόλη των Φαντασμάτων’ του Mark Mazower. Η τελευταία φωτογραφία έχει αυτόν τον τίτλο, είναι αφιερωμένη στους λαούς που πέρασαν από την πόλη – και που η μνήμη τους διατηρείται σαν φάντασμα στα τοπωνύμιά της. Και μια ευχή: μακάρι, σαν πατριώτες να μάθουμε να θεωρούμε εθνικό ότι είναι αληθινό και όχι το αντίθετο – και σαν ιδεολόγοι, να σεβόμαστε τον συνομιλητή μας και να αντιληφθούμε πως το να προτείνουμε την άποψή μας απλώς ως αυτονόητη, υποδηλώνει μια απολυταρχική νοοτροπία.

ΥΓ. Ένα φυσικό επακόλουθο για όποιον αρνείται το παρελθόν του, είναι πως εμφανίζει σημαντικό πρόβλημα ταυτότητας. Είναι ένα σύμπτωμα που η Θεσσαλονίκη γνωρίζει καλά. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι μεταπολεμικοί λόγιοι της πόλης αναζητούσαν τη φυσιογνωμία της (και τελικά επιλέχθηκε το αρκετά θολό ‘ερωτική Θεσσαλονίκη’). Ούτε είναι τυχαίο ότι η Θεσσαλονίκη αναδεικνύει διαχρονικά άτομα όπως ο Παπαθεμελής, ο Ψωμιάδης (η ομοιότητά τους υπογραμμίζεται από το ότι ανήκαν σε αντίπαλα κόμματα), ότι η πρωινή της εφημερίδα, στην προσπάθειά της να επιβιώσει έκανε γενικό διευθυντή τον Ζουράρι, ότι είναι η πόλη που επέλεξε να κατέβει για δήμαρχος ο Καρατζαφέρης, που επέλεξε να είναι μητροπολίτης ο Άνθιμος. Όλοι τους έχουν ένα κοινό: αρέσκονται να μιλούν για ταυτότητα.


Σεπτεμβρίου 04, 2011

Photos and Thoughts on Religion

I am an agnostic. But few things move me as deeply as the religious expression. When I see it on others, of course - and when these ‘others’ don’t step on my toes telling me what to do. Which is not so common. Believers not only think they know everything, but are committed to save as many people as they can. Most importanly, they do it not because they love people, but for their own benefit: to acquire a better place in heaven.

Indeed, I think most believers are damn egoists and self-seekers. Non-believers don’t think their happiness and well-being depend on what other people chose to do – it’s easier to let others just be.
Having said these, I repeat that few things move me as deeply as the religious expression. I see human humility against the Beyond, the seek for the Unknown, Need in its gravest form, an amazing wealth of ideas, forms and techniques in making the transcendental tangible –or at least, creating the impression/illusion that it becomes tangible. What aspect pf human life is more important than seeking the Unknown – and what aspect had such resources, continuity and variety in the answers it provides? The amount of human genious that has served the Quest for the Unknown is (understandably) unprecedented in history. Pretty much more than half of art history has to do with religion. Clearly most of painting (from the drawings in the Pyramids to Michelangelo, even, to Dali); the greatest architecture (the cathedrals are the most dominating buildings in all cities, four of the seven wonders of the ancient world are related to religion); so much of music (what would Bach be had there not been the church? what would the Requiems refer to?) and concerning the rest… what would theatre be like and how many plays would not been written had there not been the ceremonies of God Dionysus?); etc.
I understand modern world is not that religious and art has broken the tight boundaries, but 25+ centuries of world art history is not something one can put easily aside. Besides, believers are still strong enough rendering – we like it or not – religious topics important. Can one paint having no objections, say, Jesus ejaculating or a topless Madonna? Not to refer to Mohammed and Allah. Such topics are ‘easily provocative’ – but they are provocative in full sense of the word. And one of the major aims of art is to question boundaries.

I approach the topic of religion photographically – meaning, one cannot see my objections in my pictures but rather, my admiration for the depth of belief, the imprint of togetherness, believers’ respect, fear, sadness, hope, the (so rare) state of ‘let go’.






















Some more thoughts on religion (unfortunately only in Greek) here

Σεπτεμβρίου 02, 2011

Νεκρομαντείο Ταινάρου. Κοντά στις αρχαίες Πύλες του Άδη.

Ένα στιγμιότυπο από τη λατρεία του Βάκχου, του μόνου θεού που πέθαινε, που περιτριγυριζόταν από Νύμφες και του οποίου το σύμβολο ήταν ένα άδειο προσωπείο: η παρουσία του θεού βρισκόταν στην απουσία του, και η απουσία του στην παρουσία. Η αμφισημία αυτή συμβολίζει τις ακραίες του αντιθέσεις: αν και ήταν ο πιο φαλλικός θεός, ήταν πάντα ντυμένος γυναικεία. Ήταν ο θεός της υπέρτατης έξαρσης αλλά και της ακρότατης φρίκης. Θεός του κρασιού που δίνει τη λήθη, συνώνυμο των δεσμών του θανάτου, το κρασί δίνει επίσης την έκσταση και τη χαρά της θεοταύτισης. Κι από το τραγούδι του, το Διθύραμβο, ξεπήδησε η κωμωδία και η τραγωδία. Μια αρχαία Νύμφη, λοιπόν, θρηνεί τον νεκρό Βάκχο – που σύντομα θ’ αναστηθεί.

Οι φεμινίστριες και πολλοί κοινωνιολόγοι θα εστίαζαν στην αντίθεση του κρυμμένου γυναικείου προσώπου και του γυμνού της κορμιού. Έχουμε πάλι σύνθεση αντιθέτων - η οποία όμως μαρτυρά την (ιστορική) πεποίθηση πως η γυναίκα δεν έχει προσωπικότητα παρά αποτελεί σεξουαλικό αντικείμενο. Οι γυναίκες όντως απεικονίζονται συχνά έτσι στα media (εν αντιθέσει με τον άντρα που δεν νοείται να έχει καλυμμένο πρόσωπο, η προσωπικότητά του είναι δεδομένη).
Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη σύνθεση των αντιθέτων ξενίζει περισσότερο διότι πόνος και σεξουαλικότητα στην ίδια γυναίκα δεν ταιριάζουν. Είναι και τα δυο γυναικείοι παραδοσιακοί ρόλοι - αλλά μοιάζουν με λάδι και νερό. Μαζί, παραπέμπουν σε κάτι σαν γυμνή Παναγία ή πορνοστάρ Pieta. Η γυναίκα ιστορικά υπήρξε σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά και ο πιο ανθρώπινος άνθρωπος. Αιώνες καταπίεσης της έδωσαν αυτό το προνόμιο. Τυπικά όμως, μια γυναίκα είτε θα πονάει είτε θα είναι σεξουαλικά επιθυμητή. Ή καλύτερα: η σεξουαλικότητα αφαιρείται εντελώς από κάποιες γυναίκες, προσδίδοντάς τες απόλυτη ανθρωπιά και επιβάλλεται εντελώς σε κάποιες άλλες, κάνοντάς τες αντικείμενα. Το παράξενο είναι πως οι δύο τύποι συνυπάρχουν χωρίς αντιφάσεις σε ίδιες χρονικές περιόδους (αλλά διαφορετικά κοινωνικά σύμπαντα). Η συγκεκριμένη σύνθεση ίσως ξενίζει περισσότερο λοιπόν, διότι δύο αντίθετα κοινωνικά πρότυπα συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο.

Μια γυμνή γυναίκα με μάσκα θρηνεί ένα άδειο προσωπείο – και στην αρχική ιστορία υπάρχει μόνο η αντίθεση του θανάτου με τη ζωή.
Ένα τέλειο ζευγάρι που αποχαιρετιέται. Η μάσκα σαν σύμβολο της αγάπης και αρμονίας τους.
Η γυναίκα ντύνεται στην ίδια νεκρική φορεσιά για να τιμήσει τον σύντροφό της.
Κρύβει το πρόσωπό της από τα εγκόσμια για να δηλώνει ότι πέθανε κι αυτή.
Αφήνεται γυμνή τιμώντας τον έρωτά τους.
Ίσως ελπίζει και να θυμίσει - και τον φέρει πίσω.

Ένα Αντίο - και δήλωση ενός τέλειου ταιριάσματος στη ζωή. Φόντο το Νεκρομαντείο του Ταινάρου. Κοντά στις αρχαίες Πύλες του Άδη.


Ιανουαρίου 13, 2011

‘Μαζί τα φάγαμε’ και ‘μαζί πηδιόμασταν’

«Πηδιόμασταν όλοι μαζί, σε μια πρακτική εκπόρνευσης, καταρράκωσης της οικογένειας και μοιράσματος θέσεων στο δημόσιο». Η υποτιθέμενη φράση του πάλαι ποτέ Ζαχόπουλου είναι αντίστοιχη της αληθινής του Πάγκαλου. «Τα φάγαμε όλοι μαζί, σε μία πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος».

Ο Θ. Πάγκαλος δεν έχει ακουστά την έννοια της κατάχρησης εξουσίας. Ο βουλευτής που μοιράζει δημόσιες θέσεις σε ψηφοφόρους βρίσκεται σε θέση ισχύος – ο πολίτης που ψάχνει δουλειά υπολείπεται σε ισχύ. Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Ο ψηφοφόρος εκμεταλλεύεται την προσωπική ψήφο του κι η κάθε 35χρονή συμβασιούχος το κορμί της. Ο άτακτος πρώην Γενικός Γραμματέας Πολιτισμού κι οι πολιτικοί εκμεταλλεύτηκαν το δημόσιο αξίωμά τους. Διαφορετικά, ούτε ο άχρηστος πολιτικός θα έβλεπε ψήφο ούτε ο χοντρός Γεν. Γραμματέας ένα γυμνό κορμί στο κρεβάτι του. Πολίτες και 35χρονες έχουν σίγουρα ηθικές ευθύνες, αλλά ένας δημόσιος λειτουργός έχει και ποινικές.

Αναμφισβήτητα, ο ελληνικός λαός έχει χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Εδώ ένας αριστερός θ’ αναρωτιόταν τι έκανε το κράτος για την Παιδεία, τι είδους συμπεριφορές ενθάρρυναν οι πολιτικοί, τι θεσμούς και δικλείδες διαφάνειας δημιούργησαν. Το να θεωρεί πως οι πολίτες φέρουν αποκλειστικά κάθε ευθύνη, αντανακλά τη νεοφιλελεύθερη λογική (πολίτη είσαι εντελώς μόνος κι υπεύθυνος για τη ζωή σου, το κράτος δεν φέρει καμιά ευθύνη για σένα). Κατ’ αρχήν, ο 'σοσιαλιστής' Πάγκαλος αποκαλύπτεται νεοφιλελεύθερος σε πολύ βασικό επίπεδο σκέψης. Δεύτερον, αγνοεί ότι συμμετείχε προσωπικά στις πρώτες κυβερνήσεις ΠαΣοΚ που διέχυσαν τη διαφθορά σ’ όλα τα κοινωνικά επίπεδα, που έδωσαν στις κλαδικές θεσμική υπόσταση, που διπλασίασαν μισθούς αφήνοντας το κράτος να ζει με δανεικά. Ένας αριστερός θα συνυπολόγιζε ανάλογα με τη θεσμική του θέση τη ευθύνη του - ο Πάγκαλος τα εξισώνει: ‘μαζί τα φάγαμε’. Με τα λόγια του Κάρλος Φουέντες: Όταν ο ισχυρός μιλά γι αρχές, ο ανίσχυρος χάνει κι αυτό που δεν έχει.

Κι ο Ζαχόπουλος θα έστρεφε την κορμάρα του στην 35χρονη λέγοντας: «Μαζί πηδιόμασταν». Και αν αυτή διαμαρτυρόταν θα συνέχιζε, αντίστοιχα με τη ρήση του Πάγκαλου περί κοπριτών: «Όταν σε μια δημόσια θέση βάζεις μια πουτάνα, επειδή σου κάθεται, ε, τότε η πουτάνα θα μείνει πουτάνα σε όλη της τη ζωή».*

ΥΓ. Στα τηλεπαράθυρα κανείς δεν κατηγόρησε τον Ζαχόπουλο για κατάχρηση εξουσίας. Όλοι κατακεραύνωναν την 35χρονη 'πόρνη'. Σίγουρα έφταιξε – όπως φταίξαμε οι περισσότεροι με πούλημα ψήφων, συμμετοχή στα ρουσφέτια ή απλώς ανοχή. Σήμερα, καθώς οι έχοντες εξουσία μάς κατηγορούν για ανηθικότητα κι εξισώνουν τους ρόλους όλων, διαμαρτυρόμαστε. Είναι υγιές από πολλές απόψεις. Από την άλλη, μου μοιάζει πως νιώθουμε λίγο και σαν …35χρονες.

* Η δήλωση του Πάγκαλου: "Όταν στο Δημόσιο βάζεις τον κοπρίτη επειδή σε ψηφίζει η οικογένεια του και παίρνεις πολλούς σταυρούς, ε, τότε ο κοπρίτης θα μείνει κοπρίτης σε όλη του τη ζωή."
** Παλαιότερη - και παλαιωμένα λεπτομερής - ανάρτηση για το θέμα εδώ.

Ιουλίου 17, 2010

Ελλάδα: ο τέλειος σκηνοθέτης του εαυτού της

Πως θα προσέγγιζαν οι ιστορικοί του μέλλοντος την Ελλάδα των τελευταίων χρόνων; Επίσης, για πόσους - και διαμετρικά αντίθετους λόγους - η Ελλάδα έγινε διεθνώς πρωτοσέλιδο;

Η απάντηση είναι μια άκρως κυκλοθυμική πορεία: από το 2004 με την ανάταση των Ολυμπιακών Αγώνων και την φρενίτιδα του Euro, στη συνέχεια με το μεγεθυμένο βραβείο της Eurovision το 2005 (το ναρκισσιστικό σύνθημα «βαρέθηκα να παίρνουμε το ευρωπαϊκό»), φτάσαμε σε χρόνο-ρεκόρ στην κοινωνική κατάρρευση με τις λεηλασίες τον Δεκέμβρη του 2008 και στη χρεοκοπία του 2010. Έξι χρόνια είναι ελάχιστα, σπυρί στην ιστορία, για να πάει ένας λαός από το Ζενίθ στο Ναδίρ, από τον παράδεισο στην κόλαση κι από παγκόσμιο παράδειγμα προς μίμηση να γίνει παγκόσμιος περίγελως.

Πόσες φορές τα τελευταία χρόνια έβγαλαν παγκόσμια πρωτοσέλιδα – θετικά ή αρνητικά - το Βέλγιο, η Τουρκία, η Βραζιλία ή η Ιαπωνία; Η Ελλάδα μοιάζει με παράδεισο δημοσιογράφου. Στη φράση ‘Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις’ θα μπορούσε να προστεθεί: ‘εκτός από την Ελλάδα!’

Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα προσπαθήσουν να συνενώσουν την πορεία των τελευταίων ετών, θ’ αποπειραθούν ν’ ανακαλύψουν υπόγειες διασυνδέσεις κι αιτιάσεις. Η απόλυτη εθνική περηφάνια του 2004-5 φαντάζει τόσο αντίθετη, που δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την πλήρη απώλεια κοινωνικής συνοχής το 2008. Κι αυτά τα γεγονότα καθρέφτισαν, θετικά το ένα κι αρνητικά το άλλο, την επερχόμενη γενικευμένη κρίση της χρεοκοπίας όπου η κορυφή του κράτους απώλεσε κάθε έλεγχο και λειτουργικότητα.

Δεν θα με παραξένευε εάν μέσα στον ενθουσιασμό μας του 2004 και 2005 ενυπήρχαν κοινωνικοί σπόροι φόβου, εάν μέσα στις φρενήρεις γιορτές μας υπήρχε η διάσταση εξορκισμού του Κακού. Σαν να κοροϊδέψαμε το Σύμπαν, σαν να ζούσαμε μια παράταση σε στημένο παιχνίδι και βιώναμε στιγμές που ξέραμε πως δεν αξίζουμε (κυριολεκτικά, η φράση του Euro ‘ο θεός κοιμήθηκε’). Όπως επίσης δεν θα με παραξένευε εάν μέσα στις ταραχές του 2008 υπήρχε μια διάθεση άρνησης της διαγεγραμμένης πορείας και επιστροφής στο όνειρο.

Δεν αντέχω να μην αναφέρω και κάτι που από καιρό γυρνάει στο μυαλό μου: το πέσιμο των προσωπείων. Μέχρι την κρίση κρατούσαμε, εθνικά και κοινωνικά τα προσχήματα. Δείχναμε να πιστεύουμε ότι οι γύρω κι οι διπλανοί μας δεν παίρνουμε χαμπάρι ο ένας τον άλλο και φερόμασταν όλοι σαν να είμαστε κάτι διαφορετικό. Μόλις τα προσωπεία έπεσαν απότομα σε κοινωνικό και κοινωνικό επίπεδο, κάποιες που το έπαιζαν τραγουδίστριες, χορεύτριες και σόου-γούμαν, μεταβλήθηκαν δημόσια σε πορνοστάρ (μετράμε τρεις μέχρι στιγμής). Δεν θεωρώ τυχαίο ότι αυτήν ακριβώς την εποχή εμφανίστηκαν τα ερωτικά DVD "επωνύμων".

Σε γενικό επίπεδο, αν είναι να παραδεχτείς για κάτι την Ελλάδα, είναι ο ακραίος τρόπος που αντιδρά κι εκδηλώνεται. Εξάγαμε την υπερβολή μας. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για την κυκλοθυμική πορεία των τελευταίων έξι ετών και νιώθω ότι έξυσα μέρος της επιφάνειας. Ο αντίκτυπος ενός γεγονότος είναι μέτρο για τη σημασία του, αλλά και για την επικοινωνιακή δεινότητα του σκηνοθέτη. Μια Ελλάδα 10 εκατομμυρίων λοιπόν, κατάφερε να εμφανιστεί, και μάλιστα με διάρκεια, 4 φορές σε διεθνή πρωτοσέλιδα τα τελευταία έξι χρόνια, αλλά και να μεταβληθεί από απόλυτα θετικό σε απόλυτα αρνητικό παράδειγμα. Τείνω να πιστεύω πως η Ελλάδα, με την υπερβολή της, είναι ο τέλειος σκηνοθέτης του εαυτού της. Με καλλιτεχνικούς όρους, σίγουρα κάνουμε σουξέ - το αν αφήνουμε κάτι στην ίδια την τέχνη θα το κρίνουν οι καλλιτεχνικοί συντάκτες του μέλλοντος.

Ιουλίου 10, 2010

Venezia Superne

The last years I go regularly to Venice – and always love it. It’s the place where the word ‘unique’ comes to be defined. The mystic scenery, the labyrinth of canals and bridges, the magnificent monuments and museums, the permanent carnival masks overwhelm me. It took me a while to realize that what Venice has, is equally important to what it doesn’t have: cars, traffic and polution. I am in a marvellous European city, a true capital of culture, without the disadvantages of any city – instead, I feel the Adriatic breeze.

Venice is of course a tourist city – but it invests in an eccentric type of tourism (I call it ‘cultured wannabe’). It doesn’t offer white beaches, crazy bars and parties but rather, a commercialized type of high culture. The best examples are the opera and baroque music performances in small theatres. After having listened to evergreen classics for an hour, one feels like attending a pop concert. How long can one listen to a combination of Albinoni’s Adaggio, Pachelbel’s Canon, Vivaldi’s 4 Seasons – or to highlights of Nights of Figaro, Don Giovanni, Traviata, Rigoletto, etc. Still, I like Venice even for that: it gives a holiday alternative not offered anywhere else. And as we shall see, there might be a historic reason behind that.

Although I go there because of my job, the timing is perfect: mid-autumn, when the big crowds have gone and the city hasn’t tuned up into winter rhythms. I enjoy a normally-breathing Venice with family-like opera performances, its canals not packed by gondolas and at times – especially at nights - the only presence in the bridges and ‘calle’ (the narrow streets) may be the fog.

Last time I found myself there two weeks ago, after a crazy trip to Austria – and I didn’t think it would be of any significance. As it turned out, we didn’t even have time to visit the city, we went straight to the harbour to catch our boat. But Venice can’t disappoint me… I was astonished looking at my beloved city from a whole new perspective: from the 9th floor of the boat, being at the same level with the cupolas of St. Mark and sail across the shore until the boat reached the open sea. Thus the title 'Venezia Superne' (Venice from Above).

Looking at the people on bridges through the camera zoom, I felt I am watching a live version of Fellini’s La Dolce Vita. In the initial scene a helicopter carries Jesus over Rome and children, workers and sunbathing ladies salute him.


We didn’t have Jesus or Marcello Matroianni on the boat - it must have been the Italian aura that combined the old cinema image with the ‘live’ one.


For some reason I couldn’t find Felini’s s scene in Youtube - you can see it here.

My old impression of ‘high commercialized culture’ in Venice was somewhat explained as tourists appeared vis-a-vis to magnificent monuments. Nowadays Venice may be investing on a sense of experiencing the legendary ‘Grand Tour’: that romanticized trip to Paris, Venice, Rome and Athens for discovering European civilization.

Descendants of 18th century Anglo-Saxons, now in swimming suits, follow the course of their forefathers by organized trips. The romantic feeling was still on the boat, albeit with a twist. A 15-year-old German girl ordered in anticipation ‘eine frappe’, a modern Greek cultural trait, and was making eyes - even to me, though I was three times her age.

Another love of mine in Venice is its rooftops, a forest of deteriorated indian red – now beneath my eyes.

Admittedly, I look every now and then at the prices of small houses in Venice, with a secret hope. My desire grows bigger when see these small terraces, nothing luxurious but so personal and ‘right’. If ‘one’s house is one’s castle’ this should be its voluptuous embrasure – or the Lombardo version of ‘Chim Chim Cheree’ with the lyrics ‘on the rooftops of Venice, boy, what a sight!’

You know that medieval Venice had as symbol the lion, after its patron St. Mark. Last photo from the boat and it may not be a coincidence that its seagulls seem so …hawk-wannabe!


______________________
To any Greek who is wondering about the language: the particular text is linked to my Flickr account, where I put most of my ...creativity lately - and people there come from various countries...

Μαΐου 01, 2010

Μια ελάσσονα προσωπικότητα

Η Άνγκελα Μέρκελ φυσικά είχε κάθε δικαίωμα να δυσανασχετήσει με την οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα. Θα έλεγα ότι είχε κάθε δικαίωμα και να την αρνηθεί, αλλά καθώς η ελληνική κρίση - αποδεδειγμένα πλέον - μπορούσε να συμπαρασύρει κι άλλα κράτη, ακόμα το ίδιο το ευρώ, η όποια διάθεση άρνησης θα έπρεπε να περιμένει. Είχε υποχρέωση να περιφρουρήσει την σταθερότητα κι αργότερα, κάθε δικαίωμα να ζητήσει να βγούμε από το ευρώ, να περιφρουρήσει πλέον την ευρωζώνη όσον αφορά τα δημοσιοοικονομικά μεγέθη και την ηθική των μελών της.

Ένα πράγμα όμως δεν μπορούσε να κάνει, δεν είχε το δικαίωμα και αποτελεί το μεγαλύτερο - κι ασυγχώρητο - λάθος της. Αυτό ήταν η ριζοσπατικοποίηση του Γερμανικού λαού. Σ’ έναν ορυμαγδό λαθών, άφησε ελεύθερα προσωπικά εθνικιστικά αισθήματα (θα έλεγα σαν τυπική Ανατολικογερμανίδα, δηλ. μέλος ενός λαού που θέλει να νιώθει περισσότερο Γερμανός από τους Γερμανούς), έδωσε σε ιδεοληψίες το κύρος πολιτικών κι οικονομικών δηλώσεων, έβαλε δεύτερη την Ε.Ε., την ασφάλεια του ευρώ και της ευρωζώνης σε σχέση με την προσωπική πολιτική της καριέρα. Σχεδόν με κακία (δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη) ακύρωνε απανωτά κάθε συμφωνία αξιωματούχων της Ε.Ε. για τη σωτηρία της Ελλάδος, συμφωνία στην οποία βέβαια συμμετείχε, εντείνοντας την ανασφάλεια και σπρώχνοντας ένα κράτος, υπολογισμένα και σχεδόν σαδιστικά στον γκρεμό. Δεν λέω ότι δεν έκανε η Ελλάδα λάθη - προς θεού. Όμως τέτοια συμπεριφορά δεν ταιριάζει σε Ευρωπαίο ηγέτη. Δεν κάνεις πολιτική με προσωπικές ιδεοληψίες. Και όντως, η Μέρκελ αποκηρύχθηκε στην Ε.Ε. σαν ‘ελάσσονα προσωπικότητα της Ευρώπης’ ενώ στη Γερμανία, οι ψηφοφόροι που ντρόπαρε με τα εθνικιστικά της καμώματα, φαίνεται πως άρχισαν ν’ αντιλαμβάνονται όχι το ιδεολογικό της ατόπημα αλλά πολύ πρακτικά, πως εξαιτίας της καλούνται τώρα να πληρώσουν πολλαπλάσια χρήματα για τη σωτηρία της Ελλάδος. Για τη σωτηρία μιας οικονομίας η οποία ήταν ανέκαθεν άρρηκτα δεμένη με τη δικιά τους. Όσον αφορά το πρακτικό του ζητήματος, έχω την εντύπωση πως δεν είχε το δικαίωμα ν’ ακολουθήσει μια πολιτική που μαθηματικά οδηγούσε σε πολλαπλασιασμό των γερμανικών δαπανών χάριν των εκλογών στη Βεστφαλία. Ακόμα μια απόδειξη του ότι ένας εθνικιστής ηγέτης είναι βλαβερός κι επικίνδυνος για όλους, συμπεριλαμβανομένου και του δικού του λαού.

Κατά δεύτερο λόγο, αν θέλαμε να δούμε πέρα από τα - τεράστια - λάθη της Ελλάδος, θα σημειώναμε πως οι Γερμανοί δεν αντιλαμβάνονται ότι οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν ωφεληθεί προσωπικά από το ευρώ, αλλά ολόκληρη η Ανατολική Γερμανία έχει ανοικοδομηθεί. Λεφτά εισέρευσαν χάρη στην Ε.Ε. στη νέα Γερμανία αλλά πήγαν, με πλήρως συστηματικό και παραγωγικό τρόπο, στην ανοικοδόμηση του πρώην ανατολικού της τμήματος. Έχει σημασία πως η Φινλανδία, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, σκέφτηκε αν πρέπει να διεκδικήσει τα μικρά εδάφη της Ανατολικής Καρέλια (Karjala) που βρίσκονταν υπό σοβιετική κατοχή από τον Β’ Π.Π. Τελικά δεν τα διεκδίκησαν διότι το κόστος ανοικοδόμησης θα ήταν τεράστιο. Ε, η Γερμανία ανοικοδόμησε σε είκοσι χρόνια το μισό της κράτος. Αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής των Γερμανών ψηφοφόρων.

Τρίτον, λόγω πολιτισμικής ιδιομορφίας, πολιτικής κουλτούρας ή θρησκευτικών καταβολών, οι Γερμανοί δείχνουν μια πουριτανική στάση στον καταναλωτισμό. Δεν είναι αυτό που λέμε ‘μυαλωμένη’ - είναι πουριτανική. Φυσικά αυτό είναι θετικό για το κράτος τους, δημιουργεί πλεονάσματα, δεν υπάρχουν υπερβολικά αιτήματα (το αντίθετο απ' ό,τι συμβαίνει εδώ) αλλά από την άλλη μεριά πρέπει να γίνει κατανοητό πως κρίνουν την υπόλοιπη Ευρώπη (δεν εννοώ εμάς) μέσα από τη μεγεθυμένη οπτική του συγκεκριμένου πουριτανισμού τους. Επειδή οι ίδιοι επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη ανοχή στα κελεύσματα του καταναλωτισμού, δεν σημαίνει πως όλοι οι υπόλοιποι λαοί είναι σπάταλοι ούτε πως θα πρέπει να κάνουν το ίδιο μ’ αυτούς. Εάν πρόκειται να υπάρξει ποτέ ενωμένη Ευρώπη, ο καθένας έχει να μάθει κάτι από τον άλλο. Το δικό μας το μάθημα, που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο, ελπίζω να το έχουμε πάρει - αλλά δεν σημαίνει πως κανένας άλλος, ούτε ο πιο ισχυρός, δεν έχει ανάγκη να μάθει κάτι.

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, αφορά μια ανοιχτή συζήτηση που θυμήθηκα πολλές φορές τις τελευταίες ημέρες. Σ’ αυτήν συμμετείχαν (αν το πιστεύετε!) οι Μιτεράν, Μπους πρεσβύτερος, Θάτσερ, Γκορμπατσόφ και Μαλρόνι (πρώην πρωθυπουργός του Καναδά). Παρεμπιπτόντως, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρω κάτι στο διαδίκτυο, λες και ανοιχτές συζητήσεις μεταξύ πρωταγωνιστών της ιστορίας γίνονται κάθε μέρα! (τελικά, εδώ).

Σ' αυτήν τη συζήτηση λοιπόν, η Θάτσερ είπε, ξαναείπε, ξαναείπε και μετά επανέλαβε πως ήταν αντίθετη στην επανένωση της Γερμανίας διότι «οι Γερμανοί έχουν την τάση να κυριαρχούν». Κι αναρωτήθηκε απελπισμένη (η Γερμανία είχε ήδη επανενωθεί) αν το είπε ήδη ξεκάθαρα ή θα έπρεπε να το επαναλάβει. Λίγο πριν, ο Μιτεράν είχε πει πως αγαπά πολύ τη Γερμανία, τόσο που θα ήθελε να υπάρχουν δύο κι όχι μόνο μια. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια ανησυχία για το μέγεθος της Γερμανίας και τον κίνδυνο να θελήσει να κυριαρχήσει στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, που μας κάνει ν' αναρωτηθούμε πόσο δίκιο είχαν οι περασμένοι (και τόσο σημαντικοί) ηγέτες. Η τάση κυριαρχίας της Γερμανίας ενάντια στην Ε.Ε. παραήταν ορατή στο πρόσφατο διάστημα. Όταν βλέπει κάποιος την κατεξοχήν αντιευρωπαΐστρια Θάτσερ να ανησυχεί πως η Γερμανία θα θέσει τέλος στην ενωμένη Ευρώπη, κάνει δεύτερες σκέψεις για το εάν τελικά το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί τον Δούρειο Ίππο της Ευρώπης ή κάποιο άλλο κράτος. Θα μπορούσε ν' αποδειχτεί το σημαντικότερο μέλος της; Κι όμως, το τελευταίο διάστημα αυτό ακριβώς έδειξε...

Τέλος, οι Γερμανοί θα έπρεπε φυσικά να έχουν αυξημένα αντανακλαστικά απέναντι σε ρατσιστικά στερεότυπα εναντίον λαών. Έχουν βλάψει ανεπανόρθωτα τον κόσμο μ' αυτά κι έχουν καταστραφεί κι οι ίδιοι - θα περίμενε κανείς να μην έχει ξεχαστεί αυτή η παράμετρος. Γι αυτόν το λόγο το ατόπημα της Μέρκελ είναι ακόμα μεγαλύτερο, γι αυτό είπα πως το ασυγχώρητο λάθος της ήταν η ριζοσπαστικοποίηση του Γερμανικού λαού. Εδώ πιθανόν παίζει ρόλο και τ' ότι ο καιρός περνάει: πλέον, οι περισσότεροι Γερανοί, πολιτικοί και ψηφοφόροι, δεν ζούσαν τον Β Π.Π. Αλλά θα περίμενε περισσότερα κάποιος από μια ηγέτη τόσο μεγάλου κράτους. Εκτός κι αν - με βάση τ' ανωτέρω το πιστεύω ακράδαντα - πρόκειται όντως για 'ελάσσονα προσωπικότητα'. Ας ελπίσουμε να ήταν απλώς μια παρένθεση. Η Ε.Ε. δεν αντέχει σε καμιά περίπτωση μια αντιευρωπαϊκή Γερμανία.

Απριλίου 27, 2010

Digital Stilus

Βρίσκομαι στη θέση να ξαναγράψω στο blog χάρη σ’ ένα notebook. Βάζοντας στη σειρά τις ψηφιακές συσκευές μου σαν τους αδελφούς Ντάλτον, θυμήθηκα μια φωτογραφία του Ν. Δήμου από το πάλαι ποτέ blog του – και την αναπαρήγαγα. Διακρίνεται ένα συμβατικό στυλό σαν μέτρο σύγκρισης. Σ’ αντίθεση με τους Ντάλτον, εδώ ο πιο έξυπνος είναι ο μεγαλύτερος – κι ο μικρότερος ο πιο περιορισμένος.

Αλλά δεν γράφω για σύγκριση με τους ήρωες του Morris. Ούτε φτιάχνω μια ψηφιακή μπαμπούσκα.

Η ψηφιακή μου οικογένεια, έτσι παρατεταγμένη μου φάνηκε σαν ορχήστρα, σαν όργανα με διαφορετική ταυτότητα κι αποστολή.

Το desktop, που απουσιάζει από τη φωτογραφία θα ήταν βέβαια τα βαριά, πομπώδη, ηχηρά χάλκινα: τρομπόνι, τούμπα, τρομπέτα. Κάνουν τη βαριά δουλειά, τις εκρήξεις, το φορτίσιμο. Το laptop θα ήταν τ’ αμέσως μικρότερα και γλυκύτερα όμποε, κλαρίνο, φαγκότο. Παίζουν μελωδικά, συντροφικά, βγάζουν την σωστή νότα εκεί που τη θέλεις όταν τη θέλεις. Η τελευταία προσθήκη στις ηλεκτρονικές μας μπάντες, το notebook θα ήταν το φλάουτο, το άλτο, το κλαρινέτο. Η κορυφογραμμή των οργάνων, γεμίζουν τα κενά της μελωδίας, συμπληρώνουν και συνοδεύουν, περισσότερο με χαριτωμένες τρίλιες, τη βασική δομή,

Και τέλος το smartphone. Δεν είναι καν όργανο - θα το παρομοίαζα, αισθητικά και σχηματικά, με φυσαρμόνικα. Μπορεί να παίζει ένα σκοπό αλλά δεν έχει θέση σε ορχήστρα. Περιφερειακό - αν όχι περιθωριακό - το κύριο πλεονέκτημά του είναι ότι χωράει στην τσέπη. Θυμάμαι ότι φυσαρμόνικα έπαιζαν οι φυλακισμένοι κι οι πολεμιστές - ένα όργανο για τις δύσκολες καταστάσεις και για κάποιον που είναι καιρό μακριά από το σπίτι. Τους πολεμιστές της καθημερινότητας. Θα μου πείτε, αν πράγματι ξέρει κανείς φυσαρμόνικα… θυμηθείτε κάποιες μπάντες τζαζ και κάντρυ. Αλλά, ξέρετε πολλούς που γνωρίζουν πράγματι το smartphone; Βλέπουν τα mail και μπαίνουν στο internet με πιο’φλασάτο’ τρόπο. Πράγματα που κάνει κι ο τελευταίος της παρέας (δεν τόλμησα να το βάλω στην φωτογραφία), το απλό κινητό. Αν το smartphone είναι η φυσαρμόνικα, το κινητό είναι το απλό σφύριγμα , τα παλαμάκια, το χτύπημα των ποδιών στο πάτωμα και το κροτάλισμα των δαχτύλων.

Να το πάω λίγο παραπέρα: μου έρχεται στο μυαλό ο Ουμπέρτο Έκο που σ’ ένα άρθρο του έγραφε πως αναλόγως του τι έχει σκοπό να γράψει επιλέγει το ανάλογο μέσο (μια ευθεία παραλλαγή του ‘το μέσο είναι το μήνυμα’). Λέει: «Έχω γράψει ερωτικές επιστολές στη γραφομηχανή, αν όμως πρέπει να κάνω τους λογαριασμούς για τα ψώνια, μπορώ να το κάνω μόνο με την πένα.» Ομολογώ ότι έχω κάνει λογαριασμούς για ψώνια σε excel (η αυτόματη πρόσθεση των τεμπέληδων) ενώ, φυσικά, σχεδόν οτιδήποτε γράφω πλέον είναι σε πληκτρολόγιο (εννοείται: και ερωτικά γράμματα). Στο πανεπιστήμιο, ήδη 10 χρόνια πριν, όταν έδειχνες πως έχεις γράψιμο δεν έκανες την κίνηση σαν να ζητάς λογαριασμό, έκανες τον πιανίστα. Έτσι γράφουμε πλέον. Ποιο είναι το σημαντικό; Όπως κάποτε το στιλ καθοριζόταν από το μέσο (κι ετυμολογικά: από το λατινικό stile, που ήταν το αιχμηρό αντικείμενο που σκάλιζαν προήλθε η διεθνής λέξη ‘στιλ’), έτσι στην ψηφιακή εποχή, το μέγεθος και η προσβασιμότητα της συσκευής αναλογούν σε διαφορετικές καταστάσεις κι ενέργειες. Σε διαφορετικά στιλ και γραψίματα.

Δεν θ’ ανοίξεις το desktop για να γράψεις ‘σ’ αγαπώ’ ή ‘το φαγητό είναι στο ψυγείο‘, θα τα στείλεις σαν μήνυμα με το κινητό σου. Θα συνομιλήσεις σε μια στιγμή ανάπαυλας με το notebook, θα κάνεις τον ετήσιο προϋπολογισμό για το γραφείο στο desktop. Δεν είναι μόνο θέμα δυνατοτήτων αλλά και προδιάθεσης. Είναι αυτό το παράξενο στιλ που σ’ εμπνέει το μέσο που επιλέγεις και ταιριάζει με το μήνυμα που θέλεις να στείλεις - και το αντίθετο. Κι έτσι, έχουμε μια ολοκληρωμένη ορχήστρα μ’ έργο τη ζωή μας και διαλέγουμε όργανα για την ενορχήστρωση της στιγμής: από την εργασία στο desktop μέχρι τις σύντομες δουλειές και τις φωτογραφίες στο laptop, την αλληλογραφία και τις συνομιλίες στο notebook, τα ρασβασάκια στο κινητό. Μαέστροι κι εκτελεστές ταυτόχρονα.

Και τέλος, κάποιες φορές η προσβασιμότητα σ’ ένα τέτοιο εργαλείο σε βγάζει από αδιέξοδο. Πριν βγουν τα notebook είχα βρει καταφύγιο στο smartphone. Το πως, εδώ.

Και σήμερα το notebook με ξανάφερε στο blog. Με την ευκαιρία, με γεια μου…

ΥΓ. Μετά που δημοσίευσα το post, κατάλαβα πως το Toshiba Satellite στη φωτογραφία του Ν. Δήμου είναι αυτό που αγόρασα από αγγελία του, μ' αυτό έγραψα το παρόν post και φαίνεται στις δικές μου φωτογραφίες. Δεν είναι μικρός ο κόσμος; :)
______________
Το σκίτσο της ορχήστρας από εδώ
Το άρθρο του Ουμπέρτο Έκο: 'Το Στυλ και το Στυλό' από το "Σημειώματα Σημειολογίας κα." (Μαλλιάρης Παιδεία)