Νοεμβρίου 11, 2006

ΦΑΓΗΤΟ & ΗΔΟΝΗ

"Happiness is finding two olives in your martini when you're hungry."
-- Johnny Carson, *960


ΣΚΕΨΕΙΣ

*
Γιατί η πράξη της αναπαραγωγής να έχει τα σκήπτρα της ηδονής και όχι η διατήρηση στη ζωή; Μιλάω για το φαγητό.

*
Ο θεός, όταν υποχρεώνει τον άνθρωπο να αναπαραχθεί, τον καλεί με τον ερεθισμό και τον ανταμείβει με την ηδονή. Παραφράζω τον Savarin που είπε: Ο Δημιουργός, όταν υποχρεώνει τον άνθρωπο να φάει, τον καλεί με την όρεξη και τον ανταμείβει με την ικανοποίηση.

*
‘Τα ζώα χορταίνουν – ο άνθρωπος τρώει’ λέει σε άλλο σημείο ο Savarin. Κι όμως, η γάτα μου νιαούριζε, σκαρφάλωνε πάνω μου και δεν με άφηνε να φάω μακαρόνια με σάλτσα εάν δεν έβαζα λίγο στο πιατάκι της. Όταν έτρωγε την αγαπημένη της κονσέρβα κουνέλι, καθόταν μετά με τις ώρες και μύριζε το άδειο της πιάτο...

*
Μπορεί το ζώο να μην ξέρει να μαγειρεύει, αλλά σίγουρα ξέρει να τρώει. Όπως μπορεί να μην ξέρει να ανάψει φωτιά αλλά ξέρει να εκτιμά τη ζέστη. (Ιδίως οι γάτες!)

*
Η αίσθηση της ικανοποίησης υπάρχει σε όλα τα έμβια όντα. Ο άνθρωπος διαφέρει στο ότι χάρη στο μυαλό του, δημιουργεί τρόπους ικανοποίησης και έξω από τη φύση. Ακόμα κι όταν η φύση είναι αντίθετη - όπως όταν ανάβει φωτιά τον χειμώνα.

*
Αντί του Savarin που υποστηρίζει πως ‘μόνο ο σοφός άνθρωπος ξέρει να τρώει’ θα έλεγα: μόνο ο σοφός άνθρωπος ξέρει να μαγειρεύει. Γιατί ο σοφός άνθρωπος ξέρει όχι απλώς να απαντά τις ανάγκες του, αλλά να τις ικανοποιεί.

*
Η μετατροπή της ικανοποιημένης ανάγκης σε ηδονή είναι δείγμα σοφίας. Τι διαφορά μεταξύ του πρωτόγονου που έτρωγε το ζώο ωμό κι αυτού που μαγειρεύει φιλέ μινιόν με μανιτάρια σε άσπρη σάλτσα!

*
Μιλάμε για τον σοφό άνθρωπο και μάλιστα, ονομάζουμε το είδος μας διπλά σοφό: Sapiens Sapiens. Πιστεύω πως θα μας ταίριαζε περισσότερο το Sapiens Epicurus ή Voluptuosus Sapiens. Με τη σοφία μας, στην ουσία, μετατρέπουμε την ανάγκη σε ηδονή. (Όσοι κατακεραυνώνουν τον καταναλωτισμό λέγοντας ότι δημιουργεί πλαστές ανάγκες χάνουν το νόημα: ο καταναλωτισμός δημιουργεί ικανοποιήσεις και ηδονές!)

*
Όσον αφορά το φαγητό, δεν θα ξέραμε τι σημαίνει πρώτο και δεύτερο πιάτο, μπαχαρικά, επιδόρπιο, σαλάτα, γαρνιτούρα, ορεκτικό, μαρινάρισμα, κοκ. Μια χημεία παράλληλη με την ακαδημαϊκή και βιομηχανική, που μόνο σκοπό έχει την πρόκληση ηδονής. Μπορεί να μην τα ‘χρειαζόμαστε’ με τη βιολογική έννοια του όρου – αλλά είναι πλαστή η αίσθηση της ικανοποίησης;


*
Πώς ανακαλύφθηκε το ότι εάν μια χήνα φάει υπερβολικά το συκώτι της αποκτά καλύτερη γεύση; Πώς δημιουργήθηκαν χιλιάδες τρόποι ζυμώσεων με το γάλα και έχουμε τυριά, από ολόφρεσκα μέχρι μουχλιασμένα; Ποιος πρωτοσκέφτηκε να αναμίξει λίγο ζουμί από ένα έτοιμο φαγητό με μίγμα χυμού λεμονιού και αυγού - και τι πειραματισμοί υπήρξαν μέχρι να βρεθούν τα (τέσσερα-πέντε όλα κι όλα) φαγητά που ταιριάζουν με τη συγκεκριμένη σάλτσα;

*
Η συμπυκνωμένη σοφία που απολαμβάνουμε στα πιάτα μας, είναι εφάμιλλη αυτής των επιστημών και των τεχνών.

*
Πρόκειται βέβαια για κοινή, καθημερινή σοφία - η οποία μέχρι πρότινος, ήταν προφορική. Δεν υπήρχαν τσελεμεντέδες, καταγραφή τοπικών συνταγών, ανθολογίες καλύτερων γεύσεων. Ούτε και σήμερα υπάρχουν. Σκόρπιες γνώσεις από πρωινάδικα και χιλιάδες βιβλία μαγειρικής χωρίς αξιολόγηση...

*
Υπάρχουν όμως για τον καθένα οι συνταγές της μαμάς – ή οι αναμνήσεις των γεύσεων από τα φαγητά της. Απ' όσδο ξέρω, είναι ελάχιστοι αυτοί που έγραψαν την αυτοβιογραφία τους και δεν μίλησαν για γεύσεις.

*
Οι ανθρωπολόγοι ανέκαθεν μάζευαν ιστορίες, τραγούδια, σκεύη. Ποτέ συνταγές. Έτσι κι αλλιώς, τα φαγητά δεν μπαίνουν σε μουσεία, δεν αφηγούνται και δεν καταγράφονται - παρά σαν υλικά και διαδικασία.

*
Καμιά συναυλία γεύσεων δεν μπορεί να δοθεί. Μια ορχήστρα μπορεί να παίζει για χιλιάδες άτομα ή να ηχογραφηθεί. Οι γεύσεις είναι αφάνταστα σκληρές με τους δημιουργούς τους. Η τέχνη του μάγειρα είναι η πιο παροδική. Τα φαγητά φτιάχνονται σε μικρές ποσότητες, καταναλώνονται προσωπικά και όταν τελειώσουν, μένει μόνο η προσωπική τους ανάμνηση. Καθημερινή Τέχνη.

*
Σαν τέχνη, η μαγειρική βρίσκεται ίσως κοντύτερα στη μουσική. Και στις δύο, απόδειξη είναι η αίσθησή τους (η γεύση και το άκουσμα).

*
Μακάρι να υπήρχε κάποια επιστήμη της 'γευσιγραφίας'... Μακάρι να μπορούσαμε να γευσιγραφούμε, με σύμβολα ή ψηφιακή εγγραφή όλα τα υπέροχα εδέσματα. Και να τα διαβάζουμε σε παρτιτούρα ή να βάζουμε ένα "γευστικό CD" για να γευτούμε ότι θέλουμε, όταν το θέλουμε...

Αδύνατον. Γιατί όπως στην πορνογραφία η ηδονή οδηγεί – και κορυφώνεται – με την εκσπερμάτωση, στο φαγητό η ηδονή της γεύσης οδηγεί – και κορυφώνεται – με το αίσθημα πληρότητας από τις συγκεκριμένες γεύσεις. Μόνο ‘ματιές’ θα μπορούσαμε να ρίχνουμε σε (υποθετικά) φυλακισμένες γεύσεις: πόνος στους σιελογόνους αδένες, όπως ο πόνος στους λαγόνες από ανεκπλήρωτο ερεθισμό.

*
Η γεύση – ίσως μαζί με την όσφρηση – αποτελούν τις πιο μοναχικές εμπειρίες. Και εάν ένα άρωμα κλείνεται σε μπουκάλι και κυκλοφορεί σε εκατομμύρια αντίτυπα, η μυρωδιά και η γεύση από ένα καλό φαγητό παραμένει παροδική και προσωπική εμπειρία.

*
Ίσως δεν είναι τυχαίο που η χώρα με την οποία δέθηκε η έννοια ‘κουλτούρα’ στο Δυτικό κόσμο, η Γαλλία, χαρακτηρίζει και την υψηλή κουζίνα. Η δεύτερη (όχι αξιολογικά) 'υψηλή κουζίνα' προέρχεται από έναν παγκόσμιο πολιτισμό, επίσης διάσημο για τον εκλεπτυσμό του: τον κινεζικό. Η τρίτη είναι η οθωμανική.


*
Εκεί που οι Δυτικοί είχαν living room, οι Οθωμανοί είχαν οντάδες. Ενώ οι Δυτικοί άρχοντες προέβαλαν τις διδαχές του πουριτανισμού, οι Οθωμανοί είχαν χαρέμια. Ενώ στη Δύση πλένονταν μόνο οι ‘παστρικές’, οι Οθωμανοί είχαν χαμάμ. Ο οθωμανικός πολιτισμός δεν άφησε έργα διάσημα για τον εκλεπτυσμό τους. Αλλά κάτι μου λέει πως η τέχνη των Οθωμανών ήταν κατεξοχήν ηδονική: η καλοπέραση, το ραχάτι, ο αισθησιασμός, η απόλαυση. Και ένας τέτοιος λαός μάλλον πειραματίζεται βαθύτερα και με τις γεύσεις...

Νοεμβρίου 05, 2006

Βλάκες με θράσος

Κοιτάζω τις ειδήσεις τελευταία και αναρωτιέμαι. Όλοι καταφέρονται εναντίον των καθηγητών που απέβαλαν, μαζί με τους κατηγορούμενους μαθητές για βιασμό, και τη μαθήτρια που τους κατηγόρησε.

Σκέφτομαι: αποβάλεις ένα μαθητή επειδή άναψε τσιγάρο στην τάξη, επειδή έβρισε έναν καθηγητή, επειδή χτύπησε σοβαρά και μπροστά σε όλους κάποιο συμμαθητή του. Δεν τον αποβάλεις για βιασμό! Δηλαδή, αν αποδειχτεί πως είναι ένοχοι και φάνε 3 χρόνια αναμορφωτήριο και 15 χρόνια φυλακή, η αποβολή τους θα σημαίνει κάτι;

Το κυριότερο όμως είναι πως ο βιασμός είναι ποινικό αδίκημα, δεν είναι φτύσιμο, βρίσιμο, μάλωμα. Είναι σοβαρό έγκλημα, για το οποίο γίνεται ανάκριση, ακολουθεί δικογραφία και επίκειται δίκη. Οι καθηγητές, ό,τι απόφαση και να έβγαζαν, θα προκαταλάμβαναν τη δικαιοσύνη. Είτε θα απέβαλαν μόνο τους μαθητές (οπότε θα τους θεωρούσαν ένοχους – τι έγινε το τεκμήριο της αθωότητας;) ή, όπως τελικά έκαναν, τους απέβαλαν όλους, δεχόμενοι τους ισχυρισμούς των κατηγορούμενων ότι υπήρχε συναίνεση.

Τι δουλειά είχαν οι καθηγητές να κάνουν συνεδρίαση; Με ποια λογική την έστησαν; Τι πήγαν να πετύχουν; Το ότι συνεδρίασαν είναι το γελοίο (και εγκληματικό), όχι η απόφαση. Και αντίθετη απόφαση να έβγαζαν, πάλι κάποιοι θα είχαν απόλυτο δίκιο να φωνάζουν. Και κανείς δεν τους λέει (τουλάχιστον δεν άκουσα) ότι εκεί είναι το λάθος τους…

Έλλειψη κρίσης λοιπόν πρώτα, όχι ρατσισμός. Ακόμα και αν, όπως λέγεται, το έκαναν για να προστατέψουν συναδέλφους ή συμπατριώτες τους, πάλι το έκαναν με παντελή έλλειψη κρίσης. Και αυτό μπορεί να είναι χειρότερο: γιατί, για να καταλάβεις οτιδήποτε πάνω σου, συμπεριλαμβανομένου και του ρατσισμού ή της κακώς εννοούμενης συναδελφικότητας, χρειάζεται πρώτα απ’ όλα κρίση. Αυτοί απέδειξαν απλώς πως είναι βλάκες με θράσος.

Οκτωβρίου 21, 2006

Ο Αδάμ ποτέ δεν ήταν αμήχανος

Mια φορά, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί (γιατί αυτοί που δε γνωρίσαμε υπήρχαν από πάντα) ήμασταν ευτυχισμένοι. Δεν είχαμε φάει ακόμα από το Δένδρο της Γνώσης.

Το Δένδρο της Γνώσης είναι η πιο ψευδής διαφήμιση στην ιστορία του Σύμπαντος. Σαν κάποιος σπόρος να προσέλαβε τον πιο καπάτσο ατζέντη και αυτός, αφού έβαλε κάτω ψυχολογικά δεδομένα και αναλύσεις αγοράς για τους υποψήφιους καταναλωτές – τους κατοίκους της Εδέμ - κατέληξε σ’ αυτό το ανίερο και παραπλανητικό όνομα. “Δένδρο της Γνώσης”.

Αχ, και να έκανε ένα βαρύ χειμώνα στον παράδεισο και να ξέμενε ο Αδάμ έτσι γυμνός που ήταν στο κέντρο του... Και να σώριαζε κάτω το κομπλεξικό δένδρο, με τους καρπούς του και τα κουκούτσια του, και να τα έκανε όλα κάρβουνα - και να έκανε έρωτα με την Εύα στη ζεστασιά του... Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι. Από κάποια στιγμή και μετά «ξέρουμε». Ως εξής:

“Και ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί αμφοτέρων, και εγνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και ράψαντες φύλλα σύκης, έκαμον εις εαυτούς περιζώματα”. Σ’ αυτές τις γραμμές κρύβεται ένα αληθινό πανόραμα του ανθρώπου.

Οι Πρωτόπλαστοι αντιλήφθηκαν ότι ήταν γυμνοί. Αντιλήφθηκαν τους εαυτούς τους, απέκτησαν δηλαδή συνείδηση της ύπαρξης τους. Ιδού η στιγμή της πρώτης διαίρεσης: μεταξύ του ατόμου και του εαυτού του. Έκτοτε ο άνθρωπος είναι το ον που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του, που μπορεί να στοχάζεται πάνω στην ύπαρξή του, που είναι ικανός για εσωτερικό διάλογο. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου (είμαι διαιρετό ον) άρα υπάρχω. Ως άνθρωπος.

Η πρώτη διαίρεση αναγκαστικά οδηγεί στη δεύτερη. Είναι η στιγμή που αλληλοκοιτάχτηκαν, αντιλήφθηκαν ότι ήταν γυμνοί και σκεπάστηκαν. Όχι, βέβαια, από τους εαυτούς τους. Η δεύτερη διαίρεση είναι μεταξύ του Εγώ και του Εσύ.

Κάθε ιστορία έχει μια λογική. Ο Αδάμ αντιλαμβάνεται ότι η Εύα είναι γυμνή και έχει στύση. Συνειδητός πλέον, για πρώτη φορά ντρέπεται - για τον εαυτό του. Η Εύα αντιλαμβάνεται ότι αυτή προκάλεσε την στύση, όπως και τη δική της σωματική αντίδραση - και σκεπάζεται. Η συνείδηση του ‘εαυτού’ και του ‘άλλου’ είναι συνυφασμένες.

(Ήτανε ίσως η στιγμή που ο άνθρωπος, από γένους αρσενικού και θηλυκού έγινε γένους σεξουαλικού; Που εν αντιθέσει με τα άλλα ζώα κατέστη ικανός να ζευγαρώνει όλη τη διάρκεια του χρόνου; Η ιστορία αναφέρεται στη στιγμή της δημιουργίας του Ανθρώπου όπως τον ξέρουμε).

Το κυριότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου μέσα από αυτή την ιστορία, είναι η απόκτηση αυτοσυνείδησης. Από μια ευχάριστη σύμπτωση (;) στα αγγλικά η λέξη self-conscious σημαίνει και αμήχανος ή αδέξιος. (Έχετε διακρίνει ποτέ στα ζώα, που δεν διώχθηκαν από τον παράδεισο, αμηχανία ή αδεξιότητα;) Αντίθετα εμείς, στις στιγμές αμηχανίας αντιλαμβανόμαστε ακόμα και την αναπνοή μας, το πως κρέμονται τα χέρια μας στα πλευρά. Είναι η ύψιστη – και πλέον δυσάρεστη - αίσθηση αυτοσυνείδησης. Τότε ειδικά, θα θέλαμε να φτύσουμε τον αναθεματισμένο καρπό και να ξαναγυρίσουμε στην χαμένη μας μακαριότητα. Να είναι τυχαίο που, στην πιο κλασσική αντίδραση αμηχανίας - το ξεροκατάπημα – ονομάζουμε αυτό που ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό μας... “μήλο του Αδάμ”;

Οκτωβρίου 14, 2006


ΕΚΛΟΓΕΣ & ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Πώς ψηφίζει μια πόλη χωρίς πρόσωπο;


Η Αρτάνις μού έκανε την τιμή να μου αφιερώσει το post της για τις δημοτικές εκλογές και τους ακραίους τσαμπουκάδες υποψήφιους. Εδώ, μαζί με τους υπόλοιπους Θεσσαλονικείς, κρατώ τα θλιβερά πρωτεία. Ονομάζει τους υποψηφίους 'Τα φαινόμενα του Βορρά (Κ.Π.Ψ.) (Κ.Π.Ψ.= Καρατζαφέρης, Παπαθεμελής, Ψωμιάδης).

Είναι καλό να μη γίνεται διασπορά της συζήτησης – οπότε, πηγαίνετε στο blog της για σχόλια. Εδώ, βάζω μια φωτογραφία που αναφέρεται στο σχόλιό μου και δεν μπορούσα να αναρτήσω εκεί. Είναι από την Αχειροποίητο, η σκαλισμένη επιγραφή στ’ αραβικά ‘‘Ο Σουλτάνος Μουράντ Καν πήρε τη Θεσσαλονίκη στα 833’ (1430 με το χριστιανικό ημερολόγιο).

Θα τα πούμε εκεί!

Οκτωβρίου 05, 2006

Καθημερινά αξιοθέατα

Επίσκεψη σε εκκλησίες και τον καθεδρικό. Τυπική διαδρομή σε ξένο μέρος. Καθόμουνα πάντα στις πίσω θέσεις. Από εκεί βλέπεις πανοραμικά το θόλο και το ιερό, αλλά και περνάς απαρατήρητος από τους πιστούς. Αυτοί ήρθαν εκεί για να προσευχηθούν, εσύ τραβάς φωτογραφίες. Είσαι σε ‘αξιοθέατο’.

Στις εκκλησίες όμως, ξεγυμνώνεται η ανθρώπινη αδυναμία. Ανάμεσα σε ανθρώπους μαθαίνουμε να κρύβουμε τον πόνο μας, να διατηρούμε ένα πρόσωπο αξιοπρέπειας. Στην εκκλησία ο άνθρωπος βρίσκεται πρώτα ενώπιον του θεού. Και αφήνεται. Πώς μπορείς να αγνοήσεις δίπλα σου αυτήν την πραγματικότητα;

Στις ορθόδοξες εκκλησίες οι παρακλήσεις γίνονται κυρίως μπροστά σε εικόνες. Δύσκολα θα σκεφτόμουν να αποτυπώσω (ανώνυμα, απρόσωπα, γενικά) τέτοιες στιγμές. Ίσως στο γονατιστό περπάτημα της Τήνου, που είναι μαζί προσευχή κι δρώμενο. Επίσης, οι μετάνοιες, το σκύψιμο, ο πνιγηρός διάλογος με τις εικόνες, προσδίδουν κάποιο στοιχείο εκτόνωσης κι εξωτερίκευσης. Στις καθολικές εκκλησίες κάθεσαι στα στασίδια και προσεύχεσαι – δεν σε βιάζει κανένας που περιμένει πίσω, βρίσκεσαι μόνος ενώπιον του θεού σε μια ακινησία.

Δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Φωτογράφιζα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, τα σκυμμένα πρόσωπα. Λιγοστά. Όποτε κοιτάζω αυτές τις φωτογραφίες, μου πιάνεται η ψυχή. Γιατί η κοπέλα πιάνει το πρόσωπό της, το κεφάλι της, σταυρώνει τα χέρια κοιτάζοντας επιτακτικά στο ιερό;

Κι εκείνα τα τεράστια αγάλματα από πάνω, θα δείξουν συμπόνια στο μικρό σκυμμένο κεφαλάκι του έφηβου; Το κοριτσάκι (σε προηγούμενο θέμα) καθόταν τόσο στητά που μου φάνηκε μαθήτρια θρησκευτικού σχολείου. Σαν να διεκπεραίωνε υποχρέωση.




Α, τι ωραίος που είναι ο καθεδρικός! Μαρμάρινος, με χρυσές λεπτομέρειες, αλφαδιασμένα ξύλινα στασίδια! Μια γεωμετρία απάλυνσης του ανθρώπινου πόνου. Ο κόσμος τετραγωνίζεται, αποκτά τρούλο, δείχνει πιο ασφαλής από όσο είναι έξω και μέσα μας. Και καμπαναριά υψώνονται βοηθώντας τη φωνή να φτάσει πιο ψηλά.

Αγάλματα και εικόνες εκατέρωθεν – «εδώ σε ακούμε» φαίνονται να λένε. «Ησύχασε». Από παντού.

Στις πανοραμικές φωτογραφίες, τα σκυμμένα κεφάλια δεν ξεχωρίζουν – αλλά είναι εκεί. Μέρος του σκηνικού. Σκύβουν στην ανθρώπινη έκφραση της ουράνιας τάξης, ζητώντας λίγη και στη ζωή τους.

Δεν ξέρω αν είναι μαζοχιστικό χαρακτηριστικό μου ή σύμπτωση, αλλά την πρώτη μέρα που έφτασα, είδα ένα παλιό νεκροταφείο από το παράθυρο του ξενοδοχείου και ήταν το πρώτο μέρος που επισκέφτηκα. Και είναι οι άλλες φωτογραφίες, που μου πιάνουν την ψυχή.


Ένα από τα πρώτα πράγματα που είδα, φάνηκε σαν βάρκα που χρησιμοποιήθηκε για αλλού. Το ζωντανό λουλούδι μέσα της μου θύμισε μια άλλη φωτογραφία, από τη Δοϊράνη.

Ξάφνου, άκουσα μέσα μου τους γνωστούς στίχους που δεν ήταν για μια ιδέα, ούτε για τη ζωή. Ήταν για την απουσία. Η μνήμη: ένα αδειανό πουκάμισο, μια Ελένη.

Φωτογράφιζα τα λόγια της θλίψης, σκεφτόμενος πως είναι ίδια σε όλες της γλώσσες – και ας μην τις μιλάς. Το άγαλμα τώρα θυμίζει τα σκυμμένα πρόσωπα του ναού - και οι επιτύμβιοι τις λέξεις τους. Όλα μαρμαρωμένα.


Πρώην κομμουνιστικό κράτος: η ζωή σε τετράγωνα. Η ύβρις της λογικής, του οργανωμένου, του τάχα μου ασφαλούς, δεν δείχνει πουθενά τόσο κενή όσο απέναντι στη μόνη αμετακλητότητα της ζωής. Δεν προσπάθησαν καν να θίξουν το θέμα.


Η φθορά κι αυτού του θανάτου. Και πίσω, θολά, πάντα η χαρά της ζωής.


Τα φθινοπωρινά φύλλα – με σκιές πάνω τους. Ο πιο βουβός συμβολισμός.


Ως και οι γάτοι των νεκροταφείων ήταν εκεί (Κι εγώ ανάμεσα στους συγγενείς των πεθαμένων / κυκλοφορώ / ο συγγενής των γάτων / που είναι άγριοι και μόνοι / και ποτέ δεν μ’ άφησαν / να τους χαϊδέψω). Μάλιστα, ο συγκεκριμένος (τον έβλεπα από το παράθυρο) τριγυρνούσε πάντα στο ίδιο μέρος. Ήταν τάφος τέως πρωθυπουργού και αν δεν είχε πεθάνει πριν 50 τόσα χρόνια, θα ορκιζόμουν πως είναι δικός του. Γιατί μπορεί «Ο Πρόεδρος! / Ακίνητη. Στο κέντρο.» Μπορεί «Χειροκροτήματα. / Α κ ί ν η τ η.»

Αλλά δεν υπάρχει πίστη σαν της γάτας.


Σας μελαγχόλησα.

Λίγο οι φωτογραφίες, λίγο η μετασεπτεμβριανή μελαγχολία της επιστροφής στην καθημερινότητα, λίγο η φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη – μαζεύονται πολλά.

Σε τελευταία ανάλυση... τα πραγματικά ανθρώπινα, τα βρίσκεις συνεχώς μπροστά σου όταν επισκέπτεσαι το βασίλειό τους. Πείτε μου εκκλησία και νεκροταφείο που να μη γεννούν σκέψεις που ξεπερνάνε και διακοπές και το καινούριο παρά σε πάνε πίσω στο βασικό και αιώνιο.

Λοιπόν, έτσι ήταν η παραμονή μου έξω; Γεμάτη βαριά ερωτήματα; Θα σας βγάλω ψεύτες... Και γέλασα, και ήπια, και μέθυσα και έφαγα – και γνώρισα καλό κόσμο. Και όσον αφορά τα βαριά και οριζόντια, το όρθιο αλφάδι – να πάρει – νικάει το ξαπλωτό, ακόμα (ή ιδίως) ξαπλωμένο.

Μια ακόμα για το δρόμο...


Οκτωβρίου 01, 2006


Η γραφομηχανή, η σόμπα, τα κινητά και... η μπρίζα

Όταν το ’90 έφευγα για να μείνω μόνιμα στο εξωτερικό, πήρα μαζί μου μια ελληνική γραφομηχανή. Θα χρειαζόταν στην αλληλογραφία μου με επιχειρήσεις και οργανισμούς της Ελλάδας. Σκεφτόμουν μάλιστα με περηφάνια όταν την τακτοποιούσα (δίπλα σε μια φινλανδική γραφομηχανή) ότι είμαι πολύ καλά εξοπλισμένος.

Δεν τη χρησιμοποίησα ούτε μια φορά. Το ’91 γνώρισα τους υπολογιστές - μάλιστα, στον πρώτο που έγραψα έσπασα το space, καθώς το βαρούσα... αναλογικά. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, είναι ασύλληπτο για αλλαγή γλώσσας σε ένα κείμενο να αλλάζεις μηχανή. Απλώς πατάς Alt-Shift.

Είχα και μια παλιά γραφομηχανή, αγγλική και μαύρη σαν αυτή της φωτογραφίας. Δυστυχώς, μια οικογενειακή ατυχία, μας έκανε να τη χάσουμε. Είχε ένα πράσινο πρόσθετο κουμπί πάνω της, σαν ουλή, που την έκανε να μοιάζει ακόμα πιο παλιά – και… ‘δικιά μας’.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να την αναζητήσω.

Από τα ‘παλιά’ πράγματα της οικογένειας, έχω ακόμα μια μονοκόμματη μαντεμένια σόμπα με λεπτή διακόσμηση και ασήκωτη (πρέπει να ζυγίζει τουλάχιστον 250 κιλά), ένα ρολόι τοίχου που δεν δουλεύει πια, μια και δεν βρίσκεται μάστορας να το επιδιορθώσει και μια σκαλιστή οβίδα από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναφέρεται η μάχη, η ημερομηνία, η τοποθεσία και το όνομα αυτού που τη σκάλισε. Πάνω της ο δικέφαλος αετός, η κορώνα, τα συναφή. (Αλήθεια, υπάρχει άλλο κράτος να σκαλίζει οβίδες και να τις μετατρέπει σε βάζα;)

Έχω όμως μερικές αγάπες για παλιά πράγματα, σαν φετίχ. Πάντα ήθελα ένα παλιό ραδιόφωνο – από εκείνα τα τεράστια, σωστά κουτιά επικοινωνίας: πάνω τους δεν είχαν απλώς μεγακύκλους και νούμερα, αλλά ονόματα πόλεων. OSLO – WARSAW, MOSCOW, PARIS, ROME. Μηχανήματα που σε καλούσαν να έρθεις σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο. Έχω φτάσει στο ‘παραπέντε’ να αποκτήσω ένα: πριν χρόνια, βρήκα ένα όπως ακριβώς το ήθελα. Μου είπαν πως ήταν ‘κλεισμένο’ και εάν δεν περνούσε ο πελάτης την επομένη, θα το έπαιρνα. Δυστυχώς, ο πελάτης πέρασε.

Μια άλλη μου αγάπη τελευταία, είναι τα κινητά μου. Τα παρακολουθώ από παλιά (μάλιστα, ήμουν μάλλον ο πρώτος που έκανε πειράματα η NOKIA για την φωνητική αναγνώριση στα ελληνικά). Τα πρώτα κινητά τα είδα στο δρόμο όπου βλέπαμε τα πυροτεχνήματα, την πρωτοχρονιά του ’90: ήταν ένα κανονικό αναλογικό σταθερό που το κρατούσε μια γιαγιά με δυο χέρια ενώ ένας παππούς δίπλα της, ευχόταν όλο καμάρι από το ακουστικό χρόνια πολλά – μάλλον στα παιδιά τους. Σε ένα χρόνο τα κινητά έγιναν μικρότερα (στο μέγεθος μεγάλου μπουκαλιού Coca Cola) γεμάτα γωνίες και κεραίες 20 εκατοστά. Σε δύο χρόνια, χανόντουσαν στην παλάμη. Το πρώτο πραγματικά καταναλωτικό κινητό της ΝΟΚΙΑ (τώρα φαίνεται σαν παντόφλα) θα το αγοράσω – πρώτα για μένα που ‘μου μιλάει’ και ίσως γι’ αυτό, πιστεύω πως σε 5-10 χρόνια θα και για τους άλλους πραγματικά συλλεκτικό κομμάτι.

Με τους υπολογιστές ποτέ δεν είχα τέτοια προσωπική σχέση: τους αγαπάω όσο με εξυπηρετούν αλλά τους ξεχνάω εντελώς μόλις αποκτήσω το νέο. Ο ATARI ενός φίλου μου, που παίζαμε σκάκι στην τηλεόραση και έκανε μια ώρα να φορτώσει το πρόγραμμα από κασέτα, δεν με είχε εντυπωσιάσει καθόλου. Αν έπαιζε brake-out, θα το ζήλευα. Είμαι βλέπετε της ενδιάμεσης γενιάς που μεγάλωσε με ‘ηλεκτρονικά παιχνίδια’ (έτσι τα λέγαμε). Pac-man, τουβλάκια, μέλισσες, που τα παίζαμε σε ειδικά μαγαζιά (‘ηλεκτρονικών’). Ήμουν άσσος στα τουβλάκια – σε σημείο να μου βγάζουν την μπρίζα επειδή έπαιζα πολλή ώρα. (Φασιστική πράξη: αχ και να ήξερα τα δικαιώματά μου! – όταν έριχνα τα δεκάρικα ήταν καλά!)

Άντε, μου βγήκε και ο οργισμένος δεκαπεντάχρονος.

Με τον Pac-man ποτέ δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Το βαριόμουν, κι ευτυχώς: ήταν τόσο δημοφιλής, που έπρεπε να περιμένεις ώρες μέχρι να έρθει η σειρά σου.

(Τον αλήτη τον μαγαζάτορα που μου έβγαζε την μπρίζα!!!)

Γύρω στα 88-89, βγήκαν και τα τετρίς σε φορητά παιχνίδια. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου λέει κατά τις δώδεκα «άντε, σταμάτα να παίζεις». Κι εγώ, «εντάξει». Μετά από είκοσι λεπτά (νόμιζα), την ακούω να σηκώνεται: έπαιζα όλη νύχτα!

Χμ… τι ήθελα να πω; Α, ναι: για τη χαμένη γραφομηχανή. Για τη σόμπα, το παλιό ραδιόφωνο, τα κινητά…

Και τον αλήτη τον μαγαζάτορα που μου έβγαζε την μπρίζα!!!


Οι φωτογραφίες είναι από εδώ κι από εκεί

Σεπτεμβρίου 22, 2006


Π...ν

Φίλοι, καλησπέρα (γράφω απόγευμα). Μόλις γύρισα από ένα μακρύ ταξίδι στο εξωτερικό – μπορούσα να έχω σύνδεση με ίντερνετ, αλλά είπα και να κάνω μια βδομάδα αποτοξίνωση και να μη χάσω ούτε στιγμή φωτογράφησης. Παρόλο που πήγα για δουλειά, γύρισα με 1.200 φωτογραφίες και μια αίσθηση ότι δεν είδα σχεδόν τίποτα. Ο λόγος, ότι το Π...ν της Πολωνίας έχει τόσα μέρη. Ακόμα σημαντικότερο: δεν αποτελεί τουριστικό προορισμό. Θυμάμαι στο Ίνσμπρουκ, έναν από τους πιο διάσημους προορισμούς, μετά από τέσσερις ημέρες έφυγα με αίσθηση ικανοποίησης αλλά και ‘μπουχτίσματος’ (ήταν υπερβολικά ατσαλάκωτο). Από το Π...ν έφυγα με μια ισχυρή αίσθηση ανικανοποίητου και την ανάμνηση μιας εξαιρετικά ζωντανής και ‘αληθινής’ πόλης.

Βοήθησε, βέβαια, και ο καιρός: ουσιαστικά είχαμε καύσωνα!

Η πάνω φωτογραφία, από τον καθεδρικό.

Η κάτω φωτογραφία, από το γραφείο μου. Έχω φέρει πίσω περίπου μισό κυβικό μανιτάρια του δάσους (πουλιούνται στη λαϊκή) και τα αποξηραίνω. Ovi που τα ξέρεις: βρήκα kantarelli, tatti όλων των ειδών, ukonsieni και kangashapero. Στην κουζίνα μου ήδη η πρώτη μανιταρόσουπα ευωδιάζει. Από τις άλλες (εξαιρετικές) γεύσεις ξεχωρίζω το μπίγκος (ξινό λάχανο με κρέας), το ζούρεκ (ζημωμένη σούπα σίκαλης) και το τοπικό γκούλας. Έχει επίσης σημασία πως οι ντόπιοι τρώνε τις σούπες σαν φαστ φουντ, οπότε τα μικρά μαγαζάκια είναι και το καλύτερο μέρος (θα τρώγατε ποτέ γύρο στο Χίλτον;).



Αλκοολούχο κερασάκι ήταν η βότκα Βιμπόροβα (WYBOROVA). Αν τη βρείτε, μην της χαριστείτε: σας χαρίζει αυτή το επόμενο πρωί, χωρίς ίχνος πονοκέφαλου!


Σεπτεμβρίου 03, 2006

Blank

Blank document: η τελευταία φράση που είδα πριν ανοίξει το έγγραφο (ανάμεσα σε άλλες επιλογές, στο δεξί μέρος της οθόνης). Ανοίγω το λεξικό.

Blank: λευκός, άγραφος, κενός άκαρπος / χωρίς ενδιαφέρον γυμνός / χωρίς χαρακτηριστικά, μονότονος.

Αυτό είναι το ψηφιακό (ή συμβατικό) χαρτί πριν γράψουμε κάτι. Τώρα, αν το έλεγα αυτό στο δρόμο ή σε μια άσχετη παρέα, δεν θα έβγαζαν νόημα – κάποιος μπορεί να βλέπει ένα λευκό χαρτί σαν μέρος για να κάνει τους λογαριασμούς του super market. Αλλά μιλάω σε μπλόγκερς – πάει να πει, σε άτομα που έχουν νιώσει τη μαγεία (ή την πρόκληση, ή το φόβο, ή το κενό σκέψης, ή την αδημονία) μπροστά... σε ένα κομμάτι λευκό χαρτί. Τέτοιο είναι κάθε post πριν το γράψετε.

Ο φόβος; Να μείνει το χαρτί με τα χαρακτηριστικά του blank, παρότι γέμισε γράμματα: γυμνό, χωρίς χαρακτηριστικά, μονότονο.

Διαβάζω παρακάτω: blank σημαίνει και ‘καθαρός’, ‘απροκάλυπτος’. (Πράγματι, το κενό δεν ξέρει από επιτήδευση και αυτοπροστασία.)

Κάποιοι από αυτούς που είναι έτοιμοι να δεχτούν την πρόκληση ενός λευκού χαρτιού, νιώθουν ακριβώς έτσι. Όταν η περιπέτεια της γραφής δεν καλύπτεται από ματαιοδοξία δηλώνει διάθεση για επικοινωνία. Ας μη γελιόμαστε: φτιαχτή, δήθεν, απατηλή, κουμπωμένη κι εγωιστική επικοινωνία δεν νοείται. Αν ξεκινούν από blank επίπεδο επιτήδευσης και αυτοπροστασίας, τέτοια θα είναι τα γραπτά τους όταν γεμίσει η σελίδα: καθαρά και απροκάλυπτα.

Κι ακόμα καλύτερα αν η θεά Μούσα, που δεν λογαριάζει από αναλογικά, συμβατικά και ψηφιακά μέσα παρά μονάχα από λέξεις, ευλογήσει τέτοιους ανθρώπους. Και είναι χαρά να διαβάζεις κείμενά τους.

Αλλά κάθε λεξικό που σέβεται τον εαυτό του, συνεχίζει με τις παράγωγες φράσεις.

Blank cheque: λευκή επιταγή (μεταφ.) εξουσιοδότησης εν λευκώ. Τέτοια είναι, ανά πάσα στιγμή, η εξουσιοδότησή μας απέναντι (κυριολεκτικά) σε ένα λευκό φύλλο χαρτί. Και (πιο κυριολεκτικά) απέναντι στον εαυτό μας, Γιατί τον εαυτό μας έχουμε μπροστά σ’ ένα λευκό φύλλο χαρτί. Σίγουρα υπάρχει ο ‘ιδεατός αναγνώστης’ (η ιδέα που έχουμε γι’ αυτόν που θα διαβάσει το κείμενό μας και που μπορεί να είναι το τάδε νικ ή ο τάδε άνθρωπος). Ο ιδεατός αναγνώστης κατευθύνει ως ένα σημείο την πένα μας ή τα δάχτυλά μας – αλλά τον κύριο τόνο και τη θεματολογία, τα δίνουμε εμείς.

Πάλι παράγωγες φράσεις, πάλι ο φόβος: να βγάλουμε, μετά από κάποια ώρα προσπάθειας, ένα blank cartridge: άσφαιρο φυσίγγιο. Να καταλήξουμε (ιδιωματισμός) να ‘κάνουμε μια τρύπα στο νερό’.

Εάν πετύχει η προσπάθεια, κυρίως απέναντι στον εαυτό μας, θα έχουμε πει κάτι που πριν (για μας) ήταν ανείπωτο. Κάτι που θα έχει καλύψει ένα κενό. Που έχει σβήσει μια ανάγκη.
Υπάρχει και αυτή η λεξικογραφική εκδοχή. Blank, σαν ρήμα, σημαίνει: καλύπτω απαλύνω, σβήνω.

Και προχωράμε.

Αφιερωμένο στο Ν. Δήμου – διάβαζα χθες το κείμενό του ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΘΕΜΑ (από το βιβλίο του ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ). Άνοιξα το WORD χωρίς να ξέρω τι θέλω να γράψω – και οι επιλογές στο πλάι αποτέλεσαν κυριολεκτικά, το έναυσμα για ένα ‘ελεύθερο θέμα’.

ΥΓ. Σύμπτωση: τη μέρα που το ανεβάζω, ο Νίκος Δήμου άνοιξε το νέο μπλογκ (μέσω κινητού). Το mobiledoncat.com

Αυγούστου 07, 2006

S.O.S.
(Ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης λατρεύει να χτίζει Αύγουστο!)
[reloaded με photo]

Ούτε καν δεκαπενταύγουστο δεν ήρθε και είδα έκπληκτος ότι τώρα διάλεξε ο Παπαγεωργόπουλος να περιφράξει την νέα παραλία. Υπενθυμίζω: Αύγουστο προέκυψε η εκκλησία Κυρίλλου-Μεθοδίου στην παραλία της Θεσσαλονίκης, Αύγουστο προέκυψε το αναψυκτήριο στην ίδια παραλία, Αύγουστο το αναψυκτήριο μετατράπηκε σε υπερπολυτελές μπαρ-ρεστοράν (ονόματι INTERNI), Αύγουστο μπήκαν οι λαμαρίνες στο κέντρο της πόλης όπου θα ανεγερθεί το νέο Δημαρχείο (όπως φάνηκε, απλώς για να κόψουν τα τρία τεράστια πεύκα που βρίσκονταν εκεί – οι αληθινές εργασίες άρχισαν μήνες μετά).

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, αλλά υπάρχει οργασμός παράνομων κατασκευών στο κέντρο της πόλης από τις αρχές της πόλης. Πάει να πει, τον Αύγουστο υπάρχουν ειδήσεις και μάλιστα μεγάλες, απλώς δεν υπάρχουν αναγνώστες και δημοσιογράφοι. Ενώ οι τελευταίοι κάνουν τις διακοπές τους, οι υπάλληλοι κατασκευών δουλεύουν υπερωρίες.

Περίφραξη στην παραλία με λαμαρίνες στιλ Συνόδου Κορυφής 2002! Τι πάει να κάνει; Τι θα δούμε σε 15-20 μέρες να γίνεται εκεί;

Αύριο θα έχω και φωτογραφίες.

Η Πατουλίδου, ο Μπουτάρης, οι άλλοι υποψήφιοι τι λένε; Δεν τα είδανε; Είναι μικρό πράγμα η περίφραξη της παραλίας για την πόλη – και μάλιστα, προπαραμονές εκλογών; Εδώ πρέπει να υπάρξει συνέχεια...

____________________________

Σήμερα πήγα λοιπόν και το είδα από κοντά. Το περιφραγμένο μέρος είναι πάνω από 500 μέτρα παραλίας και χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι ακόμα προσπελάσιμο από τη μεριά της παραλίας (το περίφραξαν μόνο από τη μεριά του δρόμου) και ξεκινάει από το σταθμό ρύπανσης και υδάτων, φτάνοντας περίπου μέχρι το παλιό 5ο Γυμνάσιο. Πιστεύω πως μέχρι αύριο-μεθαύριο (9-10 Αυγούστου) θα είναι κι αυτό απροσπέλαστο: ήδη είχαν ξεκινήσει να κλείνουν τη μόνη ελεύθερη δίοδο.

Το δεύτερο μέρος είναι πλέον εντελώς περιφραγμένο και «απαγορεύεται η είσοδος» μου είπε κάποιος ημίγυμνος εργάτης που εκτελούσε χρέη ‘φρουρού’ στην ‘πόρτα’ που έκαναν πάνω στην παραλιακή. Φτάνει μέχρι το τρίγωνο όπου χωρίζεται η παραλιακή με την Α. Παπανδρέου και αρχίζουν οι καφετέριες.

Ρώτησα και το έργο είναι τελικά τα θεματικά πάρκα. Κατά την προσφιλή του μέθοδο, ο Παπαγεωργόπουλος ξεκινάει κι αυτά από την περίφραξη και μήνα Αύγουστο.

Ένα εξαίρετο άρθρο πάνω στο θέμα, έγραψε ο Ημίαιμος (θα το βρείτε εδώ). Επίσης, άλλα post / άρθρα για τις παράνομες παρεμβάσεις στην παραλία θα βρείτε στο κυρίως blog του, (ιδίως) το post Η ανάπτυξη δια θαλάσσης 3 και τα σχόλια, ανάμεσά τους και δύο δικά μου όπου αναφέρομαι πιο εκτενώς στο ιστορικό των αυγουστιάτικων παρεμβάσεων στην παραλία (ανέγερση εκκλησιών, μπαρ, κτλ.).


Και τώρα οι φωτογραφίες.

Εδώ ξεκινάει η περίφραξη (αριστερά είναι η παραλιακή, λεωφόρος Μ. Αλεξάνδρου) που κόβει την πρόσβαση στη θάλασσα.


Το μέρος που είναι ακόμα προσβάσιμο. Το νεοκλασικό κτήριο στο βάθος είναι το παλιό 5ο Γυμνάσιο. Στην κάτω φωτογραφία, οι παραλιακές πολυκατοικίες που βρίσκονται λίγο ανατολικότερα.



Το μέρος που έκλεισε ολοκληρωτικά: οι λαμαρίνες μπαίνουν περίπου μισό μέτρο πάνω από τη θάλασσα, οπότε...


...αναγκαστική έξοδος. Και ο ανάδοχος...


Έχοντας αφήσει πίσω περίπου 300 μέτρα ψηλού φράχτη, βαδίζω προς το ανατολικό τέλος (άλλα τόσα). Στο βάθος, το σημείο όπου διαχωρίζεται η παραλιακή με την Α. Παπανδρέου.


Και το ανατολικό τέλος μπροστά από το πάρκο του Μεγάρου Μουσικής. Ο δρόμος κομμένος ολοκληρωτικά - ποιος είπε ότι μια παραλιακή πόλη πρέπει να έχει πρόσβαση στην παραλία της;



Είχα ακούσει ότι το έργο θα ξεκινούσε Μάρτιο («μέχρι τότε θα έχει ξεμπερδέψει με τις προσφυγές» άκουσα να λέει στέλεχός του Δημάρχου). Τελικά είτε η νομική διαπραγμάτευση με τους φορείς της πόλης (βλ. ‘έτσι θέλω’), πήρε περισσότερο, ή το timing για το ξεκίνημα ήταν καλύτερο αυγουστιάτικα και προπαραμονές δημοτικών εκλογών!

Ο Παπαγεωργόπουλος θέλει να ηγηθεί μητροπολιτικού Δήμου και δηλώνει έτοιμος γι’ αυτό, δίνοντας σαν δικαιολογία την (πολύ πιασάρικη) διάθεση αποκέντρωσης από την Αθήνα. Για την παντελή έλλειψη ελέγχου στην τοπική αυτοδιοίκηση (που τη φέρνει πρώτη σε διαφθορά σε μια χώρα που είναι πρώτη σε διαφθορά) ...ούτε λέξη. Λες και μια προσπάθεια δημιουργίας νέου θεσμού δεν θα έπρεπε να ξεκινήσει από τη δυνατότητα ελέγχου του...

Accountability. Λέξη-κλειδί και αυτονόητη για κάθε θεσμό, που στα ελληνικά όχι απλώς δεν υπάρχει σαν έννοια, αλλά ούτε σαν λέξη. ‘Ελεγξιμότητα’ – τρέχα γύρευε τι καταλαβαίνει ο καθένας ότι σημαίνει.

Ιουλίου 29, 2006

Μπου χου (και κάτι πιο σοβαρό)

Μπου χου χου χου χου! Κλαψ λυγμ σνιφ... Γκρρρρρρρρρρρρρρ! ΓΜΤ! $%&#@*&$%@!!!!!

Μαμαααααααααααααααά!!! Μπου χου χου χου χου!!!

Ουααααααααααά!!!!

Σνιφ....

_______________________

Αλλά υπάρχουν και πιο σοβαρά από το τέλος των διακοπών ενός ανθρώπου.

Να πω για την αγαπημένη μου παραλία. Τη γνώρισα με τα πόδια, πάει να πει, κάποια στιγμή στα 18 μου περπάτησα τη Χαλκιδική γύρω-γύρω. Έπεφτε βράδυ, στρώναμε κάτω τα sleeping-bag και κοιμόμασταν. Ξυπνούσαμε, τρώγαμε το καρπούζι που είχαμε βάλει στο κύμα για να είναι δροσερό και ξεκινούσαμε πάλι. Στα χωριουδάκια (συναντούσαμε τουλάχιστον ένα κάθε μέρα) τρώγαμε κάπως καλύτερα και συνεχίζαμε...

Κάποια στιγμή, είδα ένα τοπίο που θύμιζε Πολυνησία. Ένα μικροσκοπικό νησάκι (διάμετρος μικρότερη από 100 μέτρα) σκεπασμένο όλο με πεύκα και ήταν δεν ήταν 100 μέτρα από την ακτή. Οι παραλίες αυτό που θα λέγαμε 'ιδιωτικές', για τέσσερα-πέντε άτομα, με έναν φανταστικό γαλαζοπράσινο όρμο κοντά, πεύκα σχεδόν μέχρι την ακτή (και η ίδια η ακτογραμμή σκεπασμένη με αλμυρίνια – ή αλμυρίκια) που σε ανάγκαζαν να προχωράς στο νερό για να πας δίπλα.

Κάθε χρόνο μου σφίγγεται η καρδιά για το τι θα αντικρίσω... Κάθε χρόνο κάτι αλλάζει. Πριν πέντε χρόνια ένα σπιτάκι με τσιμεντόλιθους και ελενίτ στην σκεπή έκανε την εμφάνισή του τρία (!!!!) μέτρα από την ακτή. Φέτος υπάρχει συρματόπλεγμα γύρω του, που φτάνει μισό μέτρο από την ακτή! Και δύο ακόμα κτίσματα, σαν την καλύβα του Καραγκιόζη, καθώς και ελιές φυτεμένες γεωμετρικά μέσα στο περιφραγμένο «οικόπεδο».

Κάποια στιγμή, με την άναρχη νομιμοποίηση θα δηλωθεί σαν παλιά καλύβα ψαρά και θα αποκτήσει άδεια.

Ήμουν (και είμαι) στο παρά πέντε να κάνω καταγγελία. Προχωρώντας λίγα μέτρα, άλλη μια καλύβα – πιο πρόχειρη από την πρώτη, με ένα κομμένο τεράστιο πεύκο δίπλα και ένας... κήπος. Φωνάζω «είναι κανείς εδώ;» να του τα ψάλλω του μαλάκα, αλλά βλέπω μόνο ένα λυκόσκυλο στην πόρτα της καλύβας και κάποιο γαύγισμα από μακριά.

Προχωράμε στην παραλία και κάνουμε το μπάνιο μας. Η παραλία αυτή είναι αγαπημένη από όσους την ανακάλυψαν – κάποιος, σαν εμένα, έρχεται εκεί εδώ και είκοσι χρόνια. Φέτος βρεθήκαμε (τα προηγούμενα χρόνια μάλλον είχαμε διαλέξει διαφορετικές ήμερες) κι αρχίσαμε να μιλάμε.

Δεν μου έλεγε πολλά. Ίσως και να έκρυβε κάτι ή να ήταν και μέρος του προβλήματος. Αλλά κρατάω δύο πράγματα: Πρώτον, ότι είναι καλύτερα να χτίζονται καλύβες παρά τίποτα αυθαίρετες βίλες με μπετόν. Διαφωνώ από τη μια, συμφωνώ από την άλλη. Σκέφτομαι με τρόμο την ημέρα που θα δω μπετόν στην ακτή και στο δάσος – αλλά και οι καλύβες θα μείνουν έτσι;

Δεύτερον, κι εκεί που ήμουν σίγουρος ότι θα κάνω καταγγελία, μου λέει ότι η δεύτερη καλύβα ανήκει σε κάποιον που τα έχασε όλα στα χαρτιά, δηλαδή ουσιαστικά άστεγο. Μένει εκεί και το χειμώνα - γι’ αυτό και το κομμένο πεύκο για καυσόξυλα.

Κάνεις λοιπόν καταγγελία σε τέτοιο άνθρωπο;

Έλα όμως που καθώς φεύγαμε, το σκυλί που ήταν κρυμμένο άρχισε να γαυγίζει και να πλησιάζει άγριο και επικίνδυνα τη φίλη μου. Ο τύπος έκανε εκεί το σπίτι του, αλλά έκανε και την παραλία απροσπέλαστη αμολώντας τα σκυλιά του!

Πού φτάνει η ασυδοσία των πολιτών; Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η έλλειψη κράτους πρόνοιας για τους άστεγους; Πήγαμε πίσω στην εποχή των κλεφτών κι αρματολών που δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις στην ύπαιθρο;

Καταγγελία ή όχι; Για να χαίρομαι εγώ την παραλία μου να καταγγείλω άστεγο; Από την άλλη, να δεχτώ την ασυδοσία του καθενός;

Δεν έχω απάντηση.


Ιουλίου 10, 2006

ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Διακοπές, διακοπές διακοπές διακοπές. Διακοπές διακοπές (διακοπές, διακοπές) διακοπές διακοπές διακοπές. Διακοπές – διακοπές - διακοπές διακοπές. Διακοπές διακοπές διακοπές διακοπές διακοπές.

Διακοπές,

Διακοπές.

Ιουλίου 05, 2006

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΛΑΘΟΣ
(η φαντασία στο πάλκο)

Ένα από τα αγαπημένα μου θέματα, είναι στίχοι τραγουδιών που ακούσαμε λάθος. Η συλλογή μου ξεκίνησε με καλή μαγιά, καθότι τυγχάνω εξαιρετικός στο ‘άλλα λέει κι άλλα τραγουδώ’. Ίσως γι’ αυτό ο Σαββόπουλος περιγράφει την περίπτωση χρησιμοποιώντας το όνομά μου: «κι ο Γιαννάκης τραγουδεί / άμα είναι όλα άγραφα κάτι θα βγει...»

Βέβαια, κάποιες φορές στις παρέες βγαίνει κάτι εντελώς κουφό. Αν ακούσατε ποτέ ‘Πετιμέζ, Πετιμέζ΄ όλο πάθος, εγώ ήμουν. Τραγουδούσα εμβατήρια. Αν έχετε δική σας περίπτωση, προσθέστε την.


Φίλος:
Κι αν χιονίζει και αν βρέχει, το αγριογούρουνο αντέχει

Εγώ, μικρός:
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, πετιμέζ, πετιμέζ, πετιμέζ και με τα βούρλα

Κι εγώ μεγάλος:
Όλα καλά κι όλα ωραία, εσύ ήσουν μ’ άλλονε παρέα, και που Σωκράτη να τραγουδήσεις;

Μια φίλη:
Στάθηκα ινσουλίνη (αντί: στάχτη θα σου μείνει – τραγούδι του Καλογιάννη)

Εγώ, σε κάποιο ταξίδι με το ΚΤΕΛ (μου έδωσε κάτι να σκεφτώ):
Μονάζει η γάτα θέλεις δικά σου (τελικά: μονά-ζυγά τα θέλεις δικά σου)

Εγώ, μεγάλος:
Καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί τρία, όχι και λατρεία, δίχως και φιλιά

Και μια φίλη:
Μια Μαρούλα μια σταλιά, δύο επί τρία....
Κι αναρωτιόταν: τι Μαρούλα μια σταλιά είναι αυτή, ντουλάπα είναι!

Πολλοί, απ’ ότι κατάλαβα, δεν ζητούν από τους ήρωες να δίνουν το αίμα τους:
Θέλει κι ζωντανοί να πίνουν το αίμα τους

Αλλά πάει μακρύτερα: Κάποιος άκουγε:
Θέλει κι οι Ζωντανίνα πίνουν το αίμα τους (οι Ζωντανίνα: αιμοδιψής φυλή)

Από την apousia:
Δυό πράσινα μάτια με μπλε-μπλε φαρίδες

Και τώρα, ψαρεμένα από το νετ (δίνω το νικ του συντάκτη)

Frida
να μείνεις εδώ, να φτάσουμε ως το τέρμα του χατζηγιαννη
να μην είσαι δω.... να φτάσουμε ως το τέρμα

fairies_wear_boots
Με ένα τοσοδούλι μίνι, ροζ και διάφανο μπικίνι, κάνω ντου και τρομάζει ο ντουΝιας......
Εγώ άκουγα: Με ενα τοσοδούλι μίνι, ροζ και διάφανο μπικίνι, κάνω ντουΖ και τρομάζει ο ντουΖιας.....
(ο ντουζιάς είναι ο κύριος που ειναι υπεύθυνος για τα ντουζ)

Ilianashiamishi,
Ο Χατζηγιάννης λέει: «...στον άγιο πικρό λαιμονανθό...» εγώ αναρωτιόμουν ποιος είναι ο Άγιος Πικρόλαιμος!


antreas_dr
Μέχρι πριν λίγο καιρό και εγώ όπως οι περισσότεροι άλλωστε έλεγα......

Με βιολί σαν του Ροβιόλη
θα χορέψουν και οι διαβόλοι

Παιδιά.... δεν υπάρχει κανένας Ροβιόλης

το σωστο είναι

Με βιολί σαντουροβιόλι (σαντούρι και βιολί)
θα χορέψουν και οι διαβόλοι!!


rouli726
"Η αγάπη θέλει προϋπηρεσία μεροκάματο ξενύκτι και νταλκά, θέλει η καρδιά ζωή στην αγωνία στα μπαρέα ένζυμα και στ' ανθυγιεινά"

Ai8erobamwn
Αραπίνες, μαύρες ΞΕΔΟΝΤΙΑΡΕΣ, με ουίσκυ και γλυκές κιθάρες.....

Άναψε το τσιγάρο δως μου φωτιά
Έχω μεγάλο ΝΤΕΡΤΙΜΕ ΣΤΗΝ καρδιά.....

Ως προς τον Πασχάλη που τραγουδάει «παραδόσου λοιπόν άνευ όρων μωρό μου» εγώ έλεγα "πάρε φόρα μωρό μου ", μια φίλη μου "κάνε χώρο μωρό μου " και μια άλλη φίλη "κατηφόρα μωρό μου ".

Κι ένα του Θαλασσινού:
«Θαλασσα τους θαλασσινους, θαλασσακι μου/θανασσακη μου....»


kalhmera
" Ελα μωρακι μου το στρωμα ειναι καπιτονε, ελα μωρακι μου γιατι αργεις να πεις το ναι κτλ κτλ" ο μπαμπάς μου ακουγε: "Ελα μωρακι μου, στομα ειναι θα πει το ναι, ελα μωρακι μου γιατι αργεις να πεις το ναι κτλ κτλ"!!!

"Ο δικος μου ο δρομος μ'εχει χρονια διαλεξει στην οδο γραφει ΜΟΝΟΣ επικυνδυνη λεξη κτλ κτλ", νομιζα πως ελεγε για μια οδο Γραφιμωνος....

Ιουλίου 01, 2006

Τα Φανταρίστικα

(ΜΑΝΑ ΜΕ ΣΤΙΛΑΝΕ ΣΤΟ ΝΕΒΡΟ!)


Ο στρατός έχει απίστευτα απλή λογική. Οποιοσδήποτε απέχει παράνομα από τις υποχρεώσεις του ή μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι. Σαν αποτέλεσμα, στα ‘προβληματικά τάγματα’ στοιβάζονται πυρηνικοί φυσικοί που κηρύχτηκαν ανυπότακτοι λόγω διδακτορικού με ναρκομανείς, εργαζόμενοι στο εξωτερικό με τσαντάκηδες, άτομα που δεν είχαν δηλωθεί στα μητρώα (καθόλου ‘φλώροι’: ένας μάλιστα ανήκε στην εθνοφρουρά!) με παλιννοστούντες και τσιγγάνους που ούτε νιώθουν ότι χρωστάνε στην Ελλάδα, ούτε μιλάνε καλά-καλά ελληνικά. Σαν ανυπότακτος κι εγώ, όταν γύρισα στην Ελλάδα (33 χρονών) παρουσιάστηκα σε τάγμα προβληματικών.

Η απλή λογική του στρατού δεν παύει να εκπλήσσει: εφόσον είχα πτυχίο κοινωνιολογίας, τη δεύτερη μέρα με κάλεσε ο διοικητής και μου ανάθεσε να βοηθώ όσους είχαν πρόβλημα στη θητεία τους. «Κι εσύ πώς είσαι σίγουρος ότι δεν χρειάζομαι εγώ βοήθεια;» έλεγα από μέσα μου καθώς τον άκουγα άφωνος. Από προβληματικός στρατιώτης, σε μια νύχτα και χωρίς να με ξέρει κανένας, έγινα κοινωνιολόγος στην υπηρεσία της εύρυθμης λειτουργίας του στρατοπέδου - κι αργότερα του στρατού.

Αποδείχτηκε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της ζωής μου.

Τις πρώτες εβδομάδες υποδέχτηκα μια ολόκληρη ‘σειρά’ νεοσύλλεκτων (περίπου 2.000 άτομα). Η δουλειά μου ήταν να κάνω ένα πρώτο ξεψάχνισμα και μετά να εμβαθύνω. Περιττό να πω, η ακαδημαϊκή μου εκπαίδευσή δεν είχε καμιά σχέση με αυτή την αποστολή. Βοήθησε πολύ ένας ψυχολόγος, μετέπειτα φίλος, τότε ανυπότακτος σαν εμένα (και νυν λέκτορας). Εκ των υστέρων, μπορώ να πω ότι έτσι όπως γίνεται αυτή η δουλειά στον ελληνικό στρατό, χρειάζεται ωριμότητα, καλή κρίση και πραγματικό ενδιαφέρον. Ήμουν σίγουρος μόνο για το τελευταίο.

Τα παιδιά που υποδέχτηκα προέρχονταν από αγροτικές περιοχές και ασθενέστατες οικονομικά τάξεις (θεωρούνται κι αυτά δυνάμει προβληματικά). Ασθενείς οικονομικά, όμως, σημαίνει και ασθενείς κοινωνικά: δεν έχουν φωνή, δεν γνωρίζουν δικαιώματα, δεν απαιτούν σεβασμό και δεν πιστεύουν ότι τον εμπνέουν. Δεν είναι άβγαλτοι στη ζωή, είναι άβγαλτοι στην κοινωνία: θέλουν να τελειώνουν και να πάνε πίσω στις οικογένειές τους, να συνεχίσουν να βοηθούν στο σπίτι. Περίπου οι μισοί μάλιστα, ήταν αναλφάβητοι.

Εδώ πρέπει να σας γνωρίσω κάτι σημαντικό και επικαλούμαι την υπομονή σας, Αντιγράφω παλιό κείμενο:

Πολλοί Έλληνες έχουν σοβαρές δυσκολίες να υπηρετήσουν τη θητεία τους, παρότι το θέλουν. Βασική αιτία είναι το ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας. Στις αγροτικές περιοχές, είναι αρκετά συνηθισμένο ένας νέος να συντηρεί τους γονείς του και τα μικρότερα αδέλφια του. Θα περίμενε κανείς από την πατρίδα να ελαφρύνει κάποιες από τις υποχρεώσεις του στρατιώτη για όσο διάστημα αυτός την υπηρετεί.

Όχι μόνο δε συμβαίνει αυτό, αλλά ο ελληνικός στρατός δεν αναγνωρίζει τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα ως αιτία προσωρινής αναβολής. Ακόμα κι αν ασθενήσει ένας γονιός ή συμβεί κάποιο δυστύχημα, ως μόνη αιτία προσωρινής αναβολής θεωρούνται οι ψυχολογικοί λόγοι. Ο στρατιώτης υποχρεώνεται να ζητήσει εξέταση από τον ψυχίατρο.

Θεσμικά, ο στρατός υποστηρίζει ότι ο στρατιώτης απέκτησε ψυχολογικά προβλήματα λόγω οικογενειακών προβλημάτων και απολύεται προσωρινά. Η διάγνωση του ψυχιάτρου αναγράφει πάντα: ‘αγχώδεις εκδηλώσεις στο έδαφος της συμπεριφοράς». Ο άτυχος στρατιώτης ελπίζει μόνο στη φράση ‘στο έδαφος της συμπεριφοράς’ – σε κάποιον με ψυχολογικά προβλήματα γράφουν ‘στο έδαφος της προσωπικότητας’. Και οι δύο όμως, όταν ξαναπαρουσιαστούν, θεωρούνται αυτόματα περιορισμένης ικανότητας λόγω ψυχολογικών προβλημάτων: "Γιώτα-3 ή Γιώτα-4 ΨΥΧ". Θεωρητικά, μπορεί να αλλάξει το ‘Γιώτα’ κάποιου πριν απολυθεί. Από τη μια, όμως, πολύ σπάνια διοικητής αναλαμβάνει αυτήν την ευθύνη γιατί τότε θα του δώσει όπλο (αν συμβεί κάτι θα βρεθεί υπόλογος: ο στρατός είναι το βασίλειο αποφυγής ευθυνών) και από την άλλη, πολλοί διοικητές θεωρούν ότι πολλοί στρατιώτες αποκτούν σκόπιμα ‘γιώτα-ψυχολογικό’ για να γλιτώσουν τις σκοπιές - και σαν εκδίκηση, τους απολύουν στιγματισμένους.

Σωστά καταλάβατε: το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν παρέχει ίχνος πρόνοιας σε όσους καλεί να το υπηρετήσουν, αλλά ιατρικοποιεί τα οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα. Το κείμενο συνέχιζε:

Πολλά προβλήματα δεν ξεπερνιούνται μέσα στο μισό ή τον ένα χρόνο που διαρκεί μια αναβολή. Εδώ αρχίζει ένας φαύλος κύκλος. Η οικονομική ανόρθωση ή η δημιουργία οικογένειας είναι δυσκολότερες για κάποιον που έχει πάρει αναβολές για ψυχολογικούς λόγους – για να μην αναφερθούμε στις επιπτώσεις από ένα πιθανό «τρελόχαρτο».

Ένα απίστευτο έγκλημα, η τέλεια απουσία ανθρωπιάς και λογικής εκ μέρους του κράτους. Η ιατρικοποίηση οικονομικών και οικογενειακών προβλημάτων - κυριολεκτικά, δεν είναι βαρύγδουπο - ντροπιάζει τη δημοκρατία μας: ό,τι ακριβώς καλούνται να υπηρετήσουν οι στρατεύσιμοι. Ο πάλαι ποτέ στίχος του Σαββόπουλου: ένα κράτος που θριαμβεύει με μια ατέλειωτη στριγκλιά / διαφυγή καμιά.

* * *

Τα δύο χιλιάδες άτομα που υποδέχτηκα, μου έδωσαν μια από τις συγκλονιστικότερες εμπειρίες της ζωής μου. Αναγκαστικά θα μιλήσω προσωπικά: Εκεί πραγματικά ανακάλυψα ότι προδιαθέτω να με εμπιστεύονται οι άλλοι. Εκεί ανακάλυψα τη πράξη τού να βοηθάς σαν απτή πραγματικότητα, τόσο φυσικά όσο ο καιρός, με την αξιοπρέπεια ζώου ανάμεσα σε ζώα, χωρίς να υπάρχει στο ελάχιστο κάποιο αίσθημα αφ’ υψηλού. Εκεί σήκωσα μια μέρα το κεφάλι από τα χαρτιά (είχαν περάσει μέρες χωρίς να το καταλάβω) και είδα να με κοιτάνε δεκάδες μικροί χαμογελαστά και να μου λένε ‘καλημέρα’ με σεβασμό και καλή διάθεση – δεν μπορώ να το ξεχάσω! Και φυσικά, εκεί έμαθα ότι μπορείς να βρεις το πιο ακριβό, χρήσιμο κι ενδιαφέρον πράγμα εκεί που ελάχιστα το περιμένεις!

Κάποιες - ετερόκλητες - στιγμές δείχνουν την ένταση και το βάθος των γεγονότων. Πέρα από δύο απόπειρες αυτοκτονίας (ευτυχώς, από άτομα που δεν είχα προλάβει να δω):

Την πρώτη ημέρα με βρήκε ένας τοξικομανής που έκανε την ένεση πριν μπει, με την ελπίδα να ‘καθαρίσει’ από την πρέζα στο στρατό. Τον πήγα στο ιατρείο (είχε ήδη συμπτώματα στέρησης). Τόλμησα και είπα στο γιατρό ‘και αν τον κρατούσαμε μια-δυο μέρες, μπας και γίνει κάτι.’ Με κοίταξε μην πιστεύοντας στ’ αυτιά του. Είχε δίκιο – αλλά ‘αν’... Τελειώνουν ποτέ; Σίγουρα, βέβαια, ο στρατός είναι το τελευταίο μέρος για 'αν'.

Ένα άλλο παιδί, πάμπτωχο, είχε πατέρα με χρόνια αρρώστια, μεγάλο αδελφό ανάπηρο από τροχαίο και όταν έφυγε, την οικογένεια ανέλαβε η μητέρα και – όσο μπορούσε – ο μικρός του αδελφός. Έρχεται και με βρίσκει έξαλλος στο γραφείο: ο μικρός του αδελφός χτύπησε με το μηχανάκι και ήταν στο νοσοκομείο - δεν ήξερε πόσο σοβαρά. Ο στρατός λέει ότι πριν την ορκωμοσία δεν επιτρέπεται να βγεις εκτός αν έχεις ειδική άδεια από τον διοικητή (ούτε συζήτηση γι' αυτό). Η μόνη τέτοια άδεια (για όλη την περίοδο πριν την ορκωμοσία) δόθηκε σε έναν ποδοσφαιριστή του Παναιτωλικού, Φούσσια αν θυμάμαι καλά (ναι, δεν αντέχω, το λέω το όνομα!). Έβαλα τον στρατιώτη που έτρεμε από το κλάμα να καθίσει και άρχισα να του μιλώ. Απλά και με λογική (από μέσα μου έτρεμαν κι εγώ). «Δεν ξέρεις αν ο αδελφός σου είναι σοβαρά, ενώ ξέρεις τι θα συμβεί αν πηδήσεις τα κάγκελα. Θα πάρεις Γιώτα Ψυχολογικό, θα έχει επιπτώσεις στη ζωή σου.» Με άκουσε προσεκτικά, ηρέμησε και έφυγε – μάλιστα με ευχαρίστησε. Έπεσα στην καρέκλα και κοίταζα το κενό. «Τι του είπα και ηρέμησε;» αναρωτήθηκα. Εγώ στη θέση του θα τα έκανα λίμπα, δεν θα άκουγα τίποτα! Όπως είπα, δεν είναι άβγαλτοι στη ζωή – κάθε άλλο, από μια άποψη εμείς είμαστε βουτυρόπαιδα μπροστά τους. Αυτοί είναι που χτυπούν το βούτυρο, εμείς αυτοί που το τρώνε. Ούτε θέλουν να λουφάρουν. Ζούνε σε μια πραγματικότητα σκληρή και ο στρατός δεν τους δίνει ευθύνες, τους αφαιρεί. Βρίσκονται εκεί για να τελειώσουν και να γυρίσουν πίσω στην πραγματικότητα.

Αλλά πέρα από τον Μαρξ υπάρχει η κουλτούρα: δεν είναι μόνο οι στρατιώτες-κτηνοτρόφοι από φτωχές περιοχές... Δεν θα ξεχάσω εύπορο στρατιώτη από επαρχιακή πόλη. Ο αδελφός του είχε ψυχολογικά προβλήματα αλλά παρακολουθούσε ψυχίατρο στην Αθήνα, από το φόβο στιγματισμού στη μικρή κοινωνία. Ο στρατιώτης μού εκμυστηρεύτηκε ότι κι αυτός αντιμετώπιζε προβλήματα (ανέφερε ένα σωρό), κι ότι ανάμεσα στα άλλα, σκεφτόταν σοβαρά την αυτοκτονία. Υπηρετούσε στα σύνορα και καθημερινά έκανε περίπολο με γεμάτο όπλο. Μίλησα στο διοικητή ο οποίος τον έδιωξε αμέσως και μετά με ευχαριστούσε ξανά και ξανά. Δεν σκέφτηκα τότε στιγμή να μη μιλήσω στο διοικητή – αλλά ακόμα θυμάμαι τον στρατιώτη. Όνομα, επίθετο, πόλη... Ανάθεμα στο σύστημα που βάζει ανθρώπους σε τέτοιες καταστάσεις: πρώτα απ’ όλα ανθρώπους σαν αυτόν , μετά τον - κάθε - εμένα!

Λόγω της ειδικότητάς μου σαν οπλίτης-κοινωνιολόγος (επίσημης πλέον), δεν έκανα υπηρεσίες όπως σκοπιές, καθαριότητες, κτλ. Για να σου ανοιχτούν οι στρατιώτες και να σου εκμυστηρευτούν τα προβλήματά τους χρειάζεται εγγύτητα (π.χ. να μην είσαι βαθμοφόρος) αλλά και κάποια απόσταση. Η απουσία υπηρεσιών δίνει αυτήν την απόσταση (δεν λες τα εσώψυχά σου, ελπίζοντας σε βοήθεια από το διοικητή, σε κάποιον που σαν εσένα, καθαρίζει τουαλέτες).

Τις δύο φορές που φύλαξα σκοπιά, αλλά και από κάποια βιβλία θαλαμοφυλάκων στα στρατόπεδα όπου έμενα – έκανα περιοδείες πλέον σ' όλη την Ελλάδα -, αντέγραφα στιχάκια και φράσεις που μου έκαναν εντύπωση. Δεν ήμουν προετοιμασμένος, έγραφα μέχρι και σε πακέτα τσιγάρων. Τα μηνύματα ήταν σκαλισμένα στους τοίχους ή σε ξύλα, γραμμένα με μαρκαδόρο ή μελάνι. Αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η συγκομιδή μου εάν φύλαγα σκοπιά σε περισσότερα μέρη (η καλύτερη πηγή - όχι βέβαια ότι θα το ευχαριστιόμουν). Πάντως θα άξιζε τον κόπο μια τέτοια συλλογή. Βλέπεις νέους άνδρες – κάποιοι παιδιά – να γράφουν με απίστευτη τρυφερότητα, αμεσότητα, χιούμορ, σιχτίρι, άγνοια, έρωτα, αυτό που έχουν στην καρδιά τους. Γράφουν στους ομοίους τους ή στο υπερπέραν....

Για μένα, ήταν ακόμα μια αποκάλυψη. Τα λόγια που αντέγραφα ήταν τόσο μακριά από το ποιος είναι σωστός και ποιος λάθος, από τα κλισέ του αμόρφωτου και ασυγκίνητου τσομπάνη, ή του δεκαοκτάρη τσογλανιού της πόλης. Μοιάζει με μια δυναμική της Ελλάδος που δεν εκτιμούμε. Σας παραδίδω τη συλλογή μου αυτούσια (όπως την αντέγραψα, μαζί με την ορθογραφία).

______________


ΣΤΗ ΣΚΟΠΙΑ Φούντοσα
Το Μαύρο!
Και ερχεται περίπολο και με πιάνει
και αντί για πειθαρχείο μου πήρε το ντουμάνι.
Γαμω το

______________

στρατόπεδο-στρατόπεδο
διαόλου μαλακία
που το κορίτσι μου έχασα
γι’ αυτή τη μαλακία

______________


Είσαι γύρω μου παντού μα δε σ’ αγγίζω
Θέλω δίπλα σου και πάλι να γυρίσω
Πρέπει να φύγω από εδώ και το μπουρδέλο ν’ αφήσω
Το ξανασκέφτομαι, κοντοστέκομαι, γιατί; αφού έχω τόσα μαζί σου για να ζήσω
Αν φύγω τη ζωή μου θα διαλύσω
Αυτά της ΝΙΚΑΙΑ 255

______________

ΣΑΝ ΠΑΡΩ ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ
ΝΑ ΦΥΓΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΝΩ
ΣΕ ΕΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
ΘΑ ΕΡΘΩ ΝΑ ΣΕ
ΞΕΚΑΝΩ!!!

______________

Έχω πείξει στη σκοπιά
όπως το τυρί στο βαρέλι,
το τυρί όταν πείζει γίνεται
ωραίο το ίδιο και εγώ
ΠΑΤΩΝ 257

______________

Θέλω να πάρω τα βουνά ομως βαριέμαι
το ξανασκέφτομαι, στην Αντωνάκου κάθομαι κι εσένα συλλογιέμαι
το όπλο στέκει αμίλητο και όλο το κοιτάζω
Θέλω να αρχίσω το όνομα σου να φωνάζω. ΣΟΦΙΑ ΔΕΝ ΣΕ ΑΛΛΑΖΩ

[Αντωνάκου: όνομα σκοπιάς]

______________

ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΟΜΩΣ ΠΑΤΡΙΔΑ
ΚΑΙ ΓΡΑΨΑΝ ΣΤΟ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΠΩΣ
ΑΝ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
ΚΟΥΜΑΝΤΟ ΕΔΩ ΚΑΝΕΙ Η ΣΗΜΑΙΑ.
ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ. ΕΧΕΙ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΜΕ
ΠΙΑΝΕΙ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ. ΛΕΣ ΝΑ
ΓΕΜΙΣΩ ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΟΧΗ ΚΑΙ
ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΝΑ ΒΑΡΑΝΕ ΠΡΟΣΟΧΗ
ΣΑΛΟΝΙΚΑ 12/1/99

______________

Θα περάσουνε οι μέρες θα περάσει ο καιρός
τους νέους θα γαμάω και δεν θα κάθομαι σκοπός
και όταν μπει το 2000 και θα μετράω ν’ απολυθώ
να έχετε έτοιμο ψυχίατρο γιατί ίσως τρελαθώ
ΑΠΟΛΕΛΕ ΚΑΙ ΤΡΕΛΕΛΕ

______________

ΣΕ ΑΥΤΗ
ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ
ΕΔΩΣΑ ΜΑΧΗ ΜΕ
ΤΟΝ ΥΠΝΟ... ΚΑΙ
ΕΧΑΣΑ...

______________

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ
ΑΛΛΑ Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΤΑ
ΕΧΕΙ ΜΕ ΑΛΛΟΝ
______________

256
Μαλακιες η σκοπια
δεν περναει η
ωρα ρε παιδια
αλλα πρωσοχοι
μην κοιμηθης
γιατι στην
Αλλη ακρη
της ΕΛΛΑΔΑΣ
θα βρεθεις

______________


Μπορει να ειμαι νεος
Μπορει να ειμαι ψαρι
Μα θα παλιωσω αγαπη μου
Και θα σε βλεπω παλι

______________

Βαλε τα ρουχα τα καλά
βαλε τ’ αρωματα σου
Ερχομαι με μεταθεση
Κοντα στη γειτονια σου
123

______________

Ειναι δύσκολα, αλλά πρεπει να
περάσεις μια μέρα αποδο για να
μπορεσεις, μια μέρα να έχεις
αρχιδια στην Ελλαδα. Θελω
να πω, για να κάνεις κάτι
καλό στην πατριδα με όλη
την ησυχια σου

απ’ τον
χρηστος

______________

ΤΟΛΗΣ
Ολα τα μακαρονια
που εφαγα ολα
θα τα ενοσω
θα κάνω σιδηροδρομο να ρθώ να σ’ ανταμόσο

______________


ΜΑΝΑ ΜΕ ΣΤΙΛΑΝΕ ΣΤΟ ΝΕΒΡΟ!







Ιουνίου 29, 2006


TRIUMPH

Δεν είναι τα καλύτερα γυναικεία εσώρουχα (αυτά είναι τα Perla, τα Victoria’s Secret, κτλ.). Αλλά είναι μια παράξενη διαφήμιση για γυναικεία εσώρουχα.

Και φυσικά, ανύπαρκτη (άσκηση στο πανεπιστήμιο). Οι εταιρίες δεν τολμούν τόσο πολύ. Όλες προτιμούν τις κλασικά αισθησιακές φωτογραφίες με μοντέλα.

Πάνε χρόνια (περίπου 10) και τη βρήκα καθώς έγινα Σλίμαν στα αρχεία του Η/Υ μου.

Πληροφοριακά, πολλές φωτογραφίες γυναικών σε διαφημίσεις με εσώρουχα, είναι πειραγμένες με τον εξής τρόπο: κρατάνε το πλάτος σταθερό και αυξάνουν το ύψος. Έτσι, οι γυναίκες φαίνονται αφύσικα ψηλές, τραβηγμένες. Κάντε την αντίθετη διαδικασία (σταθερό πλάτος και μειώστε το ύψος) και θα έχετε μια πολύ πιο 'ανθρώπινη' εικόνα.

Ιουνίου 24, 2006


Ο Πάολο μύριζε μπακαλιάρο ολόγυρά του. Βρισκόταν στην παλιά περιοχή της Λισσαβόνας, όπου τον παλιό καλό καιρό, όταν το κράτος του ήτανε παγκόσμια αυτοκρατορία και όχι ένα χανζαπλάστ ανάμεσα στην Ιβηρική και τον Ατλαντικό, όταν η θάλασσα έδειχνε προς τόπους υπό κατοχή άλλων, πιο φτωχών και πιο αδύνατων λαών, και όχι πιο πλούσιων και πιο δυνατών, τότε με λίγα λόγια (η ιστορία κάθε έθνους μυθοποιεί αυτή τη λέξη αρκετές χιλιάδες φορές), φτάνανε οι ναυτικοί και εκθέτανε ό,τι πιο πλούσιο κι εξωτικό είχαν μαζέψει από τα ταξίδια τους σ’ αυτήν την περιοχή.

Άλλοι λαοί θα κάνανε ό,τι μπορούσανε για να ξεχάσουν τέτοιες δόξες. Θα κάνανε την περιοχή μουσείο, σίγουροι πως δεν θα περνούσανε από εκεί σε γενεές δεκατέσσερις. Αλλά οι Πορτογάλοι, θαλασσινός λαός με 75 σύμφωνα στο αλφάβητό τους και άλλα τόσα φωνήεντα, τη μοιραία στιγμή της πτώσης τους τηγάνιζαν. Ναι, τηγάνιζαν μπακαλιάρο. Κάποιος από το τσούρμο άρχισε τότε ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι. Μην έχοντας όμως χρυσάφια να μετρήσει και διαμάντια να υπολογίσει, άρχισε να πολλαπλασιάζει τραγουδιστά τα φωνήεντα της γλώσσας του με τα σύμφωνα και να κάνει προσθαφαιρέσεις με τους 58 διφθόγγους. Κάποιος άλλος τότε (πάλι τότε) παράτησε το ρεφρέν αυτού του αυτοσχέδιου τραγουδιού (οκτακόσια! οκτακόσια!) και άρχισε να φωνάζει ότι το αποτέλεσμα ήταν όσες και οι συνταγές για μπακαλιάρο που ήξεραν! Θεοί και Κύριοι! Μαζεύτηκαν όλοι, ξανάκαναν τους πολλαπλασιασμούς, προσθαφαίρεσαν τους διφθόγγους, βάλαν κάτω τις συνταγές, είχε δίκιο! Seize και merde, με διπλή μερίδα απ’ όλα τα γράμματα. Αυτό κι αν ήταν θαύμα, ζωντανό, σπαρταριστό, με λεμόνι και ντομάτα κατευθείαν από την Κίνα!

Μια συγκυρία γλώσσας και φαγητού, σ’ ένα μεσογειακό τσιμπούσι, τους έφερε όλους με τα χέρια στις τσέπες και μαύρο καθρεφτέ γυαλί τετ-α-τετ με το Μεγαλοδύναμο. Το τσούρμο γύρισε δυτικά και είδε σαγιονάρες και γυαλιά μυωπίας σε κοκάλινο σκελετό. “Μάο” είπε με μια φωνή (καραβίσια βρισιά από μακρινά ταξίδια) και άρχισαν να χτίζουν τα τσαρδιά τους οι ψαράδες. Οκτακόσια το σύνολο. Από τότε τα λάφυρα είναι διαφορετικά. Η περιοχή μυρίζει μπακαλιάρο.

Ιουνίου 23, 2006


Την αναφέραμε στο προηγούμενο post, ας τη δούμε κιόλας: η caipirinha (καϊπιρίνια). Η επιτομή του κοκταίηλ – και αλκοολούχα σπεσιαλιτέ μου. Αν βρείτε λευκή Ypioca, η μόνη Κασσάσα (Cachaça) που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πείτε μου να σας δώσω και τη συνταγή.

Ιουνίου 21, 2006

Μακάρι να συνδεόταν με υπολογιστή κι εκτυπωτή. Κάποτε, στη γωνία Hämeenkatu και Itsenäysyydenkatu, στο κέντρο του Τάμπερε, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Φινλανδίας όπου έζησα δέκα χρόνια, είδα ένα γέρο ανατολίτη. Σαρίκι στο κεφάλι, γιλέκο από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, άσπρη βράκα χιλιοπλυμένη και ποτέ σιδερωμένη, χοντρά μαύρα σανδάλια σαν του Αλαντίν: γυριστά στις μύτες. Περπατούσε στην κεντρική γωνία με τα χέρια δεμένα πίσω από τη μέση, κοιτάζοντας γύρω με το πιο απλανές βλέμμα. Ο ορισμός του Χαμένου. Πίσω του, η αυθάδεια της νεότητας και του γλεντιού. Καλοκαίρι και γυμνοί από τη μέση και πάνω εικοσάρηδες έπιναν μπύρες φωνάζοντας και τραγουδώντας. Αυτός μπροστά τους, σαν παιχνίδι του χρόνου και του χώρου.

Ο φίλος μου ο Takuya (μίλησα γι’ αυτόν κάποια post πριν) δούλευε εθελοντής στο κέντρο υποδοχής προσφύγων. Μου είπε για κάποιον (άλλο) πρόσφυγα από την Ανατολή, που μόλις είχε φτάσει στο κέντρο μέσω ΟΗΕ. Του είχαν πει ότι βρίσκεται στη Φινλανδία και στεκόταν μπροστά στον παγκόσμιο χάρτη για να καταλάβει που βρίσκεται. Εκεί τον πέτυχε ο φίλος μου. Είχε το δάχτυλο στην Ουκρανία. «Όχι», του λέει, «εδώ είσαι» - και του μετακινεί το δάχτυλο στη Φινλανδία. «Α», απαντά εκείνος, «δηλαδή η Γερμανία είναι κοντά!» Εκεί βρισκόταν το άλλο του δάχτυλο.

Για κάποιο λόγο (περισσότεροι συγγενείς και φίλοι; προσφυγικό στάνταρ;) η Γερμανία είναι το όνειρο των περισσότερων προσφύγων. Εφόσον έφτασε ‘κοντά’, το κοινό όνειρο κάθε πρόσφυγα ήταν πιο πραγματικό.

Σκεφτείτε το μέγεθος του ξεριζώματος... Να κοιτάς στον παγκόσμιο χάρτη και να αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι. Δεν το χωράει ο καθημερινός ανθρώπινος νους.

Άκουγα, πριν λίγο, το τραγούδι του Μικρούτσικου ‘Ερωτικό’. Και σκέφτηκα, ότι η αρχή του θα ταίριαζε στους πρόσφυγες στα βόρεια κράτη (αυτά δέχονται τους περισσότερους πρόσφυγες, θεσμικά). Από τα στενά της Βαγδάτης και της Ισλαμαμπάντ στα γκέτο του Βερολίνου και της Στοκχόλμης, λαοί των Κρεμαστών Κήπων της Βαβυλώνας που πάντα ονειρεύονται, στη γη των Βησιγότθων. Και πόσα χαμένα δυναμικά! Άνθρωποι χαμένοι κοινωνικά (οι εκεί πλειοψηφίες τους έχουν αποκλεισμένους), αυτιστικά (εξεγείρονται, χτυπώντας κυρίως τον εαυτό τους και τους ομοίους τους) και θεσμικά: η ανθρωπιστική πολιτική σταματάει στους νόμους υποδοχής. Από εκεί και πέρα, ο απόλυτος – και αποτυχημένος – αυτοσχεδιασμός.


Με μια πιρόγα
φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις...

Η ‘αλμύρα στο γυμνό κορμί του’ δεν είναι από ιδρώτα; Δουλειάς ή αυνανισμού – μια και, αποκλεισμένος κάπου πρέπει να ξεδώσει; Οι Δελφοί, ο ομφαλός του κόσμου – για τον καθένα αυτό είναι η πατρίδα του. ‘Σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό’. Και... ‘πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι;’ Πώς, πραγματικά, όταν το σεντόνι είναι ποτισμένο με ιδρώτα; ‘Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά;’ Όλοι γείτονες είμαστε.


...Αγάπη, που σε λέγαν Αντιγόνη.

Και έχουν απέναντι τους πιο επιλεκτικούς γραφειοκράτες:

...κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται, βρίζοντας, ξένοι φαντάροι...

Το ξέρω ότι ‘γράφω κείμενα διαβάζοντας’. Ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των προσφύγων που αναφέρομαι και του τραγουδιού που παραθέτω. Αυτό είναι το post. Ένα τραγούδι που το έγραψα ακούγοντας. Μια εικόνα που ζωγράφισα βλέποντας. Όπως είπα στην αρχή: μακάρι να είχαν τα μάτια τσιπάκια μνήμης... Θα γινόμουν πιο κατανοητός.


Ιουνίου 17, 2006

Επηρεασμένος από την aphrodite και το post που έγραψε στο νέο blog του Νίκου Δήμου είπα να γράψω μερικά πράγματα από τις καλοκαιρινές μου διακοπές. Τις δεύτερες. Για την ακρίβεια, γι’ αυτές πήγα να γράψω σαν απάντηση στο εκεί blog, αλλά κατέληξα να μιλώ για το Άγιον Όρος. Το πως και γιατί, διαβάστε το.

Λοιπόν, πρώτες διακοπές με φίλους-φίλους (όχι συμμαθητές). Το σχολείο είχε μόλις τελειώσει. (Παρένθεση: ακόμα θυμάμαι ένα βράδυ, να κάθομαι με τους συμμαθητές μου σε ένα παγκάκι στην παραλία Θεσσαλονίκης, με τον κώλο στην πλάτη του καθίσματος και τα πόδια μας εκεί που πρέπει να κάθεσαι και να λέμε: «Μαλάκα, αρχίζει η ζωή μας!» Και να στάζει μέλι στο στόμα μας. Ας είναι καλά το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Ξεκινήσαμε από Θεσσαλονίκη τρεις άντρες, ο Frank – ή Φώτης – ελληνοαυστραλός, που χρόνια μετά έχασα σε μια θρησκευτική οργάνωση ονόματι WAY INTERNATIONAL. (Ξανά παρένθεση: ήμουν σε ένα σινεμά και είδα δύο Αγγλίδες. Τις έκανα καμάκι και με κάλεσαν σπίτι τους – δεν πίστευα την τύχη μου! Η Claire και η Una – Ιρλανδή. Όταν λοιπόν ήμουν σπίτι τους και ετοιμαζόμουν στο μυαλό μου για τα περαιτέρω, με ρώτησαν «θέλεις να μάθεις όλες τις απαντήσεις;» Εγώ θα έλεγα ΝΑΙ και αν με ρωτούσαν αν θέλω να μυρίσω το τρίτο δάχτυλο του Bigfoot. «Λοιπόν», μου λένε, «όλες οι απαντήσεις βρίσκονται στη Βίβλο.» Και μετά, όταν έβγαλαν πια και τη Βίβλο, το έπαιξα καλό - και παγωμένο - παιδί. Από μένα λοιπόν ξεκίνησε η σχέση της παρέας με το WAY INTERNATIONAL, που κατέληξε να καταπιεί και να εξαφανίσει τον φίλο μου Frank.)

Τέλος, όπως βλέπετε, η παρένθεση. Ο δεύτερος φίλος ήταν ο Λευτέρης. Χαμένος πλέον. Μεγάλη ιστορία το πως – και καθόλου ευχάριστη.

Ξεκινήσαμε με το τραίνο, που τότε έφευγε στις 12 τα μεσάνυχτα για Αθήνα και έπαιρνες τηλέφωνο στις δώδεκα και μισή για να μάθεις πόση ώρα έχει καθυστέρηση. Σαν ειδήμονες, πιάσαμε το τελευταία βαγόνι (ανοιχτό παράθυρο, λίγος καπνός από την ατμομηχανή). Α, και μέσα σε ένα κουπέ βρίσκονταν δύο Νορβηγίδες. Κουβέντα στην κουβέντα το βράδυ, εγώ μιλούσα καλύτερα αγγλικά πλην του Frank (αν και πάντα έχω την εντύπωση πως υπάρχει μια περίεργη γλώσσα, με την οποία συνεννοούνται όλοι οι τουρίστες). Τέλος πάντων, μετά τις πλάκες και τα αστεία, η μια Νορβηγίδα λέει ότι της αρέσει να σοκάρει τον κόσμο. Και με κοιτάει και με ρωτάει με νόημα: Θέλεις να σε σοκάρω;

$&%^$%*^(&)())_*). Σφαλιάρες επιτρέπονται. «Όχι» απαντάω εγώ και με ξαναρωτάει να βεβαιωθεί. &*(^&*%$%*&^*(&()&*_*_* Της το επιβεβαιώνω.

Δεν κατάλαβα κύριε Πρόεδρε. Ειλικρινά, δεν πήγε το μυαλό μου εκεί.

Το κατάλαβα μετά, και ευτυχώς που οι φίλοι μου δεν θέλαν να δουν την Ακρόπολη. Θα γινόμουν πρωτοσέλιδο για την εφεύρεση bungee jumping χωρίς σκοινί..

Αλλά... χμ... την επόμενη μέρα, ο Frank που ήταν τέλειος στα πρώτα κονέ, είχε κανονίσει να βρεθούμε μαζί τους στην Πλάκα. Και έτσι έγινε. Πλάκα, you like souvlaki, oh, I love syrtaki, πρέπει να είπα όλες τις μαλακίες και περπατούσαμε χεράκι-χεράκι (Hilde νομίζω την έλεγαν) και στο τέλος φιληθήκαμε. Για αντίο. Ναι, για αντίο. Πρόλαβα και έβαλα το χέρι μου στο πουκάμισό της, ξεχάστηκα, με ξύπνησε, ... αντίο.

Αυτό ήτανε.

Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή είναι η ιστορία του πως ξεκίνησε το ταξίδι στο Ισραήλ. Αλλά επειδή το συγκεκριμένο (για το Ισραήλ) ταξίδι είχε πολύ περισσότερη πλάκα, θα το πω άλλη φορά. Εσείς παραβλέψτε τη διόρθωση - ούτε Hilde ούτε ζημιά.

Πάρος πρώτο νησί – CAMPING ΚΟΥΛΑ και παραλία. Δύο Γερμανίδες στην παραλία και – Μεγάλε Frank που σε έφαγε η μαρμάγκα του WAY INTERNATIONAL ! – πιάνει κουβέντα μαζί τους. Εμείς από δίπλα, κάτι κλισέ για φωτιά το βράδυ, oh yes σε ό,τι κι αν έλεγαν, η πιο όμορφη ήταν η Ουλρίκε (Ουρλίκε την έλεγα, μου ερχόταν πιο εύκολα στο στόμα, ώσπου απηύδησε και μου είπε να τη λέω Ούλι – το χαϊδευτικό της). Τρεις μέρες την πιλάτευα την κοπέλα πριν τη φιλήσω... τόσο θάρρος είχα. Παρθένος 17 χρονών γαρ. Ευτυχώς δηλαδή που το νησί δεν είχε πολύ κόσμο – θα με άφηνε.

Πηδάω επεισόδια και φτάνω στο ζουμί. Κάνω για πρώτη φορά έρωτα... Και ενημέρωση μηδέν (εγώ πίστευα μέχρι τα δεκαπέντε μου ότι για να κάνει η γυναίκα παιδιά, πρέπει να κάνει έρωτα όταν έχει περίοδο. «Τι λες ρε μαλάκα!» μου είπαν οι φίλοι μου, κι εγώ όλο θράσος, είπα «υπάρχει εσωτερική κι εξωτερική περίοδος». Και σώπασαν όλοι. Για τέτοιες γνώσεις μιλάμε.) Τέλος πάντων, και πλύσιμο μηδέν. Θάλασσα και... κολλάει η πόσθη λοιπόν από την αλμύρα. Πόσθη, για όσους δεν ξέρουν είναι το πετσάκι, το πάνω μέρος που κόβουν στην περιτομή. Ε, εμένα ήταν ολόκληρο εκ φυσικού και κατεβασμένο για μέρες.... Πράγμα που δεν ήταν ΚΑΘΟΛΟΥ ΦΥΣΙΚΟ!!!!

Σαντορίνη μετά δέκα μέρες και εγώ πλέον να πεθαίνω στον πόνο. Τη φιλούσα και τραβιόμουν – δεν άντεχα! Πάω, με τα πολλά στο Κέντρο Υγείας. Τι Κέντρο και ιστορίες – ένας γιατρός που βαριόταν τη ζωή του και έψαχνε να βγάλει από τη μύγα ξύγκι. Εκεί μαθαίνω ότι η κατάστασή μου είναι ΠΟΛΥ σοβαρή – ήξερα ότι ήταν σαν μελιτζάνα, αλλά τόσο σοβαρό; Μου είπε ότι μπορεί και να το χάσω – δεν κατάλαβα το τι είπε, πρέπει να ήταν κάποια αυθόρμητη αντίδραση του οργανισμού μου, και τον ευχαριστώ (τον οργανισμό μου) γι’ αυτό. Μου βάζει λοιπόν αναισθητικό (από σωληνάριο) και δοκιμάζει να ανεβάσει το πετσάκι. Εγώ να σφαδάζω. Με αφήνει με το σωληνάριο, λέει «βάλε μέχρι να μην το νιώθεις» και πάει να δει άλλον ασθενή – ίσως, κάποιο γενναιόδωρο Άγγλο με φουσκάλες στην πλάτη. Εγώ βάζω όλο το σωληνάριο και βελτίωση δεν βλέπω. Έρχεται κάποια στιγμή μέσα, μου λέει ότι θα προσπαθήσει να το σηκώσει με το ζόρι, μου λέει να κρατηθώ από τα κάγκελα. Σαν έγκυος που γεννάει. Αυτή η εικόνα μου έρχεται στο μυαλό.

Ε, κρατήθηκα, με έκοψε στα δύο ο πόνος... ανέβηκε.

Όταν συνήλθα, ήρθε η ώρα της λυπητερής. Του λογαριασμού. Μου είχε πει ήδη κάμποσες φορές για σηψαιμία και ότι θα μου το κόβανε, αλλά δεν το κατάλαβα – ούτε τότε το καταλάβαινα. «Ποιό λογαριασμό» του λέω, «εδώ είναι δημόσιο νοσοκομείο». «Και εγώ τι σου χρωστάω να ασχολούμαι με τον πούτσο σου;» με ρωτάει. Πήγα να του απαντήσω κάτι για ηθική αλλά διπλωμένος πάνω από αυτό που δεν χρωστούσε τίποτα να ασχοληθεί, ήταν δύσκολο. Μου χρωστούσε, (την πράξη επαναφοράς: σαν γιατρός) αλλά από τη μια δεν καταλάβαινα το τι παιζόταν κι από την άλλη, δεν καταλάβαινα την πραγματικότητα. Βρισκόμουν στην άγνοια των Δωρεάν Κέντρων Υγείας και της (πιο σημαντικό) σοβαρής κατάστασής μου. Δεν πλήρωσα κι ένιωσα όμορφα με αυτό – ηθικά - μέχρι που κατάλαβα τι παιζόταν... Θα του άξιζε το φακελάκι!!!!

Στο θέμα... Πως λένε ‘πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος’; Ε, κάπως έτσι θα λέγανε ‘πήγε για έρωτα και βγήκε ευνούχος’.

Η ιστορία της πρώτης μου φοράς. Και το ανεκδιήγητο, (όταν ήμουν ακόμα καλά) σε κάθε εμβολισμό να λέει το όνομά μου – κι εγώ να ρωτάω ‘τι;’. Γιάννης – τι; Γιάννης – τι; Γιάννης – τι είναι γαμώτο;

Και μετά λένε η πρώτη φορά είναι η καλύτερη... Εξαρτάται τι διακινδυνεύεις.

Εγώ διακινδύνευσα όλες τις υπόλοιπες!

Ιουνίου 09, 2006

Θεσσαλονίκη μου μεγάλη φτωχομάνα
(ας ήσουν κομματάκι στείρα….)


Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο τότε Δήμαρχος της Θεσσαλονίκης Σωτήρης Κούβελας βρήκε το δικό του τρόπο να αντιδράσει στην (πράγματι και πέραν κάθε αμφιβολίας) φασιστική τηλεόραση του Ανδρέα Παπανδρέου: άνοιξε μόνος του ένα ραδιοφωνικό σταθμό (το FM100) και ένα τηλεοπτικό κανάλι (το TV100).

Ο Δήμαρχος – ένας εκλεγμένος άρχοντας! – πήρε το νόμο στα χέρια του. Όπως είπα, η τηλεόραση τον καιρό του Ανδρέα ήταν πράγματι φασιστική – για την ακρίβεια, γκεμπελίστικη. Δεν θα μπω στη λογική ‘και η ΝΔ έκανε τα ίδια’ απλώς, γι’ αυτό υπάρχουν οι εκλογές... Οι εκλεγμένοι – από Κοινοτάρχης μέχρι Πρωθυπουργός – δίνουν το παράδειγμα όταν αναφερόμαστε στην έννοια ‘ευνομούμενη πολιτεία’. Δεν δίνουν το παράδειγμα κατάλυσής της.

Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο: ο Κούβελας παραβίασε ορθάνοιχτες πόρτες! Μέχρι τότε, το να φτιάξει κάποιος μη πειρατικό ραδιοφωνικό και - ιδίως - τηλεοπτικό σταθμό, ήταν οικονομικά απαγορευτικό. Τα κονδύλια που χρειάζονταν ήταν τεράστια. Τότε λοιπόν η τεχνολογία έκανε το αποφασιστικό βήμα δίνοντας τη δυνατότητα σε όποιους ήθελαν, να ανοίξουν με ένα λογικό ποσό, σταθμό με αξιώσεις. Το ότι ξαφνικά ξεπήδησαν σταθμοί όπως Άνω Παναγιά TV ή ότι σήμερα έχουν εκπομπές ποδοσφαιρικές ομάδες, είναι αποτέλεσμα τεχνολογίας, όχι πολιτικής βούλησης. Όταν η τεχνολογία επιτρέπει κάτι, η πολιτική αναγκάζεται να προσαρμοστεί.

Ο Κούβελας λοιπόν, πήρε εκ του ασφαλούς και με υστεροβουλία που ξεπερνάει τα στενά προσωπικά οφέλη, το νόμο στα χέρια του. Κάτι που θα γινόταν πραγματικότητα σε λίγο καιρό σε όλη την Ευρώπη, το επέβαλε με το ζόρι στο κράτος μας. Και φάνηκε σαν να έφερε αυτός την ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα.

Με βάση αυτά θα πείτε πως είναι απαράδεκτος... Ο άνθρωπος όμως πήγε παραπέρα! Ανακοίνωσε ότι θα κάνει μόνος του μετρό στη Θεσσαλονίκη, και θα το χρηματοδοτήσει από τις διαφημίσεις των σταθμών του. Για απόδειξη, άνοιξε και τρεις τεράστιες τρύπες σε κεντρικούς δρόμους της πόλης, με τεράστιες πινακίδες από πάνω τους όπου φιγουράριζε το όνομά του. Φυσικά, ένα μετρό δεν χρηματοδοτείται με διαφημίσεις σταθμών τοπικής εμβέλειας – η τεχνολογία σε αυτόν τον τομέα δεν αναπτύχθηκε τόσο. Ιδίως, όταν οι σταθμοί αυτοί έχουν ανταγωνιστές με ονόματα ΑΝΤ1, Flash, κτλ. (όπως είπαμε, ήταν θέμα χρόνου να επιτραπεί η λειτουργία σταθμών σε ιδιώτες).

Καθώς η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων με τρεις όλους κι όλους δρόμους, οι τρύπες, όσο και αν θύμιζαν τις χρυσές μέρες του Δημάρχου, έκλεισαν άδοξα μετά από λίγα χρόνια – όταν πια είχαν καταντήσει γελοιότητα και για τον πιο φανατικό ‘κουβελικό’.

Στο μεταξύ, ο Δήμαρχος είχε μετακομίσει στην Αθήνα. Τον καιρό του αντάρτικου έκανε τραμπουκισμούς σε κάθε αρχή του τόπου, ο υπεύθυνος της αστυνομικής διεύθυνσης στη Θεσσαλονίκη αρνήθηκε να κατεβάσει τους πομπούς, ανέβηκε ο Αρκουδέας από την Αθήνα με διμοιρίες ΜΑΤ… κυλιόταν στο χώμα ο περήφανος Δήμαρχος σε απευθείας μετάδοση από τον τηλεοπτικό σταθμό του ενώ ο ραδιοφωνικός έπαιζε εμβατήρια..

Όλα αυτά εξαργυρώθηκαν με τη θέση – αν είναι δυνατόν! - του Υπουργού Πολιτισμού. Και καθώς δεν ο Μανωλιός δεν αλλάζει αλλάζοντας εσώρουχο, έγινε και ο μόνος Υπουργός Πολιτισμού που αποκάλεσε τους ποιητές… «λαπάδες».

Τον καιρό εκείνο ο Κούβελας την είχε δει μέχρι και πιθανός πρωθυπουργός. Τελικά αποδείχτηκε ανίκανος στη διαχείριση της επιτυχίας – ή η λαϊκίστικη αμετροέπειά του φόβισε πολλούς – κι άρχισε να σβήνει. Τις προηγούμενες εκλογές μπήκε στη Βουλή με εκλογοδικείο. Τώρα ιδιωτεύει, ή καλύτερα, αντιγράφει στοργικούς πατέρες όπως τους Βαρβιτσιώτη, Κεφαλογιάννη, Μητσοτάκη & ΣΙΑ: κατεβάζει στην πολιτική τον Κούβελα τζούνιορ.

Έπεται συνέχεια, με τα νεότερα φυντάνια που κυβερνάνε αυτήν την έρημη πόλη: Ψωμιάδη και Παπαγεωργόπουλο.

Ιουνίου 06, 2006

Κάποτε είχα μια γνωστή με επιληψία. Ισπανίδα, σωστό αγοροκόριτσο. Η μόνη που έχω δει να τρώει μακαρόνια και ρύζι άβραστα. Παρόλα αυτά, τυπική γυναίκα της νοτίου Μεσογείου, υποχωρητική απέναντι στον άντρα, έγραφε στα τέτοια της τον φεμινισμό. Και δήλωνε τη θηλυκότητά της, δαγκώνοντας άψητες μπριζόλες και ωμά ψάρια. Δεν υπερβάλω ούτε σε μία οξεία.

Έμενε μαζί με μια Γερμανίδα, η οποία ήταν κοκέτα μέχρι κεραίας. Το δωμάτιό της είχε κούκλες, λουλουδάκια, ήταν τέλεια ταχτοποιημένο. Δίπλα, το δωμάτιο της Ισπανίδας έμοιαζε με προσφυγικό καταυλισμό. Η Γερμανίδα ήταν ακραία φεμινίστρια... Και η ίδια η διπλωματική της, για τις πολιτικές επιστήμες, είχε σαν θέμα τη δουλειά κάποιων γκουρού από φεμινιστική ματιά. Έπαιζε στον τίτλο με τη φράση revis(it)ed. Η Γερμανίδα φλέρταρε με όλους μας και κυκλοφορούσε στο δωμάτιό της (ιδίως αφότου κατάλαβε ότι έμενε απέναντί μας) με το σουτιέν και το κυλοτάκι, ‘εντελώς’ αδιάφορη.

Η Ισπανίδα είχε ένα απαλό φλερτ μαζί μου, κι αυτό άρχισε επειδή κάποτε, όταν με το γνωστό της τακτ την είπε σε κάποιον από το Μπανγκλαντές που μέχρι τότε θεωρούσε ότι η πιο αναιδής γυναίκα λέει ένα ΄ίσως΄ κεκαλυμμένο (γιος του αρχηγού αστυνομίας της Ντάκα, ήθελε να γίνει ο επόμενος αρχηγός)... της απάντησε – απίστευτη υπέρβαση γι’ αυτόν, το πιστεύω - ότι είναι αγοροκόριτσο. Εγώ, δίπλα στη συζήτηση, σχολίασα ότι είναι μια χαρά γυναίκα. Από τότε, με έβλεπε σαν μια χαρά άντρα. (Όχι ότι δεν είμαι, αλλά... εάν δεν έχω αντίστοιχα συναισθήματα αισθάνομαι απαίσια!)

Τα πράγματα πήγαιναν ομαλά μέχρι που από τύχη, κάποια στιγμή συναντηθήκαμε στο Λουξεμβούργο. Μπαρ, δεύτερο μπαρ, τρίτο μπαρ, σπίτι της.

Δεν συγχωρώ τον εαυτό μου. Χώρισε από το αγόρι της (τα είχε, με νύχια και με δόντια, λόγω διαφορετικών κρατών) για πέντε-έξι χρόνια. Η βραδιά μας ήταν η τέλεια αποτυχία (δεν συνεννοηθήκαμε στο ελάχιστο) ... Μεθυσμένος γαρ, έδειξα αλήτης. Και δεν ξαναμιλήσαμε από τότε. Ούτε που ξέρω τι έγινε ή τι γίνεται μ’ αυτήν.

Με αποχαιρέτησε σαν κυρία που δεν δείχνει ότι έχασε ένα όνειρο και δεν ξέρει τι της ξημερώνει. Την αποχαιρέτησα σαν βρεγμένος γάτος. Τα ‘θα ξαναβρεθούμε’ και ‘να γράφεις’, ακούγονταν ηλίθια.

Ένα χρόνο μετά, έμαθα ότι ένας κολλητός μου – Γιαπωνέζος – είχε τον προηγούμενο χρόνο ένα φλερτ μαζί της. Δεν πήγαν πέρα από το χεράκι σε διάστημα δύο-τριών εβδομάδων. Εγώ, ο βλάκας, σε ένα διάστημα λίγων ωρών, πήγα στο κρεβάτι της – για να το μετανιώνω έκτοτε. Και ο φίλος μου ο Γιαπωνέζος, με κοίταξε φοβερά αποδοκιμαστικά όταν του το εκμυστηρεύτηκα.

Γι’ αυτόν, θα μπορούσα να γράψω σελίδες. Αλλά δεν θα το κάνω. Αν λένε κάτι τα ορθολογικά τεστ, ο φίλος μου γύρισε στην πατρίδα του και συμμετείχε σε τεστ εταιριών για να τον προσλάβουν. Πέντε χιλιάδες άτομα αρχίζουν τα τεστ και οι εταιρίες παίρνουν στο τέλος εφτά ή οκτώ. Στις δύο μεγαλύτερες εταιρίες, έφτασε στο τοπ-πέντε. Και αναγκάστηκε – απίθανο! – να αρνηθεί μια. Τον κάλεσαν να βγει με τον πρόεδρο και τα άλλα μέλη της διοίκησης της εταιρίας, για να τον μεταπείσουν – όχι ότι θα του έδιναν καλύτερη θέση, από τη βάση θα ξεκινούσε κι εκεί, αλλά για να δει ο ίδιος αν έκανε τη σωστή επιλογή.

Είπα... αν έχουν νόημα τα ορθολογικά τεστ. Δίνει, πάντως, μια εικόνα της ορθολογικής αξίας του. Την οποία, μακάρι να είχα κι εγώ.

Σήμερα, ο κολλητός μου δουλεύει στο Ιαπωνικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ο έτερος κρίκος της παρέας, Πορτογάλος, στήνει τη δικιά του εταιρία επικοινωνίας. Ο τρίτος (Γάλλος) επιτέλους ερωτεύτηκε με ανταπόκριση. Μας έκλασε όλους απ’ ότι καταλαβαίνουμε, αλλά στάχτη και μπούρμπερη, μια ζωή ήταν ή μόνος ή ανέλπιδα ερωτευμένος. Εγώ... μια άλλη ιστορία.

Πριν χρόνια, είχαμε κανονίσει μια συνάντηση στην Πορτογαλία, η πρώτη μετά την αποφοίτησή μας. Φτάσαμε όλοι στη Λισσαβόνα με διαφορά τεσσάρων-πέντε ωρών. Ξεκίνησα να δουλεύω το πρωί και το βράδυ βρισκόμουν σε ένα πορτογαλικό κουτούκι, εντελώς παράνομο (δηλ. ήταν σπίτι που δεν είχε άδεια κέντρου)... με ένα «μάτι» στην κουζίνα, που σημαίνει ότι αν παράγγελνες κάτι ερχόταν σε λαδόκολλα μόνο αφότου τελείωνε το προηγούμενο... δύο τραπέζια σε ένα υπόγειο, και... fado από γείτονες. Εδώ πρέπει να αποτίσω φόρο τιμής στον Μανουέλ, κάποιον που με τα καθημερινά δεδομένα θα θεωρούσαμε ‘λαλημένο’. Μιλούσε σε όλους μας στα Πορτογαλικά, ακόμα και στο Γιαπωνέζο φίλο μας. Τα τατουάζ στα χέρια του (μας είπε ο Πορτογάλος φίλος μας) έδειχναν ότι συμμετείχε στον πόλεμο της Γουινέας.

...Και ενώ έμοιαζε ‘χαζός’ στη συνομιλία, όταν ξεκινούσε η μουσική από τους γείτονες, τεντωνόταν λες και τον διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Έβγαζε κραυγές που μας άφηναν άφωνους. Έστεκε, εκεί, τρέμοντας, φωνάζοντας... και μετά, ενώ εμείς είχαμε δει την αποκάλυψη στο πρόσωπό του, καθόταν όλο φυσικότητα δίπλα μας και μας έδινε καρτελάκια κομμένα από φωτοτυπία, όπου υπήρχε μια καρικατούρα τραγουδιστή, το όνομά του και από κάτω: FADISTA.

Το έχω ακόμα...

Ήμασταν τέσσερις φίλοι που βρισκόμαστε διασκορπισμένοι αλλά... είναι και άνθρωποι που λατρεύω. Αυτοί και μερικοί άλλοι – ελάχιστοι – μαζί τους. Τώρα, να τα βάλω σε μια σειρά. Ξεκίνησα από την Ισπανίδα, χαμένη και πληγή στην καρδιά μου – αλλά όχι κολλητή.

Φίλοι που δεν σας ξέρω... ξέρετε τι θα πει Φίλος; Να έρχεται ο Πορτογάλος στην Ελλάδα δύο-τρεις φορές απανωτές πριν πάω εγώ εκεί. Ενώ είμαι φαντάρος να περιμένει στην Αθήνα μέρες για να με δει – και να έρχεται Θεσσαλονίκη για να με δει για μερικές ώρες, με το κορίτσι του. Να έχουμε επικοινωνία μετά από τόσα χρόνια, σαν αδελφοί. Μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε δύο βδομάδες. Και να ξέρω ότι δεν υπάρχει κάτι που να μην καταλαβαίνει.

Δίχως ονόματα – προς τους φίλους μου: τους αγαπώ!

Στην Ισπανίδα... shit happens! Λυπάμαι που ήμουν εγώ αυτός που τα έφερε.

Ελπίζω να έχει φίλους όπως εγώ – για όλους το ελπίζω.

Ό,τι και να πω γι’ αυτούς... είναι λίγο.

Ίσως επανέλθω, σε αυτούς, σε μετέπειτα post.