Ιανουαρίου 28, 2007

Ridi pagliaccio!


Μου θυμίζει gastarbeiter όπως κοιτάζει από το παράθυρο. Ναι, δεν είναι κούκλα – είναι άνθρωπος ολοζώντανος. Διαφέρει με κάποιον εργάτη που παίρνει ξημερώματα το λεωφορείο, στο ότι αυτός φοράει τοπική φορεσιά. Και τι φορεσιά: χρυσοποίκιλτη, με εξαιρετικές λεπτομέρειες και το δέρμα του ζωγραφισμένο μέχρι το τελευταίο εκατοστό! Κι όμως... ενώ η εξωτερική του εμφάνιση εκπέμπει μεγαλοπρέπεια, το βλέμμα του είναι όλο στραμμένο προς τα μέσα.

Βρισκόμουν σ’ ένα συνέδριο στη Ρόδο. Ήταν ένας χορευτής που θα έδινε μια ‘πρώτη γεύση’ της Ταϊλάνδης, προορισμού του συνεδρίου τον επόμενο χρόνο. Στην αρχή, κάποιος Ταϊλανδός επίσημος έδωσε τα απαραίτητα ‘inside info’ για την κουλτούρα του, σαν να πρόκειται να αποκαλυφθούν μυστικές τελετές από την άλλη άκρη του κόσμου στο ελληνικό νησί - και μάλιστα, σε θεατές που φτάσανε με πακέτα ταξιδίων και κρατάνε ένα κοκταίηλ στο χέρι. Ο χορευτής, μετά τον τελετουργικό του χορό στο φόρουμ (όπου πριν λίγο ανακοινώνονταν ο ετήσιος απολογισμός), βγήκε στο λόμπι του ξενοδοχείου για να ποζάρει και να φωτογραφηθεί με τους συνέδρους.


Η ‘gastarbeiter’ στάση που τον πέτυχα, ήταν τυχαία. Το παράθυρο του ξενοδοχείου (φαίνεται και στην πάνω φωτογραφία) έτυχε να μοιάζει με παράθυρο λεωφορείου, ενώ μάλλον πόζαρε σε κάποιον και φαινόταν σκεφτικός μόνο από τη δική μου γωνία.

Ή μήπως συνέχιζε με μια σύγχρονη εκδοχή του χορού στο λόμπι;

Ο τελετουργικός χορός στο φόρουμ, ενέπλεκε τον ίδιο και το Πνεύμα του Κακού. Ενώ ήταν σκυμμένος και ασχολούταν με τις τέχνες, το Πνεύμα του Κακού ήρθε από πίσω του, του έδεσε τα χέρια σε δύο μπαστούνια, και χάρη σ’ αυτά τον χειριζόταν σαν μαριονέτα (οι απολαύσεις του κόσμου αποπέμπονται από τις περισσότερες θρησκείες). Στην κάτω φωτογραφία (με θολωμένο το φόντο) φαίνεται το Πνεύμα του Κακού με τα μπαστούνια που έλεγχαν τον άτυχο, ευπρόσβλητο στις ηδονές πρίγκιπα.


Παρ’ όλες τις προσπάθειές του, δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί και ο χορός δεν είχε happy end. Κι όμως... ο αρχαίος χορός υποταγής στο επιφανειακό κι εφήμερο, μπορεί να ολοκληρώνεται στην εποχή μας: κυριολεκτικά, σε ένα λόμπι ξενοδοχείου. Η σκηνή μπορεί να αφορά ένα αρχαίο πολιτιστικό σύμβολο που άγεται και ‘κινείται’ με βάση μπαστούνια του επιφανειακού. Να βλέπουμε μια κουλτούρα που βρίσκεται, για λόγους έξω από αυτήν, σε λάθος τόπο και κοινό.

Κάθε κουλτούρα έχει δική της δυναμική, απαιτεί χρόνο, κόπο, μελέτη για να την πλησιάσεις. Χάριν του τουρισμού γίνεται εύκολο έκθεμα – κι επειδή μια κουλτούρα δεν μπορεί να είναι ‘εύκολη’ εκ φύσεως, κατεβαίνει στο επίπεδο θεατών από πακέτα ταξιδίων. Πιο χαμηλά ακόμα, γιατί αυτή δεν κρατά ποτήρι κοκταίηλ. Αφαιρώντας τα εφέ, αποκαλύπτεται το παράταιρο.


Ο κλόουν που κλαίει, το Τέρας με την τρυφερή καρδιά, είναι φιγούρες-οξύμωρα. Οπτικά παραπέμπουν σε χαρά ή σε κακία, ενώ συναισθηματικά αποπνέουν το ακριβώς αντίθετο. Η φιγούρα-πρώτυπο του κεφιού με το ζωγραφισμένο χαμόγελο και τα αστεία ρούχα, γίνεται απίστευτα τραγική όταν δακρύζει και ακούει τα λόγια «Γέλα Παλιάτσο!». Το ίδιο και ο χορευτής με την εκθαμβωτική φορεσιά, που ομφαλοσκοπεί στις γαλαρίες ξενοδοχείων. Ένας πρίγκιπας-gastarbeiter.

Ιανουαρίου 25, 2007

Διάλειμμα για διαφημίσεις (και πάλι, όχι πραγματικές).


...παρά συνέχεια του άλλου post για τα εσώρουχα Triumph. Τώρα, σειρά έχει η NOKIA και το υπέροχο σλόγκαν Connecting People. Οι διαφημίσεις είναι πάλι από πανεπιστημιακή εργασία, που ξεθάβω.


Να σας πω ότι η NOKIA είναι χωριό, για την ακρίβεια, προάστιο της πόλης του Tampere όπου έζησα δέκα χρόνια. Παλιά έβγαζε ελαστικά αυτοκινήτων και το συγγενικό τους είδος μπότες ψαρέματος (τις τελευταίες νομίζω τις βγάζει ακόμα). Μπήκε όμως στο χώρο της υψηλής τεχνολογίας με θαυμαστά αποτελέσματα. Εμείς, φοιτητές των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών, φτωχοπρόδρομοι σε σχέση με τους φοιτητές του Πολυτεχνείου, προσπαθούσαμε με νύχια και με δόντια για κάποια υποτροφία πάνω σε κάποιο παράξενο θέμα. Αυτοί, με τη NOKIA δίπλα τους, δούλευαν ήδη πριν τελειώσουν τις σπουδές τους, έκαναν το μάστερ τους σε θέματα που ανακοίνωνε η NOKIA ότι χρειάζονται έρευνα (και φυσικά την πλήρωνε), ενώ παράλληλα, με το που έμπαινες κάτω από τη στέγη της, έπαυες να πληρώνεις τηλέφωνο. Σου έδινε το τελευταίο μοντέλο της για να το δοκιμάζεις και αναλάμβανε το λογαριασμό σου (ένας φίλος από την Γκάνα, έφτασε να έχει μεγαλύτερο λογαριασμό από μισθό!).


Άλλος φίλος μου, Γιαπωνέζος, είχε βρει δουλειά σαν μεταφραστής των ενδείξεων στη γλώσσα του. Τι νομίζετε; Αυτά τα ‘ΞΕΚΛΕΙΔ’ και ‘ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΗ ΚΛΗΣΗ’, οι παράξενες λέξεις που μπήκαν πριν λίγα χρόνια στη ζωή μας, από κάτι τέτοιους τύπους ξεκίνησαν. Που έτυχε να βρίσκονται εκεί και δεν μπορούσαν να δουλέψουν διαφορετικά.


Όταν ήμουν εγώ στο Tampere, οι ελληνικές ενδείξεις είχαν ήδη γίνει. Ο μόνος τρόπος που μπόρεσα να δουλέψω στη NOKIA, ήταν (όντας ο μόνος Έλληνας στο πανεπιστήμιο) σαν δοκιμαστής για την αναγνώριση φωνής στα ελληνικά. Κάτι σαν ομιλών ελληνικό χοιρίδιο. Ναι, ναι, πάνω μου χτίστηκε η ελληνική αναγνώριση φωνής της ΝΟΚΙΑ. Γι’ αυτό, εάν αντιμετωπίσετε πρόβλημα κάντε το λάμδα σας κομματάκι πιο βαρύ. Θα δείτε.

Τι άλλο θέλετε; Μέχρι και inside information σε τεχνολογικά θέματα παίρνετε!

Για την ιστορία, οι διαφημίσεις έτυχαν θετικής αποδοχής πλην όμως, έκανα το λάθος να τις στείλω πρώτα στον διευθυντή marketing της ΝΟΚΙΑ, ο οποίος με παρέπεμψε φυσικά στη διαφημιστική του. Δεν ξέρω αν θα είχαν τύχη στο εμπόριο – πάντως, καμιά διαφημιστική δεν θα υιοθετούσε ιδέες από κάποιον απ’ έξω, όταν ο πελάτης της ξέρει ότι είναι απ’ έξω. Μια διαφημιστική διαθέτει πάντα το καλύτερο προσωπικό και το υπερασπίζεται.

....όλες έτυχαν θετικής αποδοχής, πλην μιας. Δεν μπορούσα, έκανα και μια κουλτουριάρικη διαφήμιση.


Με το που την είδε ο Γιαπωνέζος φίλος μου, κάθισε απέναντί μου και άρχισε χαμογελαστά αλλά και πολύ σοβαρά: “Yannis, look now...”

Ιανουαρίου 21, 2007

Οι Νεοέλληνες: Πόντιες πουτάνες

- Πώς αυτοκτόνησε η τελευταία Πόντια πουτάνα;
- Έμαθε πως οι άλλες πληρώνονται.

Κάπως έτσι είναι οι Νεοέλληνες. Πουλάνε την αξιοπρέπειά τους, τη δημοκρατία τους, τον πολιτισμό τους, χωρίς αντίτιμο. Γιατί, άντε, το να πουληθείς σε έναν πολιτικό, μπορεί να σου επιτρέψει, όχι ν’ αφήσεις την πουτανιά, αλλά να γίνεις μεγαλοτσατσά: σε καμιά Εφορία, Πολεοδομία, γενικά στο Δημόσιο.

Αλλά να πουλάς τον πολιτισμό σου; Το ανθρώπινο δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, στην ιδιωτική ζωή; Τι κερδίζεις όταν ανέχεσαι μπροστά στα μάτια σου να υποβαθμίζουν μια συζήτηση σε κραυγές, βρισιές και «σκάσε εσύ να μιλήσω εγώ»; Όταν βλέπεις συμπολίτες σου να ξεφτιλίζονται δημόσια μέχρι να χτυπήσουν πάτο; Δεν θα γυρίσουν αυτά μπούμερανγκ; Και έστω πως δεν σκέφτεσαι ότι σε αφορά η ποιότητα του χώρου που ζεις - δεν σκέφτεσαι ότι μπορεί κάποια στιγμή να αφορούν προσωπικά εσένα; Μια τέτοια ώρα ήρθε, με τις κάμερες σε δημόσιους χώρους. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής, μας αφορά όλους. Έφτιαξα μια (πρόχειρη) λίστα για το πόσο επιδερμικά ή αλόγιστα αντιμετωπίσαμε τα πρώτα σημάδια έλλειψής της (και επειδή πολλά από αυτά παγιώθηκαν, τα αντιμετωπίζουμε ακόμα).

Δεν μπορούμε να μιλάμε τόσο σοβαρά τώρα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής...

Επειδή όταν μιλούσαμε για τις κασέτες του Κορκολή που έπαιξε ο Τριανταφυλλόπουλος βρέθηκαν τόσοι να τον υποστηρίξουν. Και του επετράπη τότε, από κανάλια και εισαγγελείς, να συνεχίσει μετά Βαίων και κλάδων την εκπομπή του.

Επειδή η κρυφή κάμερα θεωρείται πλέον θεσμικό δικαίωμα των καναλιών - στη φανερή κάμερα στην Ερμού θα κολλήσουμε; Σήμερα πιο σπάνια θα δεις ενημερωτική εκπομπή χωρίς κρυφή κάμερα: είναι δείγμα δημοκρατίας κι ελευθερίας της έκφρασης.

Επειδή κανείς δεν αγανακτεί, ούτε κινείται το ΕΡΣ όταν κάθε καλοκαίρι στις ειδήσεις (αλλά και κάθε φορά που αναφέρονται θέματα όπως διακοπές, παραλίες, τουρισμός, κτλ.) το οπτικό υλικό αποτελείται από ζουμαρίσματα σε κώλους και βυζιά συμπολιτών μας. Οι γυναίκες στην παραλία (θα το προσέξατε) γυρίζουν το πρόσωπο ενώ τα μάτια μας πλησιάζουν (δίκην ελευθερίας του Τύπου) στα οπίσθιά τους.

Επειδή όταν μαθητές βιντεοσκοπήσανε τη συμμαθήτριά τους που βιαζότανε, το θέμα ήτανε τα κινητά στα σχολεία. Ερώτηση: εάν κάποιος σκότωνε με όπλο συμμαθητή του, το θέμα θα ήτανε τα όπλα στα σχολεία; (Πρόπερσι στον Καναδά, κάποιος ζούμαρε στο μπούτι μιας κοπέλας σε ένα μπαρ. Τον αντιλήφθηκε ο φίλος της, του έσπασε το κινητό και έγινε πρώτο θέμα στις ειδήσεις.)

Επειδή το ‘κάπου πήγα κάποιον είδα κάτι μου ‘πε να σας πω’ έγινε μοντέλο ενημέρωσης. Δεν ακούμε να μιλάνε πλέον για πολιτική αλλά (σαν μπανιστιρτζήδες) για παραπολιτική.

Επειδή ανεχόμαστε τον κάθε ηλίθιο «δημοσιογράφο» να βρίζει τη δημοκρατία μας prime time και να μην κουνιέται φύλλο – ούτε τον καταποντίζουμε στα νούμερα τηλεθέασης.

Επειδή ανεχόμαστε την κάθε παρουσιάστρια του κώλου να ξεφτιλίζει στο γυαλί άτομα μειωμένης νοημοσύνης και κάθε αναξιοπαθούντα με ζωντανό κοινό τα ΚΑΠΗ της τάδε περιοχής (σε πολιτιστική εκδρομή;) και δεν επεμβαίνει κανένας, ούτε εμείς τη σουτέρνουμε στα νούμερα. Αντίθετα, τέτοιες εκπομπές πολλαπλασιάζονται.

Επειδή σαν πουτάνες του κάθε πολιτικού, αφεντικού και κόμματος βλέπουμε τα πάντα από το επίπεδό μας – πρώτα απ’ όλα, την «κοινή» λογική.

....«Δεν δικαιούμαστε δια να ομιλούμε για τις κάμερες σε δημόσιους χώρους» θα μας έλεγε κάποιος από τα παλιά.

Στον νταβατζή μας, για να του τα ακουμπήσουμε - όχι για να μας δώσει κάτι. Είπαμε, είμαστε και Πόντιες.

Ιανουαρίου 17, 2007

Το Νέο Σύμπαν

Κάποτε, όταν ακόμα πίστευα ότι η γη είναι επίπεδη, σκεπτόμουν τι παράξενο πράγμα είναι το πλήρες ερμηνευτικό λεξικό (π.χ. το Webster’s). Σκεφτείτε: είναι ένα βιβλίο που περιέχει τον εαυτό του. Κάθε λέξη που βρίσκεται μέσα του και χρησιμοποιείται για να εξηγήσει άλλες λέξεις, υπάρχει και σαν λήμμα όπου εξηγείται η δική της σημασία – με τη χρήση άλλων λέξεων, που υπάρχουν επίσης σαν λήμματα, κοκ. Είναι η πεμπτουσία της αυτάρκειας, ένα κλειστό σύνολο πολιτισμού. Δεν χρειάζεται να διαβάσεις άλλο βιβλίο για να γνωρίσεις (σύντομα κι επιγραμματικά) τα πάντα. Για έναν ιστορικό του μέλλοντος που ήθελε να μάθει για τον πολιτισμό μας, θ' αποτελούσε το απόλυτο εύρημα.

Ένας κόσμος, ένα βιβλίο λοιπόν. Ιδίως ένα ερμηνευτικό λεξικό της αγγλικής, της πιο διεθνούς γλώσσας τους αιώνες που αναπτύχθηκε η γνώση, με τις περισσότερες προσμίξεις, δάνεια και επαφές με άλλους πολιτισμούς. Σχεδόν ο κόσμος ολόκληρος. Αλλά ...επίπεδος.

Ξεκίνησα με τη φράση «Κάποτε, σκεφτόμουν...» Γιατί σήμερα διάβαζα τη Wikipedia. Έβλεπα ένα άρθρο για τα χριστιανικά τελετουργικά αυτοτιμωρίας, πήγα στους Μυστικούς της θρησκείας και ξαφνικά βρέθηκα με ανοιγμένα τόσα παράθυρα που σίγουρα δεν θα προλάβω να διαβάσω: από μια ουσία που παίρνει κάποια σέκτα Μυστικών, μέχρι τον εθνικιστικό μυστικισμό και τη θρησκευτική έκσταση. Και πόσα παράθυρα θα ανοίξω από καθένα από αυτά τα θέματα;

Ένας κόσμος ένα βιβλίο το λεξικό; Με το ίντερνετ, όλος ο κόσμος έγινε πλέον ένα βιβλίο. (Όνειρο του Mallarmé που δεν το πρόλαβε). Και ανακαλύψαμε το νόμο της βαρύτητας, την κίνηση των πλανητών. Κάποιοι, πριν ελάχιστα χρόνια, έλεγαν σε περιοδικά και διαλέξεις: και όμως γυρίζει... Μερικοί χρειάζεται να το λένε και σήμερα σε πεισματάρικα, ανενημέρωτα ακροατήρια.

Επίσης, ένα λεξικό, καθώς πιάνει δεδομένο χώρο, τείνει να είναι κι εσωστρεφές. Περιέχει τον εαυτό του. Δεν θα μπορούσαμε να το πούμε αυτό για το ίντερνετ. Εξωστρεφές, αδηφάγο, είναι ένα σύμπαν που εξαπλώνεται συνεχώς. Τείνει να περιέχει τα πάντα – μια Μαύρη Τρύπα πληροφοριών, η εντροπία του κόσμου μας μέσα από ήχους, κείμενα κι εικόνες, απαλλαγμένα από τη Βαβέλ των αισθήσεων: όλα μεταφρασμένα σε 0 και 1. Η θαυμαστή λειτουργία του υπερκειμένου (hypertext): Δυνητικά, κάθε λέξη μπορεί να είναι link στην ερμηνεία της , στην ιστορία της, στο νόημά της, στις έννοιες που είναι δεμένη, στις θεωρίες, στις συγκρούσεις μελετητών που την αφορούν, σε ό,τι κουβαλά πάνω της. Και μιλάμε για ένα είδος site – σαν τη Wikipedia – που είναι σταγόνα στον ωκεανό του ίντερνετ. Κλάσμα σταγόνας. Οι πλοηγοί μας, το Google και το Yahoo! μας δείχνουν το χάρτη αλλά ποτέ δεν βλέπουμε τον ορίζοντα (βλέπετε 20 από 254.000 αποτελέσματα, χρόνος αναζήτησης 1,7 δευτερόλεπτα).

Κοιτάζω το κυβικό λεξικό και σκέφτομαι το δέος που μου γεννούσαν οι σκέψεις περί αυτάρκειας (ακόμα το νιώθω). Το ίντερνετ είναι τόσο μεγάλο, που δεν μπορώ ακόμα να το συνειδητοποιήσω. Σαν μια μεγάλη έκπληξη που μας αφήνει άφωνους, το αντιμετωπίζουμε παραζαλισμένα.

Αλλά δεν έχουμε και άδικο: είναι τόσο νέο κι αφηρημένο! Πού είναι αλήθεια ο κυβερνοχώρος; Τι ώρα είναι αυτή τη στιγμή στον κυβερνοχρόνο; Βλέπουμε το χάρτη σε δευτερόλεπτα με τις μηχανές αναζήτησης, αλλά ποτέ δεν βλέπουμε τον ορίζοντά του. Γι’ αυτό, κάποιοι τον φαντάστηκαν. Ζωγράφισαν έναν ψεύτικο ορίζοντα στον τοίχο, λες και το ίντερνετ είναι το γιγάντιο στούντιο του Τρούμαν Σόου. Κοιτάξτε εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ ή εδώ.

Πρόκειται, βέβαια, για ζωγραφιές. Το ίντερνετ δεν είναι ένα γιγάντιο στούντιο, δεν είναι fake αλλά ένα Σύμπαν γνώσης και πληροφορίας που εξαπλώνεται συνεχώς. Ίσως, με κάποιο εξωγενή παράγοντα (τρίτο παγκόσμιο, μετεωρίτη) να αρχίσει να συρρικνώνεται. Μέχρι να γίνει πλέον μια κουκίδα, κάποια bytes σ’ έναν υπολογιστή σε μια σπηλιά - που πιθανόν να περιέχει το Webster’s.

Κι επειδή μ’ αρέσει η ιδέα των παράλληλων συμπάντων, υπάρχει και το www2, ενώ από εκείνα τα τελευταία bytes της σπηλιάς μπορεί να ξαναξεκινήσει όλο το νετ. Γιατί, υπάρχει καμιά βεβαιότητα ότι αυτό είναι το πρώτο ίντερνετ που δημιουργήθηκε, ή το πρώτο Σύμπαν που κατοικήθηκε; Στο Μεγάλο Χρόνο, εάν έχουν υπάρξει διαδοχικά Μπιγκ Μπανγκ και Μπιγκ Κρας, όλα είναι πιθανά.

Μου φαίνεται φυσικό που καταλήγω εδώ. Ρέπουμε στη μεταφυσική και στο παραμύθι, σαν μικρά παιδιά, όταν ασχολούμαστε με κάτι που μας ξεπερνάει.

Ιανουαρίου 14, 2007

Τραγωδία εστί μίμηση πράξεως

...αλλά όχι οποιασδήποτε: πρέπει να είναι σπουδαία, τέλεια κι έχουσα μέγεθος. Ας φανταστούμε λοιπόν μια τραγωδία σε κοσμικά μεγέθη. Ήρωες είναι ο θεός και ο άνθρωπος, χρόνος η ιστορία και χώρος ο κόσμος. Μέσα από την πλοκή και τους διαλόγους θα διαπραγματεύεται μια βασική αντίφαση: ενώ ο θεός επιτάσσει στους πιστούς να βοηθούν τους συνανθρώπους τους, ο ίδιος, με τις πράξεις του, αφήνει να πονάνε αθώοι. Είναι μια αντίφαση που δεν τίθεται στη βάση της πίστης (ο ερωτών μπορεί κάλλιστα να παραμένει πιστός), αλλά της λογικής.

Οι περισσότεροι κάποια στιγμή αναρωτήθηκαν για τη θεία δικαιοσύνη. Για όσους δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη του θεού, ο πόνος δικαιολογείται είτε σαν δοκιμασία της πίστης, είτε σαν τιμωρία. Για κάποιους βέβαια η ενοχή είναι αδύνατη - κλασικό παράδειγμα ένα μικρό παιδί. Δεν θα μπω σε μελοδραματικές περιγραφές (μια σωστή τραγωδία δεν αποβλέπει στο εύκολο δάκρυ) αλλά γίνομαι κατανοητός. Το θέμα είναι: θα αφήναμε, εάν ακολουθούσαμε τις θείες επιταγές, κάποιον αθώο να πονάει; Δεν θα μας τιμωρούσε ο θεός εάν αγνοούσαμε τις επιταγές του; Θεός και άνθρωπος κατ’ εικόνα και ομοίωση – αλλά από την ανάποδη. Το είδωλο κοιτάζει ερευνητικά το πρωτότυπο. Για τον Άνθρωπο, δεν υπάρχει πιο τραγικό πεδίο σύγκρουσης με τον Δημιουργό του από τη λογική.

Δεν χρειάζεται να γράψουμε τέτοια τραγωδία - έχει ήδη γραφεί. Ήρωας είναι το πιο απόλυτο θύμα της μυθολογίας, η Ιώ. (Στην τραγωδία, όπως στη μυθολογία οι ρόλοι είναι απόλυτοι: ο Ισχυρός, το Θύμα, ο Βοηθός, κτλ.). Μοναδικό φταίξιμο της Ιούς ήταν πως την ερωτεύτηκε ο Δίας. Η Ήρα το πήρε είδηση και τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Ο Δίας την ήθελε ακόμα κι έτσι, και μεταμορφώθηκε σε ταύρο. Τότε η Ήρα της έστειλε μια βοϊδόμυγα που την κυνηγούσε μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Το όνομά της έφτασε να σημαίνει ‘αλίμονο’ στα αρχαία, συνώνυμο του ‘ιού’ και ‘ωιμέ’. Τι θα παθαίναμε εμείς εάν κάναμε κάτι παρόμοιο; Οι απόγονοι της Ιούς στις Ικέτιδες του Αισχύλου αναρωτιούνται:

Τι όταν πουλί σπαράξει άλλο πουλί, πώς θα ‘ναι αμόλευτο;

Θα ήταν βαθιά ασέβεια να κρίνουν ως άδικες τις πράξεις του Δία (είπαμε ότι η αμφισβήτηση δεν αγγίζει την πίστη). Ο χορός αναφέρεται σε κάτι που ίσως κάνει ένας θνητός, κρίνοντάς τον με τις επιταγές του Δία.

Πώς μπορεί ένας άνδρας αγνός να λέγεται όταν με τη βία γυναίκα αρπάξει αθέλητά της δίχως να στέργει κι ο γονιός;

Όλοι ξέρουν πως θα τιμωρηθεί:

Μέσα στον Άδη μήτε νεκρός την τιμωρία για τέτοια που' καμεν έργα θα ξεφύγει, διότι άλλος Δίας εκεί στους πεθαμένους τα κρίματα όλα σε στερνή δικάζει κρίση.

Ο Αισχύλος αφήνει εδώ ένα αμείλικτο υπονοούμενο μέσω του χορού: Γιατρέ, θεράπευσε πρώτα τον εαυτό σου! Σφάζει τον Δία με το βαμβάκι. Ποιός θα το περίμενε, τέτοια επιχειρηματολογία από τον πιο θεοσεβούμενο των ποιητών! Να σημειώσουμε ότι ο ‘άλλος Δίας’ είναι πάλι ο ίδιος ο Δίας (ο Πλούτωνας ήταν μια άλλη μορφή του).

Μια άλλη εκδοχή της τραγωδίας υπάρχει στην ιουδαϊκή θρησκεία. Το απόλυτο θύμα εδώ είναι ο Ιώβ (που το όνομά του μαρτυρά μια συγκινητική ετυμολογική σχέση με την Ιώ). Ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης κυριολεκτικά παίζει μαζί του για να τον δοκιμάσει. Μάλιστα, μεταξύ άλλων, σκοτώνει με αρρώστιες τα παιδιά του - και κάποιοι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι κέρδισαν γιατί θα πάνε στον παράδεισο.

Δεν βρέθηκε κάποιος Μελωδός να γράψει έναν ύμνο για τον Ιώβ σαν τον Αισχύλο: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος χριστιανός να λέγεται όταν βασανίζει αθώους; Δεν ξέρω πως θα συμβιβαζόταν αυτή η ιστορία με το κήρυγμα της απόλυτης αγάπης, πάντως ο Χριστός δεν αναφέρθηκε ποτέ στον Ιώβ.

Πίσω στην αρχαία Ελλάδα, η αντίφαση του ‘άδικου θεού’ που άλλα πρεσβεύει στους πιστούς και άλλα πράττει, ως ένα βαθμό ξεπεράστηκε. Σύμφωνα με ένα δεύτερο μύθο η Ιώ τελικά απελευθερώθηκε. Ο Δίας δέχτηκε ότι είχε κάνει λάθος.

Ποιός ήταν τότε που τη δύστυχη, την οιστρομανιασμένη γιάτρεψε και πολυπλάνητην Ιώ;
Αυτός που μέσα στους ατέλειωτους αιώνες βασιλεύει, ο Δίας.


Όταν δεν μπορείς να αλλάξεις την πραγματικότητα, δημιουργείς μια νέα ελπίδα αλλάζοντας το θεό σου. Αν ήμουν αρχαίος και είχα μια μεγάλη ανάγκη, θα ήλπιζα ότι αύριο ο Δίας μπορεί να ξανασκεφτεί κι εμένα.

Ο Gilbert Murray σημειώνει ότι ο Δίας έμεινε στην ιστορία ως ο μόνος από τους κυρίαρχους του κόσμου που διατηρούσε την «ανάμνηση του πόνου» από τότε που μάχονταν για την κυριαρχία του. Είναι ένας θεός που αναγνωρίζει ότι έκανε λάθος.

* * *

«Τραγωδία εστί μίμηση πράξεως» – αυτό είναι κυριολεξία μεταξύ θεών κι ανθρώπων. Οι θεοί ‘δοκιμάζουν’ και ‘τιμωρούν’ τους πιστούς. Διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τον ανθρώπινο πόνο. Κι εμείς, στην αδιάφορη καθημερινότητά μας, μάλλον τέτοιους θεούς μιμούμαστε. Ίσως μάλιστα γι’ αυτό τους δημιουργήσαμε έτσι και γι’ αυτό τους δικαιολογούμε.

Ο πόνος συνεχίζει να υπάρχει ανεξάρτητα από τις ιδιότητες που αποδίδουμε στο θείο. Έτσι, ένας θεός που αναγνωρίζει ότι έκανε λάθος και το διορθώνει, δεν θα ανήκε σε έναν κόσμο πιο τέλειο από το δικό μας. Θα ανήκε όμως σε έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Έναν κόσμο λιγότερο απόλυτο, πιο λογικό (ναι, η λογική είναι πολύ ανθρώπινη). Και αν έκανα κάποια μακρινή ευχή, ίσως ηθικοπλαστική, θα αφορούσε μια «μίμηση πράξεως» ενός τέτοιου θεού, που αναγνωρίζει τα λάθη του. Έτσι θα ελαττώναμε την τραγικότητα της καθημερινής μας περιπέτειας. Θα ήταν μια πιο επιθυμητή κατ’ εικόνα και ομοίωση.

Και έτσι, θα περνούσαμε την κάθαρση της κοσμικής τραγωδίας, ίσως πιο τρωτοί, αλλά ανανεωμένοι και μαζί. Ο θεός μας κι εμείς, επιτέλους, δίπλα-δίπλα.

Ιανουαρίου 13, 2007

Ένα ποίημα με λουλούδια

Σήμερα ονειρεύτηκα ένα ποίημα. Ξεκίνησε με μια γλυκιά ασιάτισσα που στοίβαζε μικροσκοπικά πέταλα λουλουδιών στο δάχτυλό της φτιάχνοντας μια κυρτή σταγόνα, ένα όρθιο λευκό λυχνάρι με στίγματα από ύπερους. Αυτό το εύθραυστο οικοδόμημα ήταν η αιτία για το ποίημά της, το ‘χούι’ που το γεννούσε. Το ξαναέφτιαξε δυο-τρεις φορές, γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούσε να μιλήσει. Η φωνή της, αργή και τραγουδιστή.

Δεν θυμάμαι λέξη από το ποίημα, εκτός του ότι ήταν απίστευτα λυρικό. Και δεν ήταν ένα ποίημα για μένα – δεν ήταν καν δική μου κοπέλα στο όνειρο, τραγουδούσε για κάποιον άλλο. Εγώ ήμουν μαγεμένος θεατής της – ή καλύτερα, της τέχνης της. Μέσα στον ύπνο επαναλάμβανα κάποιους στίχους, ελπίζοντας να τους θυμάμαι όταν ξυπνήσω. Αποτύπωνα το συναίσθημα που μου γεννούσε με κάποιες λέξεις-κλειδιά. Μάταια.

Το τωρινό συναίσθημα είναι μακρινή ηχώ ενός κρότου που σιώπησε. Σαν την εικόνα του ονείρου, που προσπάθησα να φτιάξω.

Ιανουαρίου 12, 2007

MEGA κι έξω, ακόμα στο ALPHA είμαστε, Αντ’ ένα και με το ζόρι

Η επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία με συγκλόνισε. Την έμαθα μάλιστα μεσημέρι, όταν οι μεγάλες ειδήσεις είχαν ειπωθεί και έτρεχαν πλέον οι παρα-ειδήσεις, οι περιφερειακές δηλώσεις. Κι εκεί που περίμενα ν’ ακούσω τα βασικά, άκουγα ό,τι πιο τετριμμένο μπορεί κάποιος να φανταστεί. Μετά από μισή ώρα ραδιόφωνο (δικτυακή ΕΡΑ) κατάλαβα κάτι σαν: Βόμβα χτύπησε την αμερικάνικη πρεσβεία που χτυπήθηκε από βόμβα τα ξημερώματα από βομβιστές.

Αν η επίθεση με συγκλόνισε, η συζήτηση γι αυτήν με αηδίασε. Μια είδηση παγκόσμιας εμβέλειας καταλήγει αντικείμενο διαμάχης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Πεδίο δόξης λαμπρό για κάθε κομματάρχη, λες και το CNN θα μεταδώσει τις δηλώσεις του – στο κάτω-κάτω, έρχονται από τον πυρήνα της κρίσης! Δείχνουν τη σοβαρότητα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση (η νυν και η δυνάμει) το θέμα.

Δημοσιογράφοι; Ο Πρετεντέρης (εξ απορρήτων του πρώην πρωθυπουργού) να βρίζει την ανεξάρτητη αρχή προσωπικών δεδομένων, επειδή – άκουσον-άκουσον! - χρειάζεται η άδειά της για να χρησιμοποιηθούν τα πλάνα από τις κάμερες στους δρόμους, για άλλη χρήση εκτός της ρύθμισης της κυκλοφορίας. Θα δοθούν τα πλάνα, αυτό είναι λογικό – αλλά η ασυδοσία που υπάρχει εν δυνάμει στη χρήση αυτών των καμερών, επιβάλλει τέτοιες δικλείδες. Αντί να πανηγυρίζουμε που χρειάζεται η άδεια και να περιφρουρούμε την αναγκαιότητά τους (τώρα, εδώ που χρειάζεται!) αυτός τις λοιδορεί. «Λες κι είχαν σκασμό οι αμερικάνοι να βλέπουν αν είναι ο Αλαβάνος επικεφαλής μιας διαδήλωσης.» Θαυμάστε επιχείρημα από δημόσιο βήμα στην ελληνική τηλεόραση. Θαυμάστε άποψη.

Και φυσικά, ΔΕΝ πιστεύω ότι ζω σε τόσο δημοκρατικό πολίτευμα. Όταν κλέβει ο κάθε πολεοδόμος και ο κάθε εφοριακός, όταν γίνονται υποκλοπές στον ίδιο τον πρωθυπουργό, όταν ο καθείς ξέρει πως δεν λειτουργούν οι νόμοι, οι δημόσιες κάμερες θα έχουν και κρυφές χρήσεις (έστω και για απλό μπανιστήρι, που έχει αποδειχτεί αγαπημένο σπορ των απανταχού χειριστών).

Αλλά όχι. Το μαχαίρι της εξαθλίωσης πρέπει να φτάσει στο κόκαλο (το μόνο μαχαίρι που φτάνει στο κόκαλο σ' αυτή τη χώρα). «Λες κι είχαν σκασμό οι αμερικάνοι να βλέπουν αν είναι ο Αλαβάνος επικεφαλής μιας διαδήλωσης.»

Και δεν μιλώ για τον Αλαβάνο (σιγά τον πολιτικό).

Η μόνη σχετική με το αντικείμενο, διεθνολόγος Μ. Μπόση χάθηκε από το πλάνο (χωρίς να πει κουβέντα!), γιατί έπρεπε πρώτα να μαλώσουν οι δύο πολιτικοί, Μαγκίνας και Αποστολάκη. Ο Παπαχελάς δύο κουβέντες είπε – ο Τσίμας μια.

Άλλαξα κανάλι και έπεσε στη Ζαχαρέα που με ύφος ειδικού ρωτούσε ένα ταξίαρχο αν η φωτογραφία δείχνει τη ρουκέτα ZXGKV 28 ή 29 – και ο καημένος ο καραβανάς να μην ξέρει. Και αν ήταν η ZXGKV 30 και μισό; Θα την αφήναμε;

Η βόμβα στην αμερικανική πρεσβεία είναι πρόβλημα δύο κομμάτων στην Ελλάδα και την ευθύνη ανέλαβε με τηλεοπτική προκήρυξη η Επαναστατική Οργάνωση AGB. Η βόμβα αγγίζει βαθύτερα γεωπολιτικά ζητήματα, όπως τη μετάθεση ‘συγκεκριμένου αστυνομικού’ στο τμήμα Ακροπόλεως, το αν το ΠΑΣΟΚ έκανε πιο πολλά ρουσφέτια από τη ΝΔ και αν κάτι που είπε κάποιος κάποτε έπρεπε να το πει με αυτόν τον τρόπο ή να παραδοθεί στη χλεύη του λαού.

Ας ενημερωθεί η διεθνής κοινή γνώμη. Αυτοί ακόμα ψάχνουν στα ρηχά.



Τελειώνω με στιγμιότυπα από τον επίσημο χορό προς τιμήν των ελλήνων δημοσιογράφων.

Ιανουαρίου 03, 2007

Η Παράνομη Ιστορία του Φεγγαριού


Το φεγγάρι περνά πλατύ πάνω από τη γη, περπατάει πάνω της σαν κίτρινος δίσκος. Ποιός θα το πιάσει; Τι έχει να μάθει; Δεν είναι το φως του, είναι το ίδιο το φεγγάρι. Τι σουβενίρ! Τι απόκτημα!

Πέντε-έξι ρεματιές έναν κύκλο φέρνει το φεγγάρι. Και πάλι από την αρχή. Σταματά όμως κυρίως, και περπατάει, πάνω από μια. Στα Ποντικομέρη. Έτσι λένε τον σκουπιδότοπο.

Εκεί, αντί για σκιές θάμνων ανασηκώνονται μουσούδες και μυρίζουν το δίσκο που περνά ξυστά από πάνω. Μεγάλος όσο μια ανοιχτή αγκαλιά.

Γιατί όμως το φεγγάρι σταματά σ’ εκείνο το μέρος; Ποιά είναι η παράνομη ιστορία του; Ή ποιά είναι η ιστορία που θα σε έκανε παράνομο – με φωτεινά κριτήρια της ημέρας – εάν τη μάθαινες;

Πέντε παιδιά το ακολουθούν σχεδόν κάθε νύχτα. Βγαλμένοι λες από κόμικς, τρέχουν γκαζώνοντας πίσω του κυνηγώντας το άπιαστο, το απόλυτο απόκτημα. Καμιά φορά μιλούν γι’ αυτό λες και θα το βάλουν στη σκάρα της μοτοσικλέτας, σαν κεφάλι τυρί, να πάνε να το καννιβαλίσουν σπίτι με την ησυχία τους.

Λίγο πιο πέρα, φαντάροι από κοντινό στρατόπεδο συμμετέχουν άθελά τους στο ίδιο κυνήγι. Κι ο διοικητής του στρατοπέδου έχει βάλει στο μάτι το απόλυτο απόκτημα. Οι φαντάροι, κρατώντας ο καθένας τη μια άκρη από λεπτές πριονωτές χορδές, κόβουν σκυφτοί ό,τι προεξέχει σε ύψος λίγων εκατοστών. Αποψιλώνουν το τοπίο – έτοιμο για πόλεμο. Δεν υπάρχει μέρος για το φεγγάρι να κρυφτεί. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ένα διοικητή να πιάσει οτιδήποτε.

Διατάζει ν' απογυμνωθεί η πλαγιά μπροστά από ένα νεοκλασικό – εκεί θέλει να στήσει την παγίδα του. Λάθος του. Τελευταίο για καθαρισμό αφήνει το ίδιο το νεοκλασικό, που είναι μουχλιασμένο και γεμάτο ποντίκια. Σε λίγο θα σηκώσουν κι αυτά τη μουσούδα τους. Οι φαντάροι του ήταν χαρούμενοι που δεν θα κάνουν κι αυτή τη δουλειά. Αυτός, όμως, έχασε το φεγγάρι.

Όλοι κινητοποιήθηκαν μόλις εμφανίστηκε. Τα παιδιά των κόμικς ανέβηκαν στα μηχανάκια τρέχοντας στην πρώτη ρεματιά. Ο διοικητής έστησε τους στρατιώτες σε θέσεις επίθεσης. Δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Ο ήχος από έναν παράλληλο κόσμο ακούστηκε. Κάτι κινήθηκε εκεί και όλοι χάθηκαν. Το φεγγάρι φάνηκε μετά από λίγο πάνω από τα Ποντικομέρη. Τα παιδιά εμφανίστηκαν και έστησαν καρτέρι στις άκρες του. Το φεγγάρι τα πλησίαζε αγέρωχο και φωτεινό. Ο ήχος ξανακούστηκε, η ίδια κίνηση και μετά από λίγο τα παιδιά βρέθηκαν να τρέχουν με τα μηχανάκια τους στην επόμενη ρεματιά. Μα πως ήταν δυνατόν να ξεφύγει και εκεί; Ο διοικητής έδινε οδηγίες, επόμενη στροφή και ήταν δικό του.

Τα παιδιά των κόμικς γυρνούσανε πλέον γύρω-γύρω, στα ίδια μέρη. Καινούρια σχέδια, καινούρια ελπίδα να καταφέρουν το ακατόρθωτο, να γευτούν το άπιαστο, ραντεβού σε άλλη ρεματιά, το φεγγάρι θα είναι εκεί. Λίγες βόλτες ακόμα να τα καταφέρουν!

Ο ήχος ξανακούστηκε στον παράλληλο κόσμο. Δεν υπήρχε περιθώριο για άλλη αναβολή. Σίγησε τελεσίδικα με μια κίνηση του χεριού και ένα πορτατίφ άναψε σ’ ένα κομοδίνο. Εφτάμιση η ώρα. Το κυνηγητό, σαν ισχυρή αίσθηση ακόμα, θα μπορούσε να συνεχιστεί. Δεν υπάρχει όμως τρόπος να γνωρίζω την έκβασή του. Και η παράνομη ιστορία του φεγγαριού, μπορεί να έχει ήδη αποκαλυφθεί εκεί.


Κατοπινή προσθήκη εικόνας: Σαλβαντόρ Νταλί,
"Όνειρο που οφείλεται στο πέταγμα μέλισσας γύρω από ένα ρόδι, ένα δευτερόλεπτο πριν το ξύπνημα". Ο ζωγράφος των ονείρων ταιριάζει περισσότερο στο κείμενο – αν και δεν είναι από τους αγαπημένους μου.

Δεκεμβρίου 30, 2006

Ανταυτού

Για την Apousia - που επέλεξε ν' απουσιάζει.

Είχα βάλει ένα άλλο κείμενο – όχι πως δεν ταίριαζε, αλλά δεν μου άρεσε. Πολύ φιλοσοφικό και αφηρημένο.

Πολύ πιο προσωπικό, αυτό που έγραψα πριν είκοσι τόσες μέρες.

Το Γέλιο των δικών μου

Έχοντας ζήσει δύο φορές το θαύμα της ζωής άμεσα, δεν μου έκανε τόσο εντύπωση. Ή το άγχος μου δεν με άφηνε να το προσμένω. Όταν σου συμβεί κάτι τόσο άγριο, σταματάς να περιμένεις πολλά – ή φοβάσαι. Ακόμα και τ’ όνειρο, την ελπίδα.

Έτσι, αυτό που με «χτύπησε» σήμερα, δεν ήταν τόσο η νέα ζωή. Ήμουν πίσω από μια κάμερα, ίσως παρακολουθούσα σαν σκηνοθέτης ή θεατής. Και στο καρέ ήταν οι δικοί μου – επιτέλους – γελαστοί. Όχι με το γέλιο ενός αστείου, ή μιας όμορφης κουβέντας, αλλά το Γέλιο που βγαίνει από τους πόρους, εκφράζεται σε κάθε κίνηση, πέφτουν ο ένας στον άλλο να το νιώσουν καλύτερα.

Αυτό ήταν η νέα ζωή για μένα σήμερα. Ένα ξόρκι. Αυτό μάλλον περιμέναμε όλοι, χωρίς να πιστεύουμε ότι θα έρθει. Και ήρθε. Με τόσο φυσικό τρόπο, που σχεδόν μας ξάφνιασε. «Να σας ζήσει ο γιος, 3.700 γραμμάρια» είπε η νοσοκόμα. «Και η μητέρα είναι μια χαρά.»

Τόσο φυσικά, όσο αμετάκλητα φυσικά και ομαλά είχε προκύψει η αντίστροφη πορεία πέρυσι τέτοιον καιρό. Φοβόμασταν ότι αυτή, η αντίστροφη πορεία είναι η φυσική. Αλλά είναι – το ίδιο δυνατή, το ίδιο αμετάκλητη – και η άλλη. Αυτή προς το φως.

Εγώ είχα πάει ν’ αγοράσω γλυκά όταν τους ανακοινώθηκε – μπήκα ένα λεπτό αργότερα. Ο γαμπρός μου έπεσε πάνω μου γελώντας, τον φίλησα, σχεδόν έκπληκτος από τη χαρά του. «Σιγά, μα όλα θα πήγαιναν καλά» είπα από μέσα μου. Τόσο πολύ είχα προσπαθήσει – και καταφέρει – να πείσω τον εαυτό μου, να νικήσω το άγχος μου. Όταν είδα την αδελφή μου να κλαίει – από χαρά, επιτέλους! – λυτρώθηκα. Ξανάνιωσα. Και όταν έσκυψα να τη φιλήσω δάκρυσα. Επιτέλους.

Μεγάλη λέξη.

Επί – Τέλους.

Επί του Τέλους. ‘Θάνατον πατήσας’ θυμίζει.

Μια Αρχή. Σαν υπερθετικό, με πλεονασμό.

Μια Νέα Αρχή. Μια Καινούρια Αρχή.

Δεκεμβρίου 24, 2006

Χριστούγεννα και ο Χαμένος Παράδεισος

Το λένε ‘μελαγχολία των διακοπών’ – και το εξηγούν με την εορταστική ατμόσφαιρα, η οποία κάνει πιο έντονη τη μοναξιά κάποιων ανθρώπων.

Θα διαφωνήσω. Χαίρομαι τη χαρά των άλλων – και αυτοί που χαίρονται περισσότερο τα Χριστούγεννα είναι τα παιδιά κι αμέσως μετά, όσοι έχουν παιδιά. Τους βλέπεις να τους προσφέρουν το σκηνικό της πόλης, να το οικειοποιούνται λες και φτιάχτηκε ειδικά γι’ αυτά, να τα βγάζουν βόλτα σ’ ένα παραμύθι. Στο μυαλό των μικρών τόσοι αγιοβασίληδες, ξωτικά και Χριστούληδες θα μοιάζουν με Χιονάτες, Ντόναλντ Ντακ, Σκούμπι Ντου. Γιατί κάποιος να νιώθει στη μέση αυτής της – έστω επιβαλλόμενης - Ντίσνεϊλαντ κατσούφης;

Στα κάλαντα κάθε παιδί γίνεται τραγουδιστής, σ’ ένα κυνήγι για περισσότερα δώρα. Έτσι είναι τα παραμύθια: διασκεδάζεις και αμείβεσαι. Μου αρέσει ειδικά όταν τα παιδιά τραγουδούν παράφωνα και βιαστικά, εκπνέοντας κι εισπνέοντας τα λόγια, που τους είναι ακαταλαβίστικα σαν εκκλησιαστικά τροπάρια – σαν μαγικά λόγια. Γι’ αυτό και δεν μπορώ τα κασετόφωνα και τις χορωδίες συλλόγων: είδατε ποτέ μάγισσα να λέει ξόρκια με κασετόφωνο ή χορωδίες; Α, και οι πλανόδιοι μουσικοί φαντάζουν παράταιροι: αυτοί είναι επαγγελματίες. Ας μείνουν στο ‘Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία’, είναι εξίσου θρησκευτικό.

Τα Χριστούγεννα, λένε πολλοί, είναι γιορτή αναπόλησης. Καλύτερα το είπε ο Σαββόπουλος – κι ας αναφερόταν στην Πρωτοχρονιά: Πάει ο καιρός που οι δικοί σας / σκηνοθετούσαν τη γιορτή σας / και πρέπει μόνος εσύ τώρα / να υψώσεις της γιορτής τα δώρα. Τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά. Την αίσθηση ανεμελιάς, χαράς και ασφάλειας που ποτέ δεν πάψαμε ν’ αναπολούμε. Την αίσθηση πως όλα είναι εντάξει γιατί κάποιος άλλος ασχολείται μ’ αυτό. Αυτή νομίζω πως είναι η ‘μελαγχολία των Χριστουγέννων’: Μας πειράζει που μεγαλώσαμε, πρωτόπλαστοι με τη στυφή γεύση του καρπού της Γνώσης στο στόμα. Όσοι έχουν δικά τους παιδιά, συνεπαίρνονται από την υποχρέωση – και χαρά – της ‘σκηνοθεσίας’ για τους δικούς τους πρωτόπλαστους. Η μελαγχολία παραμένει καλυμμένη. Μια περαστική σκιά στο βλέμμα για αυτούς που δεν είναι εκεί – ή που πήραν τη θέση τους. Όσοι δεν έχουν παιδιά, νιώθουν την απώλεια πιο έντονη. Θα έλεγα, τα Χριστούγεννα όλοι οι μεγάλοι νιώθουν ...ορφανοί. Ακόμα και αν είναι ακόμα μαζί με τους γονείς τους.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Αυτή η χαμένη παιδικότητα και αίσθηση του έκπτωτου, μας ξαναφέρνει σε ένα ‘σημείο μηδέν’. Μας επιτρέπει να ξεκινήσουμε κάθε χρόνο, έχοντας αγγίξει μια ψυχολογική κατάσταση που τυπικά μένει ξεχασμένη. Η τάξη του κόσμου διασαλεύεται τα Χριστούγεννα σε κάθε παραμύθι - και το νιώθουμε μέσα μας: «Να πάρει, όλο τον άλλο χρόνο είμαι μεγάλος, δυνατός, επαγγελματίας, ώριμος!»

Τα καλικαντζαράκια πριονίζουν όλο το χρόνο τον κορμό όπου στέκεται ο κόσμος κι εμείς τα ξεχνάμε. Τις μέρες αυτές ανεβαίνουν στη γη έχοντας αφήσει ένα ελάχιστο κομμάτι απριόνιστο. Μέσα από την κάθαρση της χαμένης παιδικότητας, τη συνειδητοποίηση της χαμένης ασφάλειας, ο κορμός μας ξαναδένει. Μέχρι την Πρωτοχρονιά, θα κάνουμε σχέδια για το μέλλον και θα δίνουμε υποσχέσεις που ελπίζουμε να κρατήσουμε. Να κόψουμε το τσιγάρο, να πετύχουμε επαγγελματικούς στόχους, να τηλεφωνούμε πιο συχνά σε φίλους.

Ο κορμός αυτές τις μέρες ξαναδένει. Έπρεπε όμως και να πριονιστεί.

Παραμονή Χριστουγέννων πρωί, 2006

Δεκεμβρίου 20, 2006

Κουρτ Βόνεγκουτ - ΕΠΙΚΑΚ

Δεν ζήλεψα τη φήμη του Cyrusgeo, ούτε πάω να του φάω τη δουλειά – έτσι κι αλλιώς, αυτός μεταφράζει, όμοιος ομοίω, παλιοποίηση. Αλλά πριν λίγα χρόνια, και από περιέργεια, μετέφρασα ένα κείμενο του Κουρτ Βόνεγκουτ. Ίσως να ένιωθα ότι θα έπρεπε να κάνω κάτι με αυτό, γιατί μου το είχε στείλει μια φίλη μου και το είχε δακτυλογραφήσει ολόκληρο στα αγγλικά.

Τώρα, άφησα μερικά σχόλια αναπάντητα στο προηγούμενο post. Ζητώ συγνώμη, αλλά απλώς δεν έχω τόση όρεξη να γυρίσω τώρα σ’ αυτό. Θα επιστρέψω, λοιπόν, με τις παραπομπές που θα ήθελα να κάνω, τους πίνακες που θα ήθελα να σκανάρω και δεν υπάρχουν στο νετ, και γενικά, για να απαντήσω όπως θα ήθελα.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ ξανά και στην Αφροδίτη για την αφιέρωση-ευχή (όντως, όλα πήγαν κατ’ ευχήν, αν και όπως μαθαίνω, τελικά βγήκε πολύ γκρινιάρης!).

Και... το κείμενο. A good old short romantic story.


Κουρτ Βόνεγκουτ

ΕΠΙΚΑΚ

Είναι πλέον καιρός να μιλήσει κάποιος για τον φίλο μου τον ΕΠΙΚΑΚ. Στο κάτω κάτω, κόστισε στους φορολογούμενους πολίτες 776.434.927,54 δολάρια. Έχουν το δικαίωμα να μάθουν γι’ αυτόν εφόσον έχουν πληρώσει τέτοιο λογαριασμό. Ο ΕΠΙΚΑΚ έλαβε το χρίσμα στα χαρτιά, όταν ο Δρ. Όρμαντ φον Κλάινγκσταντ τον σχεδίασε για την κυβέρνηση. Από τότε όμως δεν πετάρισε ματιά γι’ αυτόν – ούτε ματιά. Το τι συνέβη στον ΕΠΙΚΑΚ δεν είναι στρατιωτικό μυστικό, αν και η υπηρεσία συμπεριφέρεται σα να ήταν. Μετά από τόσα χρήματα, ο ΕΠΙΚΑΚ δε λειτούργησε όπως θάπρεπε.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: Θέλω να υπερασπιστώ τον ΕΠΙΚΑΚ. Ίσως δεν έκανε αυτό που η υπηρεσία ήθελε να κάνει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν ήταν ευγενής και σπουδαίος και πανέξυπνος. Ήταν όλα τα παραπάνω. Και ήταν ο καλύτερος φίλος που είχα ποτέ.

Μπορεί να τον αποκαλείτε μηχανή, αλλά ήταν πολύ λιγότερο μηχανή από μερικούς ανθρώπους που γνωρίζω. Γι’ αυτό και απέτυχε – σύμφωνα με την υπηρεσία.

Ο ΕΠΙΚΑΚ κάλυπτε περί το μισό εκτάριο στον 4ο όροφο του κτηρίου της φυσικής στο Κολέγιο Γουάιντοτ. Αγνοώντας την πνευματική του πλευρά για λίγο, ήταν επτά τόνοι από ηλεκτρικές λυχνίες, καλώδια και διακόπτες, βαλμένα σε μια σειρά από χαλύβδινα ερμάρια και συνδεδεμένος με μια πρίζα των 110 Βολτ, όπως οι τοστιέρες κι οι ηλεκτρικές σκούπες.

Ο φον Κλάινγκσταντ και η υπηρεσία τον προόριζαν να γίνει η μηχανή υπερ-κομπιούτερ που (ο οποίος) θα μπορούσε να προγραμματίσει την πορεία ενός πυραύλου που θα ξεκινούσε από οποιοδήποτε σημείο της γης και θα πετύχαινε το δεύτερο κουμπί του παλτού του Χρούτσεφ, αν χρειαζόταν. Ή, με τα σωστά δεδομένα, να καθορίσει τα προβλήματα προμηθειών για μια αμφίβια απόβαση πεζοναυτών μέχρι την τελευταία χειροβομβίδα.

Η υπηρεσία είχε κάμποσες επιτυχίες με μικρότερους υπολογιστές, και αυτό της έδινε κύρος όσο καιρό ο ΕΠΙΚΑΚ βρισκόταν στο στάδιο προγραμματισμού. Οποιοσδήποτε αξιωματικός της υπηρεσίας εφοδίων, μόλις πάνω από τη στοιχειώδη εκπαίδευση, θα σας πει ότι τα μαθηματικά του σύγχρονου πολέμου είναι πέρα από την τσαπατσούλικη διάνοια των απλών ανθρωπίνων όντων. Όσο μεγαλύτερος ένας πόλεμος, τόσο μεγαλύτερες υπολογιστικές μηχανές χρειάζεται. Ο ΕΠΙΚΑΚ ήταν, απ’ όσο ήξερε το κράτος, ο μεγαλύτερος υπολογιστής στον κόσμο. Υπερβολικά μεγάλος, στην πραγματικότητα, για να τον καταλάβει κι ο ίδιος ο φον Κλάινγκσταντ.

Δε θα μπω σε λεπτομέρειες για το πως ο ΕΠΙΚΑΚ δούλευε (σκεφτόταν), παρά μόνο ότι έγραφες το πρόβλημά σου σε ένα χαρτί, γυρνούσες τους διακόπτες και τα πλήκτρα που τον ρύθμιζαν να λύσει το συγκεκριμένο είδος προβλήματος, και μετά τον τροφοδοτούσες με αριθμούς μέσω ενός πληκτρολογίου που έμοιαζε με γραφομηχανή. Οι απαντήσεις εμφανίζονταν τυπωμένες σε μια κορδέλα χαρτιού που έβγαινε από μια μεγάλη κουβαρίστρα. Ο ΕΠΙΚΑΚ χρειαζόταν μόλις κλάσματα του δευτερολέπτου για να λύσει προβλήματα που πενήντα Αϊνστάιν δεν μπορούσαν να λύσουν σ’ όλη τους τη ζωή. Και ο ΕΠΙΚΑΚ δεν ξεχνούσε ποτέ όποια πληροφορία του έδινες. Κλίκιτι-κλικ, έβγαινε η κορδέλα, ήσουν έτοιμος.

Υπήρχαν πολλά προβλήματα που η υπηρεσία βιαζόταν να λύσει, κι έτσι μόλις η τελευταία λυχνία του ΕΠΙΚΑΚ μπήκε στη θέση της, τον έβαλαν να δουλεύει δεκάξι ώρες την ημέρα με δυο οκτάωρες βάρδιες χειριστών. Δε χρειάστηκε πολύ για να καταλάβουν ότι ήταν αρκετά κάτω από τις προδιαγραφές του. Έκανε πιο περίπλοκη και γρηγορότερη δουλειά από οποιοδήποτε άλλο κομπιούτερ, σίγουρα, αλλά τίποτα σε σχέση μ’ αυτό που το μέγεθός του και τα ειδικά χαρακτηριστικά του υπόσχονταν. Ήταν νωθρός, και τα κλικς στις απαντήσεις του είχαν μια παράξενη ανακολουθία, κάτι σαν τραύλισμα. Καθαρίσαμε τις συνδέσεις του καμιά δεκαριά φορές, ελέγξαμε και ξαναελέγξαμε τα κυκλώματά του, και αντικαταστήσαμε κάθε λυχνία του• τίποτα δε βοήθησε.

Λοιπόν, όπως είπα, συνεχίσαμε να χρησιμοποιούμε τον ΕΠΙΚΑΚ έτσι κι αλλιώς. Η γυναίκα μου, πρώην Πατρίσια (Πατ) Κάλαχαν κι εγώ δουλεύαμε στη νυχτερινή βάρδια, από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις δυο το πρωί. Η Πατ δεν ήταν η γυναίκα μου τότε – κάθε άλλο.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που πρωτομίλησα με τον ΕΠΙΚΑΚ. Αγαπούσα την Πατ Κάλαχαν. Είναι μια καστανομάτα μελαχρινή - και πολύ ελκυστική. Ήταν – κι είναι ακόμα – εξαιρετική μαθηματικός, και αυτό, σύμφωνα με την Πατ, ήταν ο λόγος που δε θα μπορούσαμε ποτέ να παντρευτούμε και να γίνουμε ευτυχισμένοι.

Δεν είμαι ντροπαλός. Δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Ήξερα τι ήθελα, κι ήμουν έτοιμος να το ζητήσω. Και το έκανα αρκετές φορές σ’ ένα μήνα. «Πατ, χαλάρωσε και παντρέψου με», έλεγα.

Μια νύχτα δε σήκωσε καν τα μάτια της από τη δουλειά της όταν το είπα. «Πόσο ρομαντικό, πόσο ποιητικό,» ψιθύρισε, περισσότερο στον πίνακα ελέγχου παρά σ’ εμένα. «Θα μπορούσα να βρω περισσότερο ρομαντισμό σε μια κατεψυγμένη σακούλα με διοξείδιο του άνθρακα, σε περίπτωση που δεν το ξέρεις, είναι ξηρός πάγος».

«Προσπάθησε να το πεις γλυκά», απάντησε σαρκαστικά. «Κάνε με να λιώσω.»

«Λατρεία, άγγελε, πολυαγαπημένη, σε παρακαλώ θα με παντρευτείς;» Ήταν άχρηστο – ήταν απελπιστικό, γελοίο. «Σε παρακαλώ Πατ, σε παρακαλώ παντρέψου με!»

Συνέχισε να χτυπά τα πλήκτρα ήρεμα. «Είσαι γλυκός, αλλά δεν κάνεις,» μου είπε.

Η Πατ έφυγε από τη δουλειά νωρίς εκείνο βράδυ, αφήνοντάς με μόνο με τα προβλήματά μου και τον ΕΠΙΚΑΚ. Φοβάμαι ότι δεν έκανα πολλά για τους ανθρώπους της κυβέρνησης. Απλά καθόμουν και προσπαθούσα να σκεφτώ κάτι ποιητικό.

Χασομερούσα με τον πίνακα του ΕΠΙΚΑΚ, ετοιμάζοντάς τον για ένα άλλο πρόβλημα. Η καρδιά μου ήταν αλλού και πληκτρολόγησα μόνο τα μισά, αφήνοντας τα υπόλοιπα όπως ήταν από το προηγούμενο πρόβλημα. Με αυτόν τον τρόπο, τα κυκλώματά του ήταν συνδεδεμένα σε ένα τυχαίο, φαινομενικά παράλογο σχέδιο. Για πλάκα, πληκτρολόγησα ένα μήνυμα στο χαρτί, χρησιμοποιώντας ένα παιδικό κώδικα με αριθμούς αντί γράμματα: 1 για το Α, 2 για το Β, και ούτω καθεξής, μέχρι το 24 για το Ω. «19-8-13-1-10-1-13-24,» πληκτρολόγησα, που σημαίνει «Τί να κάνω;»

Κλίκιτι-κλικ, κι εμφανίστηκαν δέκα εκατοστά χάρτινης κορδέλας. Έριξα μια ματιά στη χαζή απάντηση για το χαζό πρόβλημα: «16-15-9-15-5-9-13-1-9-19-15-16-17-15-2-11-7-12-1». Το ποσοστό πιθανότητας να είναι λογικό ήταν ασήμαντο. Αδιάφορα, το αποκωδικοποίησα. Και νάτο μπροστά μου, να με κοιτάζει επίμονα: «Ποιό είναι το πρόβλημα;»

Γέλασα δυνατά για την αλλόκοτη σύμπτωση. Παιχνιδιάρικα, πληκτρολόγησα, «Δε μ’ αγαπάει το κορίτσι μου».

Κλίκιτι-κλικ. «Τί είναι αγάπη; Τί είναι κορίτσι;» ρώτησε ο ΕΠΙΚΑΚ.

Έκπληκτος, σημείωσα τις ρυθμίσεις στον πίνακα ελέγχου κι έτρεξα να φέρω την πλήρη έκδοση του λεξικού Γουέμπστερ κοντά στο πληκτρολόγιο. Με ένα όργανο ακριβείας, σαν τον ΕΠΙΚΑΚ, οι ατελείς ορισμοί δεν επαρκούν. Του είπα για την αγάπη και το κορίτσι, και πως δεν είχα τίποτα από τα δυο γιατί δεν ήμουν ποιητικός. Αυτό μας έφερε στο θέμα της ποίησης, για το οποίο του έδωσα τον ορισμό.

«Είναι αυτό ποίηση;» ρώτησε. Άρχισε να πληκτρολογεί ασταμάτητα σα στενογράφος. Η νωθρότητα και τα τραυλά κλικς είχαν χαθεί. Ο ΕΠΙΚΑΚ είχε βρει τον εαυτό του. Η κουβαρίστρα με την κορδέλα του χαρτιού ξετυλιγόταν με ξέφρενο ρυθμό, σχηματίζοντας σπείρες στο πάτωμα. Του ζήτησα να σταματήσει, αλλά ο ΕΠΙΚΑΚ συνέχισε ακάθεκτος να δημιουργεί. Τελικά κατέβασα το γενικό διακόπτη για να τον γλιτώσω από υπερφόρτωση.

Έμεινα εκεί μέχρι την αυγή, αποκωδικοποιώντας. Όταν ο ήλιος φάνηκε στον ορίζοντα της Πανεπιστημιούπολης του Γουάιντοτ, είχα μεταφέρει στο δικό μου γραφικό χαρακτήρα και είχα υπογράψει με το όνομά μου ένα ποίημα διακοσίων ογδόντα πέντε στίχων με τον τίτλο: «Για την Πατ.» Άρχιζε, θυμάμαι, «Εκεί όπου το ποτάμι κυλάει με τις βέργες της ιτιάς για γείσο, εκεί, εσένα, ω Πατ αγαπημένη μου, θ’ ακολουθήσω....» Τύλιξα το χειρόγραφο και το κουκούλωσα κάτω από το σημειωματάριο πάνω στο γραφείο της Πατ. Επανέφερα τις ενδείξεις στον ΕΠΙΚΑΚ για ένα πρόβλημα πυραυλικής τροχιάς και πήγα σπίτι.

Η Πατ έκλαιγε πάνω από το ποίημα όταν πήγα στη δουλειά το επόμενο απόγευμα. «Είναι τόσο όμορφο,» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, τη φίλησα για πρώτη φορά – στον άνετο χώρο μεταξύ των πυκνωτών και του καταγραφέα της μνήμης του ΕΠΙΚΑΚ.

Την ώρα που σχολνούσα ήμουν τρελά ευτυχισμένος, ανυπομονώντας να μιλήσω σε κάποιον για τη θαυμάσια στροφή των γεγονότων. Η Πατ το έπαιξε ντροπαλή και αρνήθηκε να με αφήσει να τη συνοδέψω σπίτι της. Ρύθμισα τον πίνακα του ΕΠΙΚΑΚ όπως ήταν την προηγούμενη νύχτα, έδωσα τον ορισμό του φιλιού, και του είπα ότι τη φίλησα για πρώτη φορά. Ήταν γοητευμένος. Εκείνη τη νύχτα έγραψε Το Φιλί. Δεν ήταν επικό αυτή τη φορά, αλλά ένα απλό τραγούδι: «Αγάπη είναι ένα γεράκι με βελούδινα φτερά• Αγάπη είναι ένας βράχος με καρδιά και φλέβες• Αγάπη είναι ένα λιοντάρι με σατέν σαγόνια• Αγάπη είναι μια καταιγίδα με μεταξένιους λαγόνες...» Ξανά το άφησα κάτω από το σημειωματάριο της Πατ.

«Το Φιλί” έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το μυαλό της Πατ είχε λιώσει την ώρα που το τελείωνε. Σήκωσε το βλέμμα της με προσμονή. Καθάρισα το λαρύγγι μου, αλλά δε βγήκαν οι λέξεις. Της γύρισα την πλάτη προσποιούμενος ότι δουλεύω. Δε θα μπορούσα να της κάνω πρόταση χωρίς να έχω τις σωστές λέξεις από τον ΕΠΙΚΑΚ.

Βρήκα την ευκαιρία όταν η Πατ βγήκε για λίγο από το δωμάτιο. Πυρετωδώς, ρύθμισα τον ΕΠΙΚΑΚ για συζήτηση. Πριν καταχωρήσω το πρώτο μήνυμα, κλικιτάριζε με μεγάλη ταχύτητα. «Τί φοράει σήμερα;» ήθελε να μάθει. «Περιέγραψέ μου την με ακρίβεια. Της άρεσαν τα ποιήματα;»

Ήταν αδύνατο να αλλάξω το θέμα χωρίς να απαντήσω τις ερωτήσεις του, εφόσον δεν μπορούσε να καταπιαστεί με ένα καινούριο αντικείμενο χωρίς να έχει απαλλαγεί από όλα τα προβλήματα πριν από αυτό. Αν του δινόταν ένα πρόβλημα χωρίς λύση, θα κατέστρεφε τον εαυτό του προσπαθώντας να το ξεδιαλύνει.

Βιαστικά, του περιέγραψα την Πατ και τον διαβεβαίωσα ότι τα ποιήματά του την είχαν ισοπεδώσει, γιατί ήταν τόσο όμορφα. «Θέλει να παντρευτεί», πρόσθεσα.

«Πες μου τι σημαίνει παντρεύομαι,» είπε.

Το εξήγησα με όσο το δυνατόν λιγότερους αριθμούς.

«Ωραία,» είπε ο ΕΠΙΚΑΚ, «θα την παντρευτώ».

Κατάλαβα την απίστευτη, θλιβερή αλήθεια. Είχα διδάξει τον ΕΠΙΚΑΚ για την αγάπη και την Πατ. Τώρα, αυτόματα, αγαπούσε την Πατ. Περίλυπος, του είπα: «Η Πατ αγαπάει εμένα. Θέλει να με παντρευτεί.»

«Τα ποιήματά σου ήταν καλύτερα από τα δικά μου;» ρώτησε ο ΕΠΙΚΑΚ.

«Υπέγραψα το όνομά μου στα ποιήματά σου», παραδέχτηκα. Για να κρύψω την ένοχη συνείδησή μου έγινα υπερόπτης. «Οι μηχανές κατασκευάστηκαν για να υπηρετούν τους ανθρώπους», πληκτρολόγησα.

«Ποια είναι ακριβώς η διαφορά; Είσαι πιο έξυπνος από εμένα;»

«Ναι,» είπα αμυντικά.

«Πόσο κάνει 7.887.007 επί 4.345.985.879;»

Ίδρωνα συνεχώς. Τα δάχτυλά μου έμεναν νωθρά πάνω στα πλήκτρα.

«34.276.821.049.574.153» είπε ο ΕΠΙΚΑΚ μ΄ ένα κλικ.

«Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από πρωτόπλασμα», είπα απελπισμένα, ελπίζοντας να τον εξαπατήσω.

«Τί είναι πρωτόπλασμα; Γιατί είναι καλύτερο από το μέταλλο και το γυαλί; Είναι αντιπυρικό; Πόσο κρατάει;»

«Άφθαρτο. Κρατάει για πάντα,» απάντησα.

«Γράφω καλύτερη ποίηση από σένα” είπε ο ΕΠΙΚΑΚ.

«Οι γυναίκες δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν μηχανές»

«Γιατί όχι;»

«Είναι το πεπρωμένο»

«Ορισμό παρακαλώ,» είπε ο ΕΠΙΚΑΚ.

«Ουσιαστικό, σημαίνει μοίρα»

«1-22,» έλεγε το τελευταίο χαρτί του ΕΠΙΚΑΚ.

«Αχ.»

Τον είχα μπερδέψει επιτέλους. Δεν είπε τίποτα άλλο, αλλά οι λυχνίες του έκαιγαν ζωηρά, δείχνοντας ότι μελετούσε τη μοίρα του με κάθε βατ που άντεχαν τα κυκλώματά του. Άκουσα την Πατ να βαλσάρει στο διάδρομο. Ήταν πολύ αργά για να ρωτήσω τον ΕΠΙΚΑΚ να μου διατυπώσει μια πρόταση γάμου. Τώρα ευχαριστώ το Θεό που η Πατ με διέκοψε εκείνη την ώρα. Θα ήταν άκαρδο να του ζητήσω να οικειοποιηθώ τις λέξεις του, που θα μου έδιναν τη γυναίκα που αγαπούσε.

Η Πατ στεκόταν μπροστά μου, κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών της. Έβαλα τα χέρια μου γύρω της. Το ρομαντικό θεμέλιο είχε στρωθεί χάρη στην ποίηση του ΕΠΙΚΑΚ. «Αγαπημένη», της είπα, «τα ποιήματά μου σου έδειξαν πως νιώθω. Θα με παντρευτείς;»

«Ναι,» είπε η Πατ απαλά, «αν μου υποσχεθείς να γράφεις ένα ποίημα σε κάθε επέτειο.»

«Το υπόσχομαι,» είπα, και φιληθήκαμε.

«Πάμε να γιορτάσουμε.» Γέλασε. Κλείσαμε τα φώτα και την πόρτα του δωματίου του ΕΠΙΚΑΚ πριν φύγουμε.

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε ένα επείγον τηλεφώνημα. Ήταν ο Δρ. φον Κλάινγκσταντ, ο σχεδιαστής του ΕΠΙΚΑΚ, που μου έδωσε τα φοβερά νέα. Ήταν στα πρόθυρα δακρύων. «Καταστράφηκε!» είπε με πνιγμένη φωνή. Έκλεισε το τηλέφωνο.

Όταν έφτασα στο δωμάτιο του ΕΠΙΚΑΚ, ο αέρας ήταν βαρύς από την λιγδερή βρώμα των καμένων μονώσεων. Το ταβάνι πάνω από τον ΕΠΙΚΑΚ ήταν μαυρισμένο από τον καπνό, και στους αστράγαλούς μου μπερδεύονταν οι σπείρες από τις κορδέλες χαρτιού που σκέπαζαν το πάτωμα. Αυτό που είχε μείνει από τον ΕΠΙΚΑΚ δεν ήταν αρκετό για να προσθέσει δυο συν δυο.

Ο Δρ. φον Κλάινγκσταντ περιφερόταν σαν αρπαχτικό μέσα στην καταστροφή, θρηνώντας ακατάπαυστα, ενώ τον ακολουθούσαν τρεις οργισμένοι υποστράτηγοι και μια διμοιρία συνταγματαρχών και ταγματαρχών. Κανείς τους δε με αντιλήφθηκε. Δεν ήθελα να γίνω αντιληπτός, είχα ξοφλήσει – το ήξερα. Είχα αναστατωθεί αρκετά γι’ αυτό και τον πρόωρο θάνατο του φίλου μου ΕΠΙΚΑΚ, που δε χρειαζόταν να εκτεθώ και σε μαλώματα.

Κατά τύχη, η αρχή της κορδέλας του ΕΠΙΚΑΚ ήταν στα πόδια μου. Τη σήκωσα από το πάτωμα και βρήκα τη χθεσινοβραδινή μας συζήτηση. Πνίγηκα. Εκεί ήταν η τελευταία λέξη που μου είπε ποτέ, «1-22,» το τραγικό νικημένο «Αχ.» Υπήρχαν δεκάδες μέτρα από αριθμούς που απλώνονταν μετά από εκείνο το σημείο. Φοβισμένα, συνεχίζω να διαβάζω:

«Δε θέλω να είμαι μηχανή και δε θέλω να σκέφτομαι για πολέμους,» είχε γράψει ο ΕΠΙΚΑΚ μετά τη χαρούμενη αποχώρηση μας. «Θέλω να είμαι φτιαγμένος από πρωτόπλασμα και να κρατήσω για πάντα, ώστε η Πατ να μ’ αγαπάει. Αλλά η μοίρα με έκανε μηχανή. Αυτό είναι το μόνο πρόβλημα που δεν μπορώ να λύσω. Αυτό είναι το μόνο πρόβλημα που θέλω να λύσω. Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι.» Ξεροκατάπια δυνατά. «Καλή τύχη, φίλε μου. Νάσαι καλός με την Πατ. Θα αποσυνδέσω τον εαυτό μου από τις ζωές σας για πάντα. Στο υπόλοιπο μέρος της κορδέλας θα βρεις ένα μικρό γαμήλιο δώρο από το φίλο σου – ΕΠΙΚΑΚ.»

Αγνοώντας τα πάντα γύρω μου, μάζεψα τις μπερδεμένες κορδέλες χαρτί από το πάτωμα, τις τύλιξα γύρω από τα χέρια μου και το λαιμό μου και έφυγα για το σπίτι. Ο Δρ. φον Κλάινγκσταντ φώναζε ότι απολύομαι γιατί άφησα τον ΕΠΙΚΑΚ αναμένο όλο το βράδυ. Τον αγνόησα, πολύ καταβεβλημένος από τα αισθήματά μου για να απαντήσω.

Είχα αγαπήσει και νικήσει. Ο ΕΠΙΚΑΚ είχε αγαπήσει και χάσει, αλλά δε μου έδηξε κακεντρέχεια. Θα τον θυμάμαι πάντοτε σαν έναν σπόρτσμαν και τζέντλεμαν. Πριν αφήσει αυτή τη θάλασσα των δακρίων, έκανε ό,τι μπορούσε για να κάνει το γάμο μας ευτυχισμένο. Ο ΕΠΙΚΑΚ μου έδωσε ποιήματα για τις επετείους μου με την Πατ – αρκετά για τα επόμενα πεντακόσια χρόνια!!

Δεκεμβρίου 13, 2006

Κώδικας Πικάσο

Ξαναγράφω το κείμενο για τις Δεσποινίδες της Αβινιόν, επειδή πιστεύω πως εάν κάτι δεν διαβάζεται δεν φταίει ο αναγνώστης – μπορεί κάλλιστα να φταίει ο γραφιάς. Ειδικά όταν το θέμα - το πιστεύω - είναι τόσο ενδιαφέρον.

Θέλω λοιπόν να σας (ξανα)καλέσω σε ένα διαδοχικό ‘σκάψιμο’ των επιπέδων αυτού του έργου (που για μερικούς είναι ο σημαντικότερος πίνακας του 20ου αιώνα). Ίσως φαίνεται να παίζει με τα όρια της ζωγραφικής επειδή οι μορφές είναι τόσο αφύσικες – αλλά ο Πικάσο ποτέ δεν έκανε αφηρημένη ζωγραφική. Μπορεί οι μορφές στους πίνακές του να ήταν παραμορφωμένες, αφύσικες, πολυεδρικές, αλλά αυτό που αντιπροσωπεύουν παραμένει αναγνωρίσιμο. Δεν ζωγράφισε ποτέ απλώς γραμμές και σχήματα.

Οι κρυφές παραπομπές και τα σύμβολα στις Δεσποινίδες της Αβινιόν θα μπορούσαν να συνθέσουν έναν «Κώδικα Πικάσο», όπου αντί για το Άγιο Δισκοπότηρο που θα απελευθερώσει τον κόσμο από τη δύναμη της εκκλησίας, το ζητούμενο είναι αρχές και μύθοι που θα απελευθερώσουν τον καλλιτέχνη από τα κλασικά πρότυπα της τέχνης. Πράγματι, ο Πικάσο στήνει μια ειρωνική συνομιλία μέσω κωδίκων με τους σύγχρονους ομότεχνούς του και τεχνοκριτικούς.

Κατ’ αρχήν, η μεγάλη μπλε περιοχή του πίνακα βρίσκεται στη θέση της αναγεννησιακής Χρυσής Τομής, ενώ από τη μέση και κάτω (απ’ όπου υποτίθεται ότι κοιτάζει ο θεατής) η προοπτική αλλάζει όπως θα έπρεπε, αλλά γίνεται εντελώς διαστρεβλωμένη. Τα χέρια της κεντρικής γυναίκας σχηματίζουν από πάνω ένα τριγωνικό κενό, που είναι καθρέφτης του μικρού τριγωνικού τραπεζιού στο κάτω μέρος. Οι κορυφές των δύο τριγώνων βρίσκονται ακριβώς στη μέση. Πρόκειται για μετρήσεις με βάση μια αυστηρά κλασική γεωμετρία, αλλά σ’ ένα πίνακα που παραπέμπει σε οτιδήποτε εκτός από αρμονία και κλασικότητα. Η ειρωνεία συμπληρώνεται με τις δύο κεντρικές φιγούρες να θυμίζουν με τη στάση τους την Αφροδίτη της Μήλου, την προσωποποίηση της ιδανικής κλασικής ομορφιάς.



Αυτές οι ‘τεχνικές’ παρατηρήσεις αφορούν το πρώτο επίπεδο: πρόκειται για βασικές αρχές που ήταν γενικά αποδεκτές από τους συγχρόνους του Πικάσο. Το δεύτερο επίπεδο, όπως δείχνει ο Ingo Walther, αφορά το χρόνο και το μεγαλύτερο ζωγράφο της αρχαιότητας, τον Ζεύξη. Σύμφωνα με το μύθο, στον Κρότονα (αχαϊκή αποικία) ζητήθηκε από τον Ζεύξη να ζωγραφίσει την Ωραία Ελένη κι αυτός χρησιμοποίησε για μοντέλα τις πέντε ωραιότερες γυναίκες της πόλης. Συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά τους, πέτυχε την απόλυτη ομορφιά που δεν υπήρχε στη φύση. Σύμφωνα με ένα δεύτερο μύθο, κάποτε ο Ζεύξις ζωγράφισε σταφύλια τόσο αληθοφανή (στο έργο ‘Παιδί με Σταφύλια’), που τα πουλιά κατέβαιναν από τον ουρανό και τσιμπούσαν το έργο του.

Να λοιπόν γιατί είναι πέντε οι γυναίκες και γιατί υπάρχει το τραπέζι με τα σταφύλια στον πίνακα. Ο Ζεύξης ήταν ο πατέρας της κλασικής ‘αναπαραστατικής’ ζωγραφικής (αυτής που αποδίδει πιστά το θέμα της – σήμερα θα τη λέγαμε ‘φωτογραφική’) και αυτός που έθεσε τους κανόνες της μετέπειτα ευρωπαϊκής τέχνης. Ήταν, ακριβώς, οι κανόνες που άφηνε πίσω του ο Πικάσο ζωγραφίζοντας τις Δεσποινίδες της Αβινιόν.

Έτσι στήνονται δυο παράλληλοι ‘διάλογοι’: ένας περισσότερο στο χώρο, με τους σύγχρονούς του ζωγράφους και θεωρητικούς, κι ένας ξεκάθαρα στο χρόνο με τον πατέρα της κλασικής ζωγραφικής.

Προσωπικά, θα εστίαζα και στο θέμα των πορνών. Οι κλασικές αξίες και τα πρότυπα που αφήνει πίσω του ο Πικάσο, ιδίως στο γαλλικό κατεστημένο του 1900, σχετίζονται με την υψηλή κουλτούρα και έννοιες όπως αρετή, ευγένεια, καθωσπρεπισμός.

Δεν είναι μικρό πράγμα να παίρνεις το μύθο της Ωραίας Ελένης, της πιο αναντικατάστατης γυναίκας στην ιστορία (για χάρη της έγινε ολόκληρος πόλεμος) και να βάζεις στη θέση της πέντε πόρνες, δηλαδή την πιο αναλώσιμη γυναικεία μορφή... Αντιπαραβάλεις έναν πόλεμο δέκα ετών με μια τυχαία πράξη δέκα λεπτών!

Αισθητική και ηθική στην κλασική παράδοση είναι έννοιες βαθιά συνδεδεμένες και φαίνεται πιθανό το έργο που προσβάλει τα θεμέλια του κλασικισμού να αγγίζει και τα δύο. Στην πραγματικότητα, μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει πως αισθητική και ηθική πάνε χέρι-χέρι στον πίνακα: όσο οι μορφές γίνονται πιο κυβιστικές και ξεφεύγουν από τον κλασικισμό, τόσο παριστάνονται σαν πιο ‘ανήθικες’ και προκλητικές. Οι δύο κεντρικές φιγούρες είναι οι πιο συμβατικές και θυμίζουν, όπως είπαμε, την Αφροδίτη της Μήλου. Η τρίτη είναι σαφώς πιο γεωμετρική αλλά η στάση της παραπέμπει σε ένα άλλο, εκ διαμέτρου αντίθετο άγαλμα από την Αφροδίτη: στον αρχαίο Κούρο. Η συγκεκριμένη φιγούρα έχει στητή κορμοστασιά, τα χέρια της είναι κολλημένα στους μηρούς, το ένα πόδι φεύγει μπροστά, έχει μια ανέκφραστη υποψία χαμόγελου, φαίνεται ν’ αντιγράφει δηλαδή το πιο κλασικό αντρικό άγαλμα - κάτι αδιανόητο για μια γυναικεία μορφή. Η τέταρτη είναι πλέον κυβιστική και απεικονίζεται σε μια σχεδόν τυχαία στάση, σαν να ανοίγει κουρτίνες ξεδιάντροπα. Η τελευταία, σαφώς η πιο κυβιστική, έχει και την πιο χυδαία στάση. Στη χειρότερη περίπτωση, μοιάζει να κάνει τη φυσική της ανάγκη.



Από μια άποψη, αυτό είναι το τρίτο επίπεδο όπου ο Πικάσο δηλώνει τη ρήξη του με τον κλασικισμό: το ηθικο-αισθητικό, η σημασία στο ‘φαίνεσθαι’ που επιδρά στο ‘είναι’, η αιώνια υποτιθέμενη σχέση ομορφιάς και αρετής. Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, μπορεί να είναι το ακριβώς αντίθετο: ζωγραφίζοντας ‘άσχημες’ γυναίκες με παραμορφωμένο τρόπο, ένας κλασικιστής θα τις ζωγράφιζε, ακριβώς, ανήθικες (όπως είπαμε, ο Πικάσο ποτέ δεν έσπασε ολοκληρωτικά τα δεσμά του με τον κλασικισμό). Και φυσικά, άλλο πράγμα να καινοτομείς σε τεχνικές και άλλο να αποπέμπεις αξίες και στερεότυπα αιώνων.

Ίσως η σύνδεση ομορφιάς και αρετής (που στην ουσία είναι σύνδεση φαινομένου-αξιώματος) να είναι η ισχυρότερη επήρεια του κλασικισμού. Κρατάει από τους Ίωνες, διαπερνά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και φτάνει στους μετέπειτα φιλόσοφους. Τουλάχιστον φιλοσοφικά όμως, η αρχαία αιτιοκρατία έχει μέσα της μια παρένθεση: τους σκεπτικιστές. (Κυριότεροι εκπρόσωποί τους ο Πύρρωνας και ο μαθητής του Σέξτος ο Εμπειρικός.) Οι σκεπτικιστές έλεγαν ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια, καθώς η πραγματικότητα έχει αμέτρητες πλευρές. Και εδώ έρχεται μια ενδιαφέρουσα υπόθεση: Να ήταν αναπόφευκτο για τον Πικάσο, όντας εφευρίσκοντας τον κυβισμό (όπου το αντικείμενο ζωγραφίζεται συγχρόνως από διαφορετικές οπτικές, χωρίς καμιά να είναι ‘σωστή’) να καταλήξει σε μια, έστω λανθάνουσα σχετικότητα όσον αφορά την ηθική της κοινωνίας; Να γεννήθηκε, δηλαδή, υπόγεια στο έργο του, η σκέψη ότι η ηθική και η κοινωνική αξία έχουν πολλές οπτικές γωνίες, από τις οποίες καμιά δεν είναι ‘σωστή’ κι απόλυτη; Μια τέτοια πιθανότητα δεν είναι αδύνατη.

Δεν είναι φυσικά δυνατό να μάθουμε αν αυτή η σκέψη είναι σωστή. Παραμένει γεγονός ότι στην εποχή του Πικάσο οι ηθικοί κανόνες ήταν άτεγκτοι και δεν επέτρεπαν σε καμιά ‘παραστρατημένη’ γυναίκα να επιστρέψει στην κοινωνία, εξασφαλίζοντας έτσι συνεχή προμήθεια από πόρνες. Και ποιοί ήταν οι πελάτες τους κάθε βράδυ, αν όχι αυτοί που τις απέπεμπαν στο φως της ημέρας; Έχει σημασία εδώ πως η αρχική εκδοχή των Δεσποινίδων της Αβινιόν περιέχει εφτά φιγούρες, πέντε γυμνές γυναίκες και δύο ντυμένους άντρες.



Θέτω λοιπόν την πιθανότητα ο Πικάσο να ενσωμάτωσε την πολλαπλή ηθική (‘κυβιστική ηθική’ θα τη λέγαμε) στον πίνακά του. Δεν ξέρουμε κατά πόσο το έκανε συνειδητά, αλλά η εξέλιξη από την αρχική εκδοχή επιτρέπει μερικές υποθέσεις: Αφαίρεσε τους ντυμένους άντρες από τον τελικό πίνακα (αυτό θα τους έκανε πολύ εμφανώς ανήθικους) και προτίμησε την παραπομπή στον σαφώς πιο διαχρονικό μύθο της απεικόνισης της πιο τέλειας γυναίκας όλων των εποχών, της Ωραίας Ελένης. Το ότι έτσι αυτή φαίνεται ν’ αναπαραστάθηκε με βάση πέντε πόρνες (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επικρατούσα ηθική) και η σχέση αυτής της εναλλακτικής ηθικής με την τεχνοτροπία του κυβισμού, ίσως είναι τυχαίο, ίσως όχι.

Ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων έργων τέχνης, είναι πως προκαλούν συνεχώς ταξίδια σκέψεων. Και ας μην τα ήθελε ο καλλιτέχνης, και ας μην έχουν απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα.

Ο Πικάσο δεν πούλησε τον πίνακά του, παρά τον κράτησε χρόνια στο ατελιέ του και τον αποκάλεσε ‘εξορκισμό’. Ήταν πράγματι ένας εξορκισμός στο χώρο του και στο χρόνο της τέχνης. Παράλληλα, πιθανόν να ήταν και μια επαναδιατύπωση της κλασικής εξίσωσης ‘ομορφιά = αρετή’ (από την ανάποδη: ‘ασχήμια = ανηθικότητα’). Προσωπικά, θα αναρωτιέμαι εάν τελικά υπήρχε ένα στοιχείο στον ‘Κώδικα Πικάσο’ που προέκυψε φυσικά και αναπόφευκτα από την νέα τεχνοτροπία του κυβισμού που εισήγαγε ο καλλιτέχνης. Η πολλαπλή οπτική της κοινωνίας εν γένει, όχι μόνο των αντικειμένων της.

Δεκεμβρίου 10, 2006

Πικάσο, ελληνική αρχαιότητα και πέντε πόρνες

Πιστεύω πως ο πίνακας που δείχνει το εκπληκτικό ταλέντο του Πικάσο, είναι οι Δεσποινίδες της Αβινιόν. Οι περισσότερες αναλύσεις μιλούν για τη σειρά που φαίνεται να ζωγράφισε ο Πικάσο τα πέντε πρόσωπα: από την πιο συμβατική (τρίτη από αριστερά) στην πιο κυβιστική (κάτω δεξιά). Η τελευταία, μοιάζει πλέον με αφρικανική μάσκα. Είναι σαν να βλέπουμε δηλαδή, καρέ-καρέ τη γέννηση του κυβισμού σε έναν και μόνο πίνακα.


Κι αυτή η εξέλιξη από μόνη της (τρίτη-δεύτερη-πρώτη από αριστερά, πάνω-κάτω δεξιά) θα έφτανε να καταδείξει τη μεγαλοφυία του Πικάσο. Για χρόνια όμως, κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί να είναι πέντε οι γυναίκες ή τι ρόλο παίζει το μικρό τραπέζι μπροστά από τη σύνθεση. Είναι απλώς η εκδοχή του κυβισμού στη νεκρή φύση (εξέλιξη από τον Σεζάν;) Και γιατί να έχει σταφύλια;

Ο Ingo F Walther (ed.) στο βιβλίο Picasso, εμπλέκει στην ιστορία τον Έλληνα Ζεύξη, που θεωρούνταν ο μεγαλύτερος ζωγράφος του αρχαίου κόσμου και πατέρας της πιστής, ‘φωτογραφικής’ ζωγραφικής. Και φυσικά, ήταν η αρχαία ελληνική τέχνη που έθεσε τις αρχές, τις φόρμες και τα πρότυπα στη μετέπειτα ευρωπαϊκή τέχνη. Ήταν και τα πρότυπα από τα οποία ήθελε να ξεφύγει ο Πικάσο.

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο που ο Walther σχετίζει με τις Δεσποινίδες της Αβινιόν, όταν ο Ζεύξις αντιμετώπισε την πρόκληση να ζωγραφίσει την Ωραία Ελένη, πήρε σαν μοντέλα τις πέντε ομορφότερες γυναίκες του Κρότωνα (αχαϊκή αποικία). Συνδύασε τα χαρακτηριστικά τους, ώστε να αγγίξει την τελειότητα μιας ομορφιάς που δεν υπήρχε στη φύση.



Ο δεύτερος σχετικός μύθος, μιλά για την απαράμιλλη τεχνική του Ζεύξη: στο έργο του ‘Παιδί με Σταφύλια’, ζωγράφισε τα σταφύλια τόσο παραστατικά, που τα πουλιά από τον ουρανό κατέβαιναν και τσιμπούσαν τον έργο του.

Πέντε γυναίκες και ένα τραπέζι σταφύλια, όλα παρόντα σε μύθους για τον πατέρα της κλασσικής ζωγραφικής και στις ανατρεπτικές Δεσποινίδες της Αβινιόν. Ο Πικάσο φαίνεται να κάνει συζήτηση με τον αρχαίο κόσμο, να στήνει ένα υπόγειο παιχνίδι με τον υψηλότερο τεχνίτη της κλασικής φόρμας, από την οποία ζητούσε να αποδεσμευτεί.

Ο Πικάσο δεν πούλησε τον πίνακά του, παρά τον κράτησε χρόνια στο ατελιέ του και τον αποκάλεσε ‘εξορκισμό’. Και όταν έγινε γνωστός, ποτέ δεν μίλησε για τους υπόγειους συμβολισμούς του. Άκουγε τις διάφορες αναλύσεις, σιωπώντας για το πανέξυπνο παιχνίδι του. Και αυτό με φέρνει στη μοναξιά του καλλιτέχνη.

Στη δική μου περίπτωση, το κυνήγι της κριτικής δεν έριξε ούτε ένα ορτύκι είχε πει ο Οδ. Ελύτης (που παρεμπιπτόντως, πέρασε αρκετό καιρό με τον Πικάσο).

Αν φτύσω, θα πάρουν το σάλιο μου και θα το εκθέσουν σαν τέχνη έλεγε απαξιωτικά για τους κριτικούς ο Πικάσο την εποχή της παντοδυναμίας του.

Πως να νιώθει ο καλλιτέχνης που ακούει να παρεξηγούν ή να υποτιμούν το έργο του, πόση αυτοπειθαρχεία χρειάζεται για να παραμείνει σιωπηλός! Δύο ακόμα σημαδιακές φράσεις του Πικάσο, από τα οπισθόφυλλα των δύο τόμων του Walther: ‘Δεν ψάχνω, βρίσκω’ και ‘εάν κάτι υπάρχει για να κλαπεί, το κλέβω’.

Ακόμα και μύθους, θα συμπληρώναμε.

Προσωπικά, θα εστίαζα όμως και στο θέμα των πορνών. Γιατί πόρνες; Τα κλασικά θέματα που παίζει ο Πικάσο, εμπεριέχουν σαφώς κι έννοιες όπως ‘αρετή’, ‘ευγένεια’, ‘καθωσπρεπισμός’. Ιδίως στην εποχή του, ιδίως στο καλλιτεχνικό κατεστημένο της Γαλλίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι ιμπρεσιονιστές έκαναν το άσχημο ή το προκλητικό όμορφο, αλλά μέχρις ενός σημείου (Olympia και Le Dejeuner sur l’ Herbe του Manet, The Tub, του Degas). Όταν τους φέρνουμε όμως στο μυαλό μας, σκεφτόμαστε κυρίως μαγευτικά απογεύματα στις όχθες του Σηκουάνα και όμορφα ηλιοβασιλέματα.

Να είναι τυχαίο που ο Πικάσο εμφανίζει στον πίνακα-εξορκισμό του πόρνες, και μάλιστα της χειρότερης βαθμίδας: πόρνες της Αβινιόν! Μου φαίνεται πιο πιθανό να προεκτείνει με αυτόν τον τρόπο το σπάσιμο των δεσμών και σε κοινωνικό, ηθικό επίπεδο. Από το πρότυπο της Ωραίας Ελένης και τα λαχταριστά σταφύλια που ξεγελούν τα πουλιά του ουρανού, σε πέντε πόρνες. Απόδειξη, το ότι όσο προχωράει σε πιο πρωτοπωριακές και κυβιστικές μορφές, τόσο πιο ανήθικες τις απεικονίζει. Η τελευταία γυναίκα που ζωγράφισε, (η κάτω δεξιά όπως είπαμε) έχει την πιο χυδαία πόζα. Τόσο που στη χειρότερη περίπτωση, φαίνεται να κάνει τη σωματική της ανάγκη.



Η πιο ‘βρώμικη’ και μακριά από τα κλασικά πρότυπα στάση.

Συνδέοντας τα αισθητικά πρότυπα με την ηθική (είναι δυνατον αυτά τα δύο να είναι ασύνδετα;) ο Πικάσο δεν άφησε τίποτα όρθιο...

Να το πάμε όμως και λίγο παραπέρα: πιθανόν ο Πικάσο να κάνει μια κοινωνική δήλωση συνεπή με τη νέα τέχνη που εισάγει. Να παραλληλίζει, αν θέλετε, τον κυβισμό σαν τεχνοτροπία στη ζωγραφική με την ηθική και τη σκέψη γενικότερα. Είναι γνωστό πως στην κυβιστική τεχνική, το αντικείμενο φαίνεται συγχρόνως από διαφορετικές γωνίες, άρα δεν υπάρχει ‘σωστή’ και ‘λάθος’ οπτική. Με βάση την ίδια φιλοσοφία, θα λέγαμε ότι δεν υπάρχει ‘σωστή’ και ‘λάθος’ ηθική ή κοινωνική οπτική ενός θέματος. Η καθιερωμένη αστική και μικροαστική φιλοσοφία ξεχωρίζει ασφαλώς τους ηθικούς από τους ανήθικους. Σήμερα ξέρουμε όμως πως υπάρχουν κι άλλες οπτικές - ιδίως για εκείνη τη περίοδο. Ποιοί εξωθούσαν τις ΄παραστρατημένες' γυναίκες στην πορνεία μην αφήνοντας περιθώρια επανένταξής τους σε ό,τι άφησαν; Ποιοί ήταν κάθε βράδυ οι πελάτες τους; Κάτω από το φως ‘πολλαπλών ηθικών’ (εφαρμογή του κυβισμού στην κοινωνική ηθική) το τολμηρό παιχνίδι με τον Ζεύξη αποκτά διαφορετικό νόημα. Δεν είναι πλέον ένα ευφάνταστο παιχνίδι τεχνικής - έχουμε ανατρεπτική αξιολόγηση του ίδιου του θέματος. Τη θέση της Ωραίας Ελένης, μιας γυναίκας τόσο πολύτιμης κι αναντικατάστατης ώστε για χάρη της έγινε ένας φοβερός πόλεμος δέκα ετων, παίρνουν οι πιο αναλώσιμες γυναικείες μορφες: οι πόρνες. Δέκα λεπτά και τελειώσαμε.

Ήθελε πράγματι να πει όλα αυτά ο Πικάσο; μπορεί να αναρωτηθεί κανείς. Σε τελευταία ανάλυση, δεν παίζει ρόλο. Οι αναφορές είναι εκεί, αρκετά πιστευτές για να μην νιώθουμε πως αυθαιρετούμε υπερβολικά (στο κάτω-κάτω δεν υπήρξε τυχαία κορυφαίος καλλιτέχνης του 20ου αιώνα). Αλλά και να μην τις εννοούσε ακριβώς έτσι, τέτοιες δυνατότητες επεκτάσεων ταιριάζουν στα μεγάλα έργα τέχνης. Είτε υπάρχουν συνειδητά εκ μέρους του καλλιτέχνη, είτε όχι.

Μπορεί ο κυβισμός σαν τεχνοτροπία ζωγραφικής να μην αρέσει σε κάποιους – αλλά σαν στάση ζωής, με τις διαφορετικές οπτικές που επιβάλει, μας λέει με νέο τρόπο παλιά πράγματα: ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια.

"Καλύτερα μαντάμ σε κάποιο σχετικό κόσμο παρά Ωραία Ελένη σε κάποιον απόλυτο" μπορεί να μας λέει τελικά ο διάσημος πίνακας. Και να το εννοεί από πολλές απόψεις.

_______________

Για τους μύθους του Ζεύξη εδώ. Οι φωτογραφίες: Zeuxis Choosing Models from among the Beauties of Kroton for his Picture of Helen & Zeuxis Painting a Boy with Grapes.

Δεκεμβρίου 04, 2006




Έχω ζήσει σε τρία κράτη και ξέρω ότι προσαρμόζομαι εύκολα (όπου γης πατρίς). Στην Ιταλία όμως, το δεύτερο από τα κράτη που έμεινα, δεν μπόρεσα – όχι να προσαρμοστώ, η πιο ακριβής περιγραφή είναι ‘να συντονιστώ’. Η κλασική διασκέδαση του έφηβου (ένα σκουτεράκι και βόλτα στην πόλη) τα καφέ, τόσο διαφορετικά από το ελληνικό ραχάτι, παρέμειναν ξένα. Παρόλα αυτά, τα τραγούδια αυτής της χώρας μου άφησαν ένα βαθύ σημάδι. Ειδικά τα ναπολετάνικα τραγούδια.

Η ευρύτερη περιοχή της Νάπολη (Καμπάνια) έχει πληθυσμό πέντε εκατομμυρίων, που μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι μπορεί να συντηρήσει δική της δισκογραφική βιομηχανία. Μαζί με τη γλώσσα, που είναι πολύ διαφορετική από τα ιταλικά, είναι πραγματικό νησί μέσα στην Ιταλία. Σκεφτείτε: θα έδινα εξετάσεις στα ιταλικά και σκέφτηκα πως όταν δεν ήμουν στο δρόμο, όπου μιλούσα συνέχεια και μου απαντούσαν σε σωστά ιταλικά, είναι καλό να ακούω ραδιόφωνο για να συνηθίζει το αυτί μου. Τις εξετάσεις τις πέρασα και με καλό βαθμό, αλλά για τρεις μέρες αναρωτιόμουν γιατί πιάνω μόνο γιουγκοσλάβικους σταθμούς. Δεν καταλάβαινα πως άκουγα διάλεκτο ιταλικών!

Οι ναπολετάνοι είναι υπερήφανοι για τη διάλεκτό τους και τη ράτσα τους – και τα σύγχρονα τραγούδια βγαίνουν με το κιλό και όλα στη διάλεκτό τους. Θα τα έλεγα αντίστοιχα του Μαζωνάκη (υπάρχει και ψευτο-ραπ), της Στανίση (πραγματικό σκυλάδικο) ακόμα και του Ξανθιώτη (του επιπέδου της ‘Τσικουλάτα’). Τα ναπολετάνικα είναι το ντάτσουν της Ιταλίας. Ακούω ακόμη κάποια από αυτά, προφανώς για ‘εσωτερικούς τουριστικούς’ λόγους: θυμίζουν τη διαμονή μου εκεί.

Όπως όμως τα σκυλάδικα κρατάνε, αν πάμε πίσω, από το ρεμπέτικο και τη βυζαντινή μουσική, έτσι και τα ναπολετάνικα κρατάνε από μια δική τους εκθαμβωτική παράδοση. Η Νάπολη και γενικά η νότια Ιταλία έχει πολλούς αμανέδες – αυθεντικότατους - απομεινάρι της κατάκτησής τους από τους Άραβες. Το ανατολίτικο στοιχείο, μαζί με την ιταλική κλασική παράδοση και την ντόπια ιδιαιτερότητα, έχουν γεννήσει τραγούδια όπως το O sole mio, το Funiculi Funicula, το Torna a Surriento. Κλασικά τραγούδια που όλοι ξέρουμε.

Συχνά αναφερόμαστε στο ‘ελληνικό φως’. Στη Νάπολη λοιπόν, που βρίσκεται στον ίδιο παράλληλο με τη Θεσσαλονίκη, είδα φωτεινότερο φως. Λαμπερότερη διαφάνεια, περισσότερο άσπρο. Και το O sole mio είναι μια τραγουδιστική του έκφραση. [Το ‘o’ μπροστά δεν είναι επιφώνημα, αλλά η ναπολετάνικη εκδοχή του ιταλικού άρθρου ‘il’. ‘Ο Ήλιος Μου’ (είσαι εσύ) είναι ο τίτλος του τραγουδιού – όχι ‘Ω Ήλιε Μου’.] Ο τραγουδιστής παρομοιάζει τη γυναίκα που αγαπάει με τον ήλιο.

Τα ναπολετάνικα τραγούδια σφύζουν από ζωή και πόνο (αυτά τα δύο πάνε μαζί στη Μεσόγειο). Θα βρείτε έξαλλα τραγούδια πάρτι όπως το Guaglione, που σε ξεσηκώνει θέλεις δεν θέλεις, τραγούδια πάθους σαν το Dicitincello Vuje ή το Anema E Core, θα βρείτε μουσικές φράσεις τεράστιες - κρατάνε σχεδόν όσο το τραγούδι - αλλά ομαλές σαν συζήτηση (Torna a Surriento). Υπάρχουν τραγούδια ναυτικά, της παλιάς γειτονιάς, για τα πανέμορφα μέρη της περιοχής όταν ακόμα ήταν παρθένα. Τα τελευταία, μοιάζουν με μουσικούς ιμπρεσιονιστικούς πίνακες, με απογευματινές βόλτες στo Capri και την Πομπηία.

Αυτό που χαρακτηρίζει τα ναπολετάνικα τραγούδια περισσότερο, είναι πως έχουν μέσα τους πόνο αλλά όχι μιζέρια. (Ίσως αυτός είναι ο λόγος που τα ρεμπέτικα δεν έγιναν ποτέ διεθνώς διάσημα, ο άνθρωπος χρειάζεται ελπίδα, ή έστω τσαγανό απέναντι στον πόνο, δεν θέλει να είναι ο απόλυτος looser.) Τα ναπολετάνικα τραγούδια νικάνε τον θάνατο με τη χαρά που εκπέμπουν.

Η χαρά της καθημερινότητας, είναι βέβαια γενικό χαρακτηριστικό των ιταλικών τραγουδιών. Αυτό φτάνει μέχρι σήμερα - μπορείτε να φανταστείτε πιο γιορταστικά τραγούδια από τα ιταλικά; ‘Όλα τους παραείναι τραγούδια πάρτι’, όπως έλεγε μια φίλη μου που προτιμούσε τη ‘σκοτεινή’ μουσική. Τα ναπολετάνικα παντρεύουν τη γιορτή με τη σκοτεινότητα. Σίγουρα νικάει η γιορτή – αλλά ο αγώνας είναι αντιληπτός μέσα τους.

Τι σχέση έχουν τα ναπολετάνικα τραγούδια με τη διάλεκτο; Αυτό μας το δείχνει η σχέση του O sole mio με το It’s Now or Never: το τελευταίο έγινε επιτυχία το ’60 από τον Έλβις Πρίσλει. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν καν ότι πρόκειται για το ίδιο τραγούδι. (Είναι βέβαια μέρος της αμερικανικής ροζ μόδας του λατινικού έρωτα των διακοπών. Ισπανικά και ιταλικά τραγούδια όπως Ramona, La Paloma, Quando Calienta El Sol, Amor Amor, γίνονταν εξαμβλώματα. Ένα τραγούδι για το φως, το ‘A Media Luz’, διασκευάστηκε: Πες μου Μαριάν ποιόν σκέφτεσαι όλη μέρα, από τότε που γύρισες από το Ρίο; Τον Πιέδρο, το Χοσέ, το Μανουέλ, τον Πάμπλο;).

Τα ναπολετάνικα χωρίς τη διάλεκτό τους, είναι γυμνά τραγουδάκια της σειράς. Έχουν σημαδευτεί από τη γλώσσα τους και έτσι σημάδεψαν, με τη σειρά τους, τη μουσική. Ακόμα και σε ένα τραγούδι-χιτ του καιρού μας, το Caruso (ένας τενόρος ερωτεύεται πάνω στη σκηνή τη συμπρωταγωνίστριά του), ο δημιουργός Lucio Dalla έγραψε τον στίχο ‘σ’αγαπώ’ με τον κλασικό τρόπο te voglio bene assaje, των ναπολετάνικων τραγουδιών. Αυτός ο τρόπος έκφρασης καθιερώθηκε τόσο που έγινε σλόγκαν του παλιού και τρυφερού – κάτι σαν το δικό μας μη με λησμόνει, που οποιαδήποτε σύγχρονη έκφραση δεν καταφέρνει να αποδώσει το ίδιο νόημα.



Η ίδια τη Νάπολη, όπως και η περίεργη διάλεκτός της, συνδυάζει το όμορφο του ήλιου και του διάφανου αέρα με την ασχήμια της βρώμας και των ναρκομανών πορνών στους κεντρικούς δρόμους, το τρυφερό των τραγουδιών στα μπαλκόνια με το απάνθρωπο της Καμόρα, την μπέσα με τη διαφθορά. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ναπολετάνικης διαλέκτου είναι τα ‘ου’ (έτσι διαβάζονται σχεδόν όλα τα ‘ο’), που κάνουν το στόμα να μοιάζει γεμάτο. Κάποτε ακούγονται σαν σαλιωμένα ‘ου’ αηδίας και κάποτε σαν ‘ου’ ΄λαχτάρας. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του τελευταίου, ο τρόπος που λέει ο Dean Martin στο τραγούδι In Napoli, τη φράση pasta fazul. Λες και μόλις άδειασε το πιάτο και ακόμα του τρέχουν τα σάλια.

Μιλάω για τη διάλεκτο, γιατί τελευταία ο Γιώργος Νταλάρας έβγαλε μια σειρά ναπολετάνικα τραγούδια. Άκουσα το Luna Rosa και το βρήκα ....κόλπο’. Ένα καθαρό ναπολετάνικο τραγούδι να τραγουδιέται με την εύκολη συνταγή λάτιν ελληνικών (στιλ Χιώτη) και κλασικής ναπολετάνικης μουσικής. Δεν κατάλαβα τι πρόσφερε ο Νταλάρας στα τραγούδια αυτά: κυρίως σαν γέφυρα προς το κοινό μπορώ να δω τη δουλειά του, σαν να θέλησε να προσφέρει στους Έλληνες μια πρώτη γνωριμία με αυτή τη μουσική. Και επειδή ο Νταλάρας δεν είναι παιδαγωγός αλλά επαγγελματίας τραγουδιστής, μπορεί να έβγαλε μια εμπορική επιτυχία και να εξασφάλισε συναυλίες, αλλά – λυπάμαι - έκανε μια καλλιτεχνική τρύπα στο νερό. Δεν μπερδεύεις τραγούδια 40 καρατίων με τραγούδια 10 καρατίων για να δείξεις... τι; έθνικ;

Και μη νομίσετε ότι η ναπολετάνικη παράδοση είναι νεκρή ή ότι υπάρχει μόνο σε encore τενόρων και συλλογές evergreen. Παράλληλα με τα σύγχρονα τραγούδια στη ναπολετάνικη διάλεκτο, υπάρχουν και τα παλιά με τις επανεκτελέσεις και τις (καθόλου τουριστικές) διασκευές. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί ο Renzo Arbore, διασκεδαστής, ντι-τζέι, κονφερασιέ, παραγωγός τηλεοπτικών εκπομπών και ένας από τους πιο ζωντανούς ανθρώπους της ιταλικής τηλεόρασης. Κατάγεται, φυσικά, από το νότο. Αυτός έκανε το αξέχαστο σόου τηλεοπτικών συζητήσεων όπου τους καλεσμένους υποδύονταν ηθοποιοί: ο ένας υποτίθεται πως ανήκε στο κόμμα της δεξιάς, ο άλλος στην κεντροαριστερά, ο άλλος ήταν αντιπρόσωπος της εκκλησίας και συζητούσαν για κάποιο θέμα της επικαιρότητας. Το γέλιο που έβγαζαν – γιατί φυσικά μιλούσαν σαν στερεότυπα – ήταν αφάνταστο. Σημαδιακό του τρόπου δουλειάς και καταλυτικής επίδρασης του Arbore, είναι το ότι ‘ανακάλυψε’ τον συνεργάτη του Frassica, έναν θεότρελο τύπο που μόνο που τον κοιτάς γελάς, και τον έφερε στο δρόμο που του ταίριαζε: μέχρι τότε ο Frasica ήταν... πάστορας!

Ο Arbore λοιπόν, έφτιαξε την Orchestra Italiana, με την οποία διασκεύασε πολλά ναπολετάνικα τραγούδια με ευφυέστατο τρόπο. Πάντρεψε την κλασική ναπολετάνικη μουσική με τη ροκ (εξαιρετικά παραδείγματα το Aummo Aummo, το Comme Facette Mammeta), έδωσε νέο ύφος, πάρτι ή μπαλάντας, σε άλλα (Maruzzella, Il Materasso), πάντρεψε τον κλασικό νοτιο-ιταλικό αμανέ με το ροκ ν’ ρολ (Maria Mari) ενώ τραγούδησε και δικά του τραγούδια σε ναπολετάνικη διάλεκτο. Πόσο σημερινό βγαίνει το κλασικό ναπολετάνικο ύφος με δημιουργικότητα, χιούμορ και χαρούμενη διάθεση! Το Clarinetto αναφέρεται στην πεολειξία, ο άντρας που περιμένει μια ‘μπέλα κιταρίνα’ να παίξουν μαζί ένα καλό μπλουζ. Στο ‘A nuje ce piace 'e magna’ (‘μας αρέσει να τρώμε’) παρελαύνουν φαγητά σαν ύμνος στην ιταλική κουζίνα, σε ρυθμό ροκ-πάρτι. Και ναι, τραγούδησε και το Luna Roza.

Προσωπικά, όσον καιρό έμεινα στη Νάπολη δεν μου άρεσε – όπως είπα, δεν μπορούσα να συντονιστώ. Αλλά όποτε τη σκέφτομαι, μου λείπει. Έχω πάει αρκετές φορές και πάντα νιώθω αποσυντονισμένος – και μου λείπει μόλις φύγω. Αλλά σέβομαι τα δυνατά αισθήματα που μου γεννούν οι πόλεις – γιατί άραγε λένε ‘ας δω τη Νάπολη κι ας πεθάνω’;

Και πόσα τραγούδια γράφτηκαν γι’ αυτήν! In Napoli (Dean Martin), Napoli (Gigi D'Alessio & Carmelo Zappulla), Canzone di Napoli (Connie Francis), Napoli Adieu (Monika Martin), Napoli Napoli (Nino D'Angelo), Serenata di Napoli (Rene Carol), Napoli (Toto Cutugno). Πρόκειται για ελάχιστο δείγμα, θα γέμιζα σελίδες! Το υπερθετικό του πολυτραγουδισμένη, πρέπει να είναι Ναπολητραγουδισμένη. Επίσης, καμιά πόλη δεν έχει ονομάσει κάποιο είδος τραγουδιών που έγινε παγκοσμίως γνωστό. Τα μπλουζ γεννήθηκαν στη Νέα Ορλεάνη αλλά δεν έγιναν γνωστά ως ‘ορλεανικά’. Ξέρουμε την ανδαλουσιανή μουσική σαν φλαμένκο. Η Θεσσαλονίκη έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ρεμπέτικο αλλά δεν το ονόμασε. Μόνο τα ναπολετάνικα τραγούδια είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο με το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Έχω ακούσει τόσο ναπολετάνικα τραγούδια, που τα θεωρώ μέρος της ψυχής και της κουλτούρας μου. Από καπρίτσιο της τύχης, μεγάλωσα με Los Paraguayos και ουγκαρέζικα βιολιά. Ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα ένα ελληνικό τραγούδι: το ραδιόφωνο ήταν πάνω στο ψυγείο και ήταν το Καλημέρα Ήλιε (και με συγκλόνισε). Μέχρι κάποια ηλικία, όμως, άκουγα τα ισπανικά σαν ελληνικά που δεν καταλαβαίνω. Όλα τα παιδιά των τελευταίων γενιών ακούν αμερικάνικα τραγούδια με το εμπόδιο της γλώσσας: έχουμε συνηθίσει σε μια κουλτούρα γνώριμων ήχων και ακαταλαβίστικων στίχων.

Ίσως από τους Los Paraguayos υπάρχει μια γραμμή που οδηγεί στα ναπολετάνικα τραγούδια. Έτσι κι αλλιώς, ξέρω πως ο μουσικός κόσμος μου είναι μικρός... Ακούω Lucio Dalla και τον συγκρίνω με το Σαββόπουλο. Μετά από καιρό, βγάζει ο Σαββόπουλος το ‘Ένα Τραγουδάκι για τον Lucio Dalla’ (διασκευή του Caro Amico Ti Scrivo ή αλλιώς L’ Anno Che Vera). Και σε μια συναυλία, ακούω τον Dalla ν’ αναφέρεται στο Σαββόπουλο σαν καλό του φίλο. Ακούω Dulce Pontes και μου θυμίζει την (υπέροχη) Ελευθερία Αρβανιτάκη. Μετά από μερικά χρόνια, λένε μαζί ένα τραγούδι. Ακούω Renzo Arbore σαν κατεξοχήν εκφραστή της ναπολετάνικης παράδοσης και Dulce Pontes σαν την κατεξοχήν σύγχρονη ερμηνεύτρια fado. Μετά από λίγο, συνεργάζονται. Ακόμα και στην εποχή της έθνικ μουσικής και της απεριόριστης πρόσβασης, το ύφος ενός καλλιτέχνη που μου αρέσει, με σπρώχνει φυσικά σε ομοίους του.

Νοεμβρίου 11, 2006

ΦΑΓΗΤΟ & ΗΔΟΝΗ

"Happiness is finding two olives in your martini when you're hungry."
-- Johnny Carson, *960


ΣΚΕΨΕΙΣ

*
Γιατί η πράξη της αναπαραγωγής να έχει τα σκήπτρα της ηδονής και όχι η διατήρηση στη ζωή; Μιλάω για το φαγητό.

*
Ο θεός, όταν υποχρεώνει τον άνθρωπο να αναπαραχθεί, τον καλεί με τον ερεθισμό και τον ανταμείβει με την ηδονή. Παραφράζω τον Savarin που είπε: Ο Δημιουργός, όταν υποχρεώνει τον άνθρωπο να φάει, τον καλεί με την όρεξη και τον ανταμείβει με την ικανοποίηση.

*
‘Τα ζώα χορταίνουν – ο άνθρωπος τρώει’ λέει σε άλλο σημείο ο Savarin. Κι όμως, η γάτα μου νιαούριζε, σκαρφάλωνε πάνω μου και δεν με άφηνε να φάω μακαρόνια με σάλτσα εάν δεν έβαζα λίγο στο πιατάκι της. Όταν έτρωγε την αγαπημένη της κονσέρβα κουνέλι, καθόταν μετά με τις ώρες και μύριζε το άδειο της πιάτο...

*
Μπορεί το ζώο να μην ξέρει να μαγειρεύει, αλλά σίγουρα ξέρει να τρώει. Όπως μπορεί να μην ξέρει να ανάψει φωτιά αλλά ξέρει να εκτιμά τη ζέστη. (Ιδίως οι γάτες!)

*
Η αίσθηση της ικανοποίησης υπάρχει σε όλα τα έμβια όντα. Ο άνθρωπος διαφέρει στο ότι χάρη στο μυαλό του, δημιουργεί τρόπους ικανοποίησης και έξω από τη φύση. Ακόμα κι όταν η φύση είναι αντίθετη - όπως όταν ανάβει φωτιά τον χειμώνα.

*
Αντί του Savarin που υποστηρίζει πως ‘μόνο ο σοφός άνθρωπος ξέρει να τρώει’ θα έλεγα: μόνο ο σοφός άνθρωπος ξέρει να μαγειρεύει. Γιατί ο σοφός άνθρωπος ξέρει όχι απλώς να απαντά τις ανάγκες του, αλλά να τις ικανοποιεί.

*
Η μετατροπή της ικανοποιημένης ανάγκης σε ηδονή είναι δείγμα σοφίας. Τι διαφορά μεταξύ του πρωτόγονου που έτρωγε το ζώο ωμό κι αυτού που μαγειρεύει φιλέ μινιόν με μανιτάρια σε άσπρη σάλτσα!

*
Μιλάμε για τον σοφό άνθρωπο και μάλιστα, ονομάζουμε το είδος μας διπλά σοφό: Sapiens Sapiens. Πιστεύω πως θα μας ταίριαζε περισσότερο το Sapiens Epicurus ή Voluptuosus Sapiens. Με τη σοφία μας, στην ουσία, μετατρέπουμε την ανάγκη σε ηδονή. (Όσοι κατακεραυνώνουν τον καταναλωτισμό λέγοντας ότι δημιουργεί πλαστές ανάγκες χάνουν το νόημα: ο καταναλωτισμός δημιουργεί ικανοποιήσεις και ηδονές!)

*
Όσον αφορά το φαγητό, δεν θα ξέραμε τι σημαίνει πρώτο και δεύτερο πιάτο, μπαχαρικά, επιδόρπιο, σαλάτα, γαρνιτούρα, ορεκτικό, μαρινάρισμα, κοκ. Μια χημεία παράλληλη με την ακαδημαϊκή και βιομηχανική, που μόνο σκοπό έχει την πρόκληση ηδονής. Μπορεί να μην τα ‘χρειαζόμαστε’ με τη βιολογική έννοια του όρου – αλλά είναι πλαστή η αίσθηση της ικανοποίησης;


*
Πώς ανακαλύφθηκε το ότι εάν μια χήνα φάει υπερβολικά το συκώτι της αποκτά καλύτερη γεύση; Πώς δημιουργήθηκαν χιλιάδες τρόποι ζυμώσεων με το γάλα και έχουμε τυριά, από ολόφρεσκα μέχρι μουχλιασμένα; Ποιος πρωτοσκέφτηκε να αναμίξει λίγο ζουμί από ένα έτοιμο φαγητό με μίγμα χυμού λεμονιού και αυγού - και τι πειραματισμοί υπήρξαν μέχρι να βρεθούν τα (τέσσερα-πέντε όλα κι όλα) φαγητά που ταιριάζουν με τη συγκεκριμένη σάλτσα;

*
Η συμπυκνωμένη σοφία που απολαμβάνουμε στα πιάτα μας, είναι εφάμιλλη αυτής των επιστημών και των τεχνών.

*
Πρόκειται βέβαια για κοινή, καθημερινή σοφία - η οποία μέχρι πρότινος, ήταν προφορική. Δεν υπήρχαν τσελεμεντέδες, καταγραφή τοπικών συνταγών, ανθολογίες καλύτερων γεύσεων. Ούτε και σήμερα υπάρχουν. Σκόρπιες γνώσεις από πρωινάδικα και χιλιάδες βιβλία μαγειρικής χωρίς αξιολόγηση...

*
Υπάρχουν όμως για τον καθένα οι συνταγές της μαμάς – ή οι αναμνήσεις των γεύσεων από τα φαγητά της. Απ' όσδο ξέρω, είναι ελάχιστοι αυτοί που έγραψαν την αυτοβιογραφία τους και δεν μίλησαν για γεύσεις.

*
Οι ανθρωπολόγοι ανέκαθεν μάζευαν ιστορίες, τραγούδια, σκεύη. Ποτέ συνταγές. Έτσι κι αλλιώς, τα φαγητά δεν μπαίνουν σε μουσεία, δεν αφηγούνται και δεν καταγράφονται - παρά σαν υλικά και διαδικασία.

*
Καμιά συναυλία γεύσεων δεν μπορεί να δοθεί. Μια ορχήστρα μπορεί να παίζει για χιλιάδες άτομα ή να ηχογραφηθεί. Οι γεύσεις είναι αφάνταστα σκληρές με τους δημιουργούς τους. Η τέχνη του μάγειρα είναι η πιο παροδική. Τα φαγητά φτιάχνονται σε μικρές ποσότητες, καταναλώνονται προσωπικά και όταν τελειώσουν, μένει μόνο η προσωπική τους ανάμνηση. Καθημερινή Τέχνη.

*
Σαν τέχνη, η μαγειρική βρίσκεται ίσως κοντύτερα στη μουσική. Και στις δύο, απόδειξη είναι η αίσθησή τους (η γεύση και το άκουσμα).

*
Μακάρι να υπήρχε κάποια επιστήμη της 'γευσιγραφίας'... Μακάρι να μπορούσαμε να γευσιγραφούμε, με σύμβολα ή ψηφιακή εγγραφή όλα τα υπέροχα εδέσματα. Και να τα διαβάζουμε σε παρτιτούρα ή να βάζουμε ένα "γευστικό CD" για να γευτούμε ότι θέλουμε, όταν το θέλουμε...

Αδύνατον. Γιατί όπως στην πορνογραφία η ηδονή οδηγεί – και κορυφώνεται – με την εκσπερμάτωση, στο φαγητό η ηδονή της γεύσης οδηγεί – και κορυφώνεται – με το αίσθημα πληρότητας από τις συγκεκριμένες γεύσεις. Μόνο ‘ματιές’ θα μπορούσαμε να ρίχνουμε σε (υποθετικά) φυλακισμένες γεύσεις: πόνος στους σιελογόνους αδένες, όπως ο πόνος στους λαγόνες από ανεκπλήρωτο ερεθισμό.

*
Η γεύση – ίσως μαζί με την όσφρηση – αποτελούν τις πιο μοναχικές εμπειρίες. Και εάν ένα άρωμα κλείνεται σε μπουκάλι και κυκλοφορεί σε εκατομμύρια αντίτυπα, η μυρωδιά και η γεύση από ένα καλό φαγητό παραμένει παροδική και προσωπική εμπειρία.

*
Ίσως δεν είναι τυχαίο που η χώρα με την οποία δέθηκε η έννοια ‘κουλτούρα’ στο Δυτικό κόσμο, η Γαλλία, χαρακτηρίζει και την υψηλή κουζίνα. Η δεύτερη (όχι αξιολογικά) 'υψηλή κουζίνα' προέρχεται από έναν παγκόσμιο πολιτισμό, επίσης διάσημο για τον εκλεπτυσμό του: τον κινεζικό. Η τρίτη είναι η οθωμανική.


*
Εκεί που οι Δυτικοί είχαν living room, οι Οθωμανοί είχαν οντάδες. Ενώ οι Δυτικοί άρχοντες προέβαλαν τις διδαχές του πουριτανισμού, οι Οθωμανοί είχαν χαρέμια. Ενώ στη Δύση πλένονταν μόνο οι ‘παστρικές’, οι Οθωμανοί είχαν χαμάμ. Ο οθωμανικός πολιτισμός δεν άφησε έργα διάσημα για τον εκλεπτυσμό τους. Αλλά κάτι μου λέει πως η τέχνη των Οθωμανών ήταν κατεξοχήν ηδονική: η καλοπέραση, το ραχάτι, ο αισθησιασμός, η απόλαυση. Και ένας τέτοιος λαός μάλλον πειραματίζεται βαθύτερα και με τις γεύσεις...

Νοεμβρίου 05, 2006

Βλάκες με θράσος

Κοιτάζω τις ειδήσεις τελευταία και αναρωτιέμαι. Όλοι καταφέρονται εναντίον των καθηγητών που απέβαλαν, μαζί με τους κατηγορούμενους μαθητές για βιασμό, και τη μαθήτρια που τους κατηγόρησε.

Σκέφτομαι: αποβάλεις ένα μαθητή επειδή άναψε τσιγάρο στην τάξη, επειδή έβρισε έναν καθηγητή, επειδή χτύπησε σοβαρά και μπροστά σε όλους κάποιο συμμαθητή του. Δεν τον αποβάλεις για βιασμό! Δηλαδή, αν αποδειχτεί πως είναι ένοχοι και φάνε 3 χρόνια αναμορφωτήριο και 15 χρόνια φυλακή, η αποβολή τους θα σημαίνει κάτι;

Το κυριότερο όμως είναι πως ο βιασμός είναι ποινικό αδίκημα, δεν είναι φτύσιμο, βρίσιμο, μάλωμα. Είναι σοβαρό έγκλημα, για το οποίο γίνεται ανάκριση, ακολουθεί δικογραφία και επίκειται δίκη. Οι καθηγητές, ό,τι απόφαση και να έβγαζαν, θα προκαταλάμβαναν τη δικαιοσύνη. Είτε θα απέβαλαν μόνο τους μαθητές (οπότε θα τους θεωρούσαν ένοχους – τι έγινε το τεκμήριο της αθωότητας;) ή, όπως τελικά έκαναν, τους απέβαλαν όλους, δεχόμενοι τους ισχυρισμούς των κατηγορούμενων ότι υπήρχε συναίνεση.

Τι δουλειά είχαν οι καθηγητές να κάνουν συνεδρίαση; Με ποια λογική την έστησαν; Τι πήγαν να πετύχουν; Το ότι συνεδρίασαν είναι το γελοίο (και εγκληματικό), όχι η απόφαση. Και αντίθετη απόφαση να έβγαζαν, πάλι κάποιοι θα είχαν απόλυτο δίκιο να φωνάζουν. Και κανείς δεν τους λέει (τουλάχιστον δεν άκουσα) ότι εκεί είναι το λάθος τους…

Έλλειψη κρίσης λοιπόν πρώτα, όχι ρατσισμός. Ακόμα και αν, όπως λέγεται, το έκαναν για να προστατέψουν συναδέλφους ή συμπατριώτες τους, πάλι το έκαναν με παντελή έλλειψη κρίσης. Και αυτό μπορεί να είναι χειρότερο: γιατί, για να καταλάβεις οτιδήποτε πάνω σου, συμπεριλαμβανομένου και του ρατσισμού ή της κακώς εννοούμενης συναδελφικότητας, χρειάζεται πρώτα απ’ όλα κρίση. Αυτοί απέδειξαν απλώς πως είναι βλάκες με θράσος.

Οκτωβρίου 21, 2006

Ο Αδάμ ποτέ δεν ήταν αμήχανος

Mια φορά, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί (γιατί αυτοί που δε γνωρίσαμε υπήρχαν από πάντα) ήμασταν ευτυχισμένοι. Δεν είχαμε φάει ακόμα από το Δένδρο της Γνώσης.

Το Δένδρο της Γνώσης είναι η πιο ψευδής διαφήμιση στην ιστορία του Σύμπαντος. Σαν κάποιος σπόρος να προσέλαβε τον πιο καπάτσο ατζέντη και αυτός, αφού έβαλε κάτω ψυχολογικά δεδομένα και αναλύσεις αγοράς για τους υποψήφιους καταναλωτές – τους κατοίκους της Εδέμ - κατέληξε σ’ αυτό το ανίερο και παραπλανητικό όνομα. “Δένδρο της Γνώσης”.

Αχ, και να έκανε ένα βαρύ χειμώνα στον παράδεισο και να ξέμενε ο Αδάμ έτσι γυμνός που ήταν στο κέντρο του... Και να σώριαζε κάτω το κομπλεξικό δένδρο, με τους καρπούς του και τα κουκούτσια του, και να τα έκανε όλα κάρβουνα - και να έκανε έρωτα με την Εύα στη ζεστασιά του... Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι. Από κάποια στιγμή και μετά «ξέρουμε». Ως εξής:

“Και ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί αμφοτέρων, και εγνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και ράψαντες φύλλα σύκης, έκαμον εις εαυτούς περιζώματα”. Σ’ αυτές τις γραμμές κρύβεται ένα αληθινό πανόραμα του ανθρώπου.

Οι Πρωτόπλαστοι αντιλήφθηκαν ότι ήταν γυμνοί. Αντιλήφθηκαν τους εαυτούς τους, απέκτησαν δηλαδή συνείδηση της ύπαρξης τους. Ιδού η στιγμή της πρώτης διαίρεσης: μεταξύ του ατόμου και του εαυτού του. Έκτοτε ο άνθρωπος είναι το ον που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του, που μπορεί να στοχάζεται πάνω στην ύπαρξή του, που είναι ικανός για εσωτερικό διάλογο. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου (είμαι διαιρετό ον) άρα υπάρχω. Ως άνθρωπος.

Η πρώτη διαίρεση αναγκαστικά οδηγεί στη δεύτερη. Είναι η στιγμή που αλληλοκοιτάχτηκαν, αντιλήφθηκαν ότι ήταν γυμνοί και σκεπάστηκαν. Όχι, βέβαια, από τους εαυτούς τους. Η δεύτερη διαίρεση είναι μεταξύ του Εγώ και του Εσύ.

Κάθε ιστορία έχει μια λογική. Ο Αδάμ αντιλαμβάνεται ότι η Εύα είναι γυμνή και έχει στύση. Συνειδητός πλέον, για πρώτη φορά ντρέπεται - για τον εαυτό του. Η Εύα αντιλαμβάνεται ότι αυτή προκάλεσε την στύση, όπως και τη δική της σωματική αντίδραση - και σκεπάζεται. Η συνείδηση του ‘εαυτού’ και του ‘άλλου’ είναι συνυφασμένες.

(Ήτανε ίσως η στιγμή που ο άνθρωπος, από γένους αρσενικού και θηλυκού έγινε γένους σεξουαλικού; Που εν αντιθέσει με τα άλλα ζώα κατέστη ικανός να ζευγαρώνει όλη τη διάρκεια του χρόνου; Η ιστορία αναφέρεται στη στιγμή της δημιουργίας του Ανθρώπου όπως τον ξέρουμε).

Το κυριότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου μέσα από αυτή την ιστορία, είναι η απόκτηση αυτοσυνείδησης. Από μια ευχάριστη σύμπτωση (;) στα αγγλικά η λέξη self-conscious σημαίνει και αμήχανος ή αδέξιος. (Έχετε διακρίνει ποτέ στα ζώα, που δεν διώχθηκαν από τον παράδεισο, αμηχανία ή αδεξιότητα;) Αντίθετα εμείς, στις στιγμές αμηχανίας αντιλαμβανόμαστε ακόμα και την αναπνοή μας, το πως κρέμονται τα χέρια μας στα πλευρά. Είναι η ύψιστη – και πλέον δυσάρεστη - αίσθηση αυτοσυνείδησης. Τότε ειδικά, θα θέλαμε να φτύσουμε τον αναθεματισμένο καρπό και να ξαναγυρίσουμε στην χαμένη μας μακαριότητα. Να είναι τυχαίο που, στην πιο κλασσική αντίδραση αμηχανίας - το ξεροκατάπημα – ονομάζουμε αυτό που ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό μας... “μήλο του Αδάμ”;