Ιουνίου 10, 2007

Διαγωνισμός βρεγμένου τι-σερτ: τι ρομαντισμός!

Το άτομο απ’ όπου πήρα το video, αναφέρει ότι πρόκειται για αληθινό διαγωνισμό βρεγμένου τι-σερτ. Και δεν ήταν εύκολo: η δημιουργός είναι κάποια γυναίκα από την Ουκρανία, της ζήτησα να δημοσιεύσω το video στο blog μου με ρώτησε γιατί, της απάντησα, ρώτησε άλλα πράγματα, ανταπάντησα, τελικά μου έδωσε την άδεια.
Πάνε περίπου δύο μήνες – νομίζω θα εκπλαγεί και η ίδια όταν την ειδοποιήσω.

Διαγωνισμός βρεγμένου τι-σερτ λοιπόν... Τι σας έρχεται στο μυαλό; Ρόγες να διαφαίνονται, κορίτσια που δεν έχουν τις αναστολές των θεατών, καλές για ένα βράδυ. Ποιανού το όνειρο είναι να παντρευτεί κάποια διαγωνιζόμενη; Στο γάμο σκέφτεσαι και το αυριανό άπλωμα...

Αχ, αυτές οι εικόνες... Κατ’ αρχήν ασπρόμαυρες: η πατίνα του παλιού, του νοσταλγικού. Και ό,τι παλιό είναι και πιο αγνό. Πιο αδιάβρωτο. Πιο αυθεντικό. Και η μουσική; Ένα γαλλικό τραγούδι, αισθησιακό μεν (το γνωστό Emmanuelle) αλλά με κάνει να νιώθω ότι βλέπω παλιά ταινία. Από εκείνες τις ασπρόμαυρες, τις αφελείς – όπως τις ...‘ελληνικές ταινίες’. Και, ο λόγος που τις αγαπήσαμε, είναι ότι στο τέλος το ζευγάρι πάντα παντρευόταν. Είναι ο συντηρητικός μας εαυτός, αυτός που πιστεύει (έστω τηλεοπτικά) στη Σταχτοπούτα και στη Χιονάτη μαζί.

Στο video η γυναίκα κουνιέται προκλητικά – ο άντρας προσπαθεί να της πιάσει το στήθος, η γυναίκα ξεφεύγει. Κάτω από τη φωνή του ντιζέρ. Αμείλικτο το τραγούδι – ατελείωτο, όλο η ίδια φράση. Το ίδιο και η φωνή του. Σαν να λες ποιος θα το βάλει κάτω πρώτος. Και το κορίτσι... όλο ξεγλιστρά. Και όλο είναι εκεί, με το βρεγμένο τι-σερτ και τις ρόγες …τεντωμένες. Αλλά ασπρόμαυρη. Κι απλησίαστη.

Άγρια αγκαλιάσματα. Ή τουλάχιστον προσπάθειες. Τριγύρω, το καφέ – όλοι οι θαμώνες καθιστοί. Λες και βλέπεις τον έρωτα σε πρώτο πλάνο. Κάποιοι θεατές τους χαίρονται, κάποιοι δείχνουν πως δεν τους νοιάζει - οι πρωταγωνιστές είναι ολοκληρωτικά δοσμένοι στο χορό.

Η γυναίκα... να τον γουστάρει; Μου φαίνεται ολοφάνερο. Να παίζει μαζί του; Ναι, αλλά με τακτ, με κλάση. Μα είμαστε σε διαγωνισμό βρεγμένου τι-σερτ!

Αδιάφορο. Το χρώμα (καλύτερα: η απουσία χρώματος) και η μουσική, κυριαρχούν. Έχουμε μια ιστορία αγάπης. Συγνώμη, μια ιστορία έρωτα. Πάλι συγνώμη - μια ιστορία σεξ. Ωμού, ασπρόμαυρου, νοσταλγικού, αληθινού. Είναι από αυτές τις ιστορίες που νικάνε την ηθική. «Όταν πει ‘θα κοιμηθώ με αυτόν’ εννοεί ότι θα σκοτώσει ακόμα μια φορά την Ιστορία. Πρέπει να δεις τι ενθουσιασμός πιάνει τότε τα πουλιά.»

Το έγραψα, στην αρχή, από λάθος διαφορετικά: «Πρέπει να δεις τι αισθησιασμός πιάνει τότε τα πουλιά.» Χάρηκα για το λάθος μου.

Και τελικά, αναρωτιέμαι: ένα τόσο περιθωριακό και ‘φτηνό’ γεγονός, όπως ο διαγωνισμός βρεγμένου τι-σερτ, να δίνει τέτοιες σκέψεις. Αυτό μου έκανε εντύπωση. Από την αρχή. Και αυτό είπα στη δημιουργό από την Ουκρανία, όταν μου ζητούσε το λόγο που θέλω να δημοσιεύσω το video της.

Nipples transparently covered για τους χορευτές. Eyes wide shut για τους θαμώνες

Και να μην είναι οι πρωταγωνιστές τώρα ζευγάρι, και να μην πέρασαν εκείνη τη νύχτα μαζί: έχω μπροστά μου μια δυναμική αυτού του κόσμου. Προς τη δημιουργό και τους πρωταγωνιστές: να ‘ναι καλά!

Cheers!

Μαΐου 31, 2007

"ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ"

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδια, όχι ο κανόνας...»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»


(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.



Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.
(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: inf0@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515) Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία"

Μαΐου 17, 2007

Ταξιδεύοντας (με φωτογραφική μηχανή) στο χρόνο

Πριν καιρό είχα γράψει ένα post με τίτλο «Μακάρι τα μάτια να είχαν τσιπάκια μνήμης». Αναφερόμουν σε μια εικόνα που με είχε συγκλονίσει – αλλά δεν είχα φωτογραφίσει. Ένας ανατολίτης γέρος, με σαρίκι και σανδάλια περπατούσε σαν χαμένος στη γωνία δύο κεντρικών δρόμων στη Φινλανδία, ενώ ντόπιοι νέοι πίσω του έπιναν μπύρες ημίγυμνοι.

Ήρθε κάποιο παράξενο πλήρωμα του χρόνου: η ταχύτητα του κλείστρου συντονίστηκε με αυτήν της φωτογραφίας που δεν τράβηξα τότε, το διάφραγμα άφησε το χρονικό βάθος καθαρό και να ‘σου ένα αδελφό ‘κλικ’. Χρόνια μετά, η ετεροθαλής αδελφή της χαμένης φωτογραφίας. Ήμουν στη Γερμανία, πριν τρεις εβδομάδες.


Είναι ιδιαίτερη φωτογραφία για μένα – δύο σε μια, όπως λέει το διαφημιστικό.

Οι συμπτώσεις το έκαναν βολικό (βοήθησα κι εγώ) ώστε στη Γερμανία να μείνω σ’ ένα χωριουδάκι όπου έζησα για ένα χρόνο στην εφηβεία μου. Καθώς πλησίαζε το τρένο, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Τι θα ένιωθα, πως θα μου φαινόταν; Αισθήματα που εξανεμίστηκαν αμέσως. Για δυο μέρες τριγυρνούσα και όλα μου φαίνονταν ξένα! Έλεγα πλέον πως ζω τη ζωή κάποιου άλλου, ότι δεν είναι δικές μου οι αναμνήσεις.

Ώσπου την τρίτη μέρα πήγα σε ένα μουσείο που θυμόμουν καλά. Είχε σειρές από μεσαιωνικά όργανα βασανιστηρίων, κλουβιά γι’ ανθρώπους, μέγγενες, μια τεράστια ποικιλία οργάνων πόνου. Μπαίνω στην πρώτη αίθουσα που ήταν σκοτεινή και σχετικά μικρή, ανεβαίνω τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο και βρίσκομαι …στην ταράτσα! Γυρνάω πίσω, ρωτάω που είναι το υπόλοιπο μουσείο και μου απαντάνε ότι αυτό είναι όλο. Και όχι, δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερο.

Τότε κατάλαβα. Πως είναι όταν μικρός θυμάσαι ένα τεράστιο σπίτι αλλά αν το δεις μεγάλος φαίνεται μικρό… αυτό συνέβη και σε μένα. Χωρίς εικόνες στα μάτια και σημαντικές αναφορές ζωής, πολλαπλασίαζα όσα έβλεπα και αυτά αποτελούσαν τις αναμνήσεις μου. Ή, οι αναμνήσεις δεν αλλάζουν καθώς μεγαλώνουμε και αποκτούμε περισσότερες εμπειρίες – είναι σημαδεμένες από το πως ήμασταν εμείς όταν γεννιόντουσαν. Γι' αυτό και η πρώτη φορά είναι πάντα «η πρώτη φορά». Γελούσα πλέον με τον εαυτό μου και το χαιρόμουν. Αυτό που συνέβαινε είχε πολλά επίπεδα: το πώς ήμουν στα δεκαεφτά μου, το πως έβλεπα τον κόσμο, το πόσα έζησα και είδα από τότε... Δεν βλέπεις κάθε μέρα τον εαυτό σου σε τέτοια προοπτική!

Ένα άλλο μέρος που έψαχνα, ήταν ένα καφέ σπίτι με χρωματιστά ξυλόγλυπτα παγανιστικών φιγούρων. Κανείς στο χωριό – ούτε το Tourist Information – μπορούσε να μου πει που βρίσκεται. Μια βιβλιοπώλης, μάλιστα, μπήκε μαζί μου στο Google γιατί της κίνησα την περιέργεια. Τελικά βρήκα τις φιγούρες λίγο μετά που βγήκα από το μουσείο – είχα περάσει μπροστά από το σπίτι, το είχα φωτογραφίσει αλλά δεν τις είχα αντιληφθεί. Ήταν μικροσκοπικές και θαμπές – στο μυαλό μου ήταν πελώριες, με φοβερές λεπτομέρειες και κάτι μεγάλα δόντια (που τελικά δεν υπήρχαν).

Αυτή η αίσθηση προοπτικής, το να με κοιτώ σαν να είμαι άλλος, δεν ήταν το μόνο κέρδος. Έδεσε η στιγμή, η γωνία και το φως και τράβηξα ακόμα μια φωτογραφία που μου άρεσε.


Ήταν το ίδιο βράδυ με την ετεροχρονισμένη φωτογραφία από το ‘τσιπάκι της μνήμης’. Το βράδυ ήμουν πανευτυχής, δεν συμβαίνει συχνά να έχεις δύο ιδιαίτερα αποτελέσματα σε λίγες ώρες. Το επόμενο πρωί είχα την αυτοπεποίθηση κάποιου που νιώθει ότι μπήκε σε άλλο επίπεδο - για να ξαναθυμηθώ αργότερα πως δεν πρέπει να υποτιμάς υπερβολικά το σκληρό φως.

Γι’ αυτό και τελειώνω με ακόμα μια φωτογραφία από το προηγούμενο βράδυ. Τότε που η μηχανή μου, και μαζί της κι εγώ, είχαμε βρει ένα παράθυρο στο χρόνο και αποτυπώναμε εικόνες από το παρελθόν.

Μαρτίου 24, 2007

Καλύτερη αστυνομία; Όχι ευχαριστώ.

Τελευταία κυκλοφορεί στα blogs μια διακήρυξη-διαμαρτυρία εναντίον της αστυνομίας και της αυθαιρεσίας της. Δυσκολεύομαι να την προσυπογράψω. Όχι γιατί δεν συμφωνώ, αλλά επειδή είναι σαν να ζητάμε μια όαση λογικής και πολιτικής συνείδησης στη χώρα μας.

Αυτό που κάνει τόσο χτυπητή την περίπτωση των αστυνομικών, είναι πως δουλειά τους είναι η επιβολή του νόμου. Επίσης, το ότι μέσα τους μαζεύονται λογής φυντάνια, καθώς η απόκτηση εξουσίας και η συντηρητική αντίληψη που κυριαρχεί στην αστυνομία (αυτά πάνε μαζί) έλκουν ανάλογους τύπους.

Αν αφαιρέσουμε το οξύμωρο του ‘καταλύω αυτό που προστατεύω’, και τον κλασικό συντηρητισμό ενός αστυνομικού, τι μένει;

Οι αστυνομικοί που καλύπτουν ένα συνάδελφό τους που παρανόμησε, δεν είναι κι αυτοί μια ομάδα εργαζομένων που βάζουν την συντεχνιακή αλληλεγγύη πάνω από κοινωνία και νόμους; Δεν λειτουργεί ολόκληρο το Δημόσιο έτσι; (για να μιλήσουμε μόνο γι’ αυτό).

Στην καθημερινότητα, δεν απαξιώνουν την κοινωνία οι αγρότες όταν κλείνουν τους δρόμους, οι κουκουλοφόροι όταν καίνε αυτοκίνητα, οι μαθητές όταν ορμώμενοι από ένα κόμμα επιβάλουν μια κατάληψη στους υπόλοιπους;

Όλες οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι μπάχαλο; Στην Εφορία δεν μας εκβιάζουν, στο ΙΚΑ και στα νοσοκομεία δεν μας ξεφτιλίζουν, η κρατική Παιδεία δεν μας στέλνει στα φροντηστήρια; Γιατί ειδικά οι ταυτότητες και τα διαβατήρια έκαναν το ποτήρι να ξεχειλίσει;

Δεν μου είναι δύσκολο να φανταστώ τον αγρότη να φοράει κράνος, έναν κομματικοποιημένο φοιτητή να κρατάει ανάποδα το γκλομπ, ένα δημόσιο υπάλληλο να αυθαιρετεί βάναυσα - και ανάλογα, τον αστυνομικό να περιφρονεί νόμους και συμπολίτες, κλείνοντας τους δρόμους.

Γύρω μας υπάρχουν τύποι όπως ο Γιακουμάτος, ο Παναγιωτόπουλος, ο Κουλούρης, ο Ψωμιάδης, η Καννέλη, ο Κακαουνάκης, ο Τσαμτσίκας, ο Βερίκιος... Ξεχωρίσαμε τον Πολύδωρα; Και φυσικά, όλοι αυτοί υπάρχουν επειδή εμείς τους ψηφίζουμε ή τους παρακολουθούμε. Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά δεν είναι φτιαγμένη από κάποιους άλλους η κοινωνία μας. Δεν είναι άλλη η εκλογική βάση, το τηλεοπτικό κοινό. Και φυσικά: κάποιοι από εμάς θα γίνουν αστυνομικοί, κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι, κάποιοι αγρότες, κάποιοι πολιτικοί, ενώ ...κάποιοι ακόμα σπουδάζουν.

Καλύτερη αστυνομία; Όχι – έχουμε αυτήν που μας αξίζει. Εάν θέλουμε όντως καλύτερη αστυνομία, πρέπει πρώτα να θέλουμε καλύτερη κοινωνία. Αλλά τότε θα έπρεπε να γράψουμε διαμαρτυρία (και) ενάντια στον εαυτό μας.

Μαρτίου 22, 2007

Χατζιδάκις και το Βαλς των Χαμένων Ονείρων (2η εκδοχή)

Είχα κι άλλα να πω... και κάλιο αργά παρά ποτέ.


Κάποιοι τον αποκαλούνε ‘Μάνο’ – εγώ δεν μπορώ. Χρειάζομαι τη απόσταση του επιθέτου για να τον προσεγγίσω. Δεν είναι ‘δικός μου άνθρωπος’ κι ας μιλά στην καρδιά μου. Είναι κάποιος που ανέβηκε σε άλλο επίπεδο για να με συμπεριλάβει. Ε, αυτός ο τύπος δεν λέγεται ‘Μάνος’. Λέγεται ‘Χατζιδάκις’. Καλύτερα, ‘κύριος Χατζιδάκις’. Όσο κρατάμε τις αποστάσεις με τους εκφραστές της καρδιάς μας και τις μεγαλοφυίες της τέχνης, τόσο έχουμε γνώση και του δικού μας μέτρου. Και δεν ισοπεδώνουμε οτιδήποτε εύκολα.

Και αρχίζω να μιλώ για το τραγούδι, που με έχει εντυπωσιάσει εδώ και χρόνια, εκφράζοντας την πιο παλιά απορία: Γιατί «Βαλς των Χαμένων Ονείρων;» Ένα καρουζέλ είναι... Εξαιρετικό βέβαια – τρυφερό σε σημείο να πονάει, αφοπλιστικά όμορφο. Μια μουσική φράση ατελείωτη – και όταν λέω ‘ατελείωτη’, εννοώ χωρίς τέλος, χωρίς κατάληξη. Παραμένει ανοιχτή. Και γι αυτό επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, σαν να θέλει να συμπληρωθεί. Κι έτσι γίνεται ‘ατελείωτη’ με την άλλη σημασία. Της ατέρμονης.

Η ίδια φράση ξανά και ξανά; Μα θα ήταν βαρετή! Κι εδώ έρχεται η δεύτερη (όχι αξιολογικά) τέχνη του μουσουργού: η ενορχήστρωση. Η μελωδία ανεβαίνει, φουντώνει, εκτινάσσεται, μέχρι που πέφτει ξανά στα μαλακά των μοναχικών πλήκτρων του πιάνου. (Είναι εκπληκτικό: αν ακούσετε με προσοχή, ενώ παίζει όλη ο ορχήστρα allegro, θα ακούσετε τις συγχορδίες της κιθάρας που πριν συνόδευαν το πιάνο). Στα παραμύθια (τέτοια είναι τα καρουζέλ) δεν υπάρχει χώρος για ακριβολογία και για λογική. Εφόσον ο ‘μάγος’ θέλει να ακούγεται η ασθενική κιθάρα δίπλα σε μια βαρβάτη ορχήστρα, κανείς δεν θα του το απαγορεύσει – και κανένας δεν θα παραξενευτεί.

Αλλά και το πιάνο (αυτά τα μαγικά δάχτυλα) ακούγονται στην αρχή, όπως και όταν το κομμάτι ξαναπροσγειώνεται στα εξ ων συνετέθη, σαν έγχορδο.

Και τι έγχορδο; Μια λατέρνα!

Ο Χατζιδάκις μάς ξεκινάει μιλώντας για «χαμένα όνειρα» από ένα δικό μας, προσωπικό σύμβολο του 'χαμένου': μια λατέρνα. (Υπάρχει και μια επανεκτέλεση αυτού του κομματιού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, με τίτλο ‘Λατέρνα στο Στενό’, όπου το μακρινό όργανο σε πλησιάζει, παίζει δίπλα σου και σταματάει. Σαν να σου ζητάει κέρμα ο πλανόδιος οργανοπαίχτης.) Έχει κάποια πρόσθετα στοιχεία, αλλά κυριαρχεί η ίδια μονότονη και ανοιχτή μελωδία. Μια μελωδία που ποτέ δεν ‘τελειώνει’ - πάντα κάτι χρωστάς. Ή σου χρωστάει.

Και όταν στη λατέρνα προστίθενται όργανα και παίζουν όλα μαζί έντονα, η ατμόσφαιρα θυμίζει οτιδήποτε εκτός από συμφωνική ορχήστρα. Θυμίζει πανηγύρι, μπάντα του δρόμου, παρέλαση. Άλλοι συνειρμοί του ‘χαμένου’: σημαιάκια, κομφετί, φανταχτερές στολές στους δρόμους, αστραφτερά όργανα: ό,τι εντυπωσιάζει ένα παιδί.

Να είναι λοιπόν αυτό; Από τη μια η λατέρνα και η μπάντα του δρόμου και από την άλλη η ανοιχτή κι ‘ατελείωτη’ μελωδία που γεννούν το αίσθημα των ‘Χαμένων Ονείρων’; Από το ανικανοποίητο που σιγοκαίει μέσα μας βασανιστικά, σαν τ’ απαλά πλήκτρα του πιάνου ή της λατέρνας, στον επιβλητικό, σχεδόν επικό σπαραγμό και όλα πάλι από την αρχή;

Το ‘καρουζέλ’ ταιριάζει πολύ μ’ αυτό το είδος - όχι μουσικής αλλά υπόκρουσης. Όλα τα καρουζέλ και οι μηχανικές μπαλαρίνες που γυρνάνε σε ένα τοπίο-μινιατούρα έχουν μια μικρή, επαναλαμβανόμενη μουσική.

Και κυριολεκτικά, το ταξίδι ενός καρουζέλ είναι ένα αδιέξοδο, αποτελείται από κύκλους που δεν σε πάνε πουθενά: είτε κάθεσαι σε ένα αλογάκι, είτε κοιτάς τη μηχανική μπαλαρίνα. Ποτέ δεν ‘φτάνεις’ – απλώς κάποια στιγμή χάνεται η μουσική. (Ναι, δεν ‘τελειώνει’, δεν ‘κλείνει’ – χάνεται.) Και σταματάει η κίνηση.

Ποιο παιδί θα πει ότι ένας κύκλος στο καρουζέλ ήταν τέλειος, είχε κατάληξη, έφτασε εκεί που επιθυμούσε; Ποιο παιδί θα έλεγε ότι δεν θέλει άλλο ένα γύρο; Η κύρια διαφορά μεταξύ της μουσικής του καρουζέλ και του Χατζιδάκι, είναι πως η πρώτη δεν είναι αυξανόμενη – είναι μονότονη. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό – και ίσως, ο πιο σημαντικός.

Σαν πράξη, τα καρουζέλ και οι μηχανικές μπαλαρίνες μοιάζουν με τελετές ‘παιδικής μαγείας'. Μας υπνωτίζουν, καθώς γυρνάμε οι ίδιοι ή κοιτάμε το αντικείμενο που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, ακούγοντας την ίδια επαναλαμβανόμενη μουσική. Αυτό φέρνει κάτι από τις πιο ‘σοβαρές’ κι ‘ενήλικες’ τελετές δημιουργίας έκστασης με τεχνητά μέσα: από τις ταραντέλες που οδηγούν τους πιστούς σε έκσταση, μέχρι τα νταούλια των αναστενάρηδων πριν περπατήσουν στα κάρβουνα. Τα καρουζέλ μας βάζουν σε μια παραμυθένια κατάσταση, υπνωτίζοντάς μας με τα δικά τους, άδολα μέσα. Κλείνουν - όπως και οι μουσικοί των τελετών - τα παράθυρα προς τον έξω κόσμο και μας εμπνέουν να επικοινωνούμε με έναν κόσμο εσωτερικό, που οδηγεί σε μια παραμυθένια πραγματικότητα. Από αυτήν την άποψη, τα καρουζέλ και τα παλιά κουτιά μουσικής, μοιάζουν με ανύποπτες τελετές παιδικής μαγείας, με σύντομους εξορκισμούς της καθημερινής, ‘αληθινής’ πραγματικότητας.

Ο Χατζιδάκις ακολουθεί ακριβώς τη συνταγή των μουσικών που αποβλέπουν στην έκσταση: μελωδία και ρυθμός παραμένουν ίδιοι κι επαναλαμβανόμενοι, ξεκινάνε αργά, αυξάνουν διαρκώς την ένταση, ώσπου ξεσπάνε και προσγειώνονται ξανά στο αρχικό μοτίβο.

Και φτάνουμε στο τελικό περίβλημα, που είναι και ο γενικός τίτλος. Εδώ μπαίνει ένας πιο νέος χορός που κουβαλάει πάνω του την πατίνα του παλιού σαν τη λατέρνα, και που χορευτικά αποδίδεται με κύκλους σαν το καρουζέλ: είναι το βαλς. Είμαστε βλέπετε μεγάλοι, έχουμε γευτεί το μήλο, έχουμε φύγει από τον Παράδεισο... Μπορεί να είμαστε μαγεμένοι από τους επαναλαμβανόμενους ήχους, να νιώθουμε σαν ξαναμμένα παιδιά – αλλά ο δικός μας κυκλικός χορός σχηματίζεται από ενήλικα πέντε όγδοα.

Και έτσι, να 'το πράγματι: Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Για κάποιους μικρούς-μεγάλους.

Ποιο παιδί θα έλεγε ότι δεν θέλει άλλο ένα γύρο; Ποιός ενήλικος δεν θα ήθελε ακόμα μια στροφή σ’ ένα μαγικό βαλς;

Με τέτοιο πλούτο συνδυασμών σ’ αυτό το μικρό αριστούργημα (το παλιό, το μαγικό, το ‘χαμένο’, η έκσταση, το παραμύθι), δεν είναι παράξενο που στο τέλος δεν ξέρουμε: να κλάψουμε ή να χαρούμε; Δεν ξέρουμε αν είναι - και έχει σημασία - λυρισμός ή τραγωδία; Ενθυμούμενοι χαμένα όνειρα γευόμαστε ξανά τον ξεχασμένο παιδικό παράδεισο, ή την κόλαση των μεγάλων; Κυριαρχεί το όνειρο ή το χάσιμό του; Ο εξαγνισμός ή η ανάγκη γι’ αυτόν; Η απάντηση δεν είναι εύκολη - ίσως και να μην υπάρχει.

Παραφράζοντας τον Ελύτη: «Από το 'τι είναι' στο 'τι μπορεί να είναι', περνάς μια γέφυρα που σε φέρνει από τον Παράδεισο στην Κόλαση και πάλι πίσω. Και το πιο παράξενο: έναν Παράδεισο και μια Κόλαση που είναι φτιαγμένοι με τα ίδια ακριβώς υλικά. Απλώς η αντίληψη για τη διάταξή τους διαφέρει».

(Υπάρχει ένα παρόμοιο έργο του Χατζιδάκι, που παραπέμπει επίσης στην εσωστρέφεια του καρουζέλ: ο "Χορός Με τη Σκιά μου", το τελευταίο έργο από το Χαμόγελο της Τζοκόντα. Εκεί η γιορτή ανεβαίνει με παρόμοιους ρυθμούς, και που αν τους προσέξεις, θυμίζουν αρκετά Μεξικό. Αλλά το κομμάτι της Τζοκόντα είναι πιο έντεχνο, πιο συμφωνικό – χάνει σε αμεσότητα. Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων είναι ένα τραγούδι γειτονιάς. Θα το διασκεύαζε – όπως και έκανε – ο μεταπολεμικός τεχνίτης της λατέρνας Αρμάο, για να ακούγεται στα στενά της Πλάκας. Καθώς ο κόσμος τελειώνει μια βραδιά και το φεγγάρι από πάνω τον κάνει να εύχεται κρυφά: ‘μακάρι να είχα κι άλλο’...)

_____________________

Καθώς έγραφα το δεύτερο κείμενο, έβαλα να γυρίζει το δικό μου καρουζέλ – και το φωτογράφισα. Σε κάποιο σημείο, η επαναλαμβανόμενη μουσική του θυμίζει το ‘What did I do, to be so black and blue’. Ένα τραγούδι απελπισμένου μαύρου σε ένα παιδικό παιχνίδι.

Μαζεύτηκαν πολλές αμφισημίες: το Βαλς των Χαμένων Ονείρων, το καρουζέλ σαν τελετή εξαγνισμού, η γέφυρα κόλασης και παράδεισου, το τραγούδι του απελπισμένου μαύρου σε παιδικό παιχνίδι, θα ταίριαζε ακόμα κι ένας Παλιάτσος που Κλαίει. Μια σειρά παράδοξα που παραπέμπουν στην ‘σκοτεινή’ πλευρά της ομορφιάς. Αυτή υπάρχει πάντα. Για να επιβεβαιώνει, και να κάνει δυνατή την άλλη, λαμπερή πλευρά της ομορφιάς. Είναι η ουσία της τραγωδίας. Η οποία, για κάποιο λόγο που αχνοφαίνεται, προέρχεται από τη λυρική ποίηση. Και να γιατί δεν ξέρουμε, να γελάσουμε ή να κλάψουμε: ο Χατζιδάκις είναι γεμάτος λυρισμό – τόσο, που φλερτάρει αναπόφευκτα με τα όρια της τραγωδίας.



______________________

'Κατεβάστε' τα κομμάτια σαν mp3 (δεξί κλικ και αποθήκευση):

Λατέρνα στο στενό

Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων


Χορός με τη σκιά μου

...ή ακούστε τα online:

Λατέρνα στο στενό


Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων


Χορός με τη σκιά μου

Μαρτίου 20, 2007

Χατζιδάκις και το Βαλς των Χαμένων Ονείρων

Κάποιοι τον αποκαλούνε ‘Μάνο’ – εγώ δεν μπορώ. Χρειάζομαι τη απόσταση του επιθέτου για να τον προσεγγίσω. Δεν είναι ‘δικός μου άνθρωπος’ κι ας μιλά στην καρδιά μου. Είναι κάποιος που ανέβηκε σε άλλο επίπεδο για να με συμπεριλάβει. Ε, αυτός ο τύπος δεν λέγεται ‘Μάνος’. Λέγεται ‘Χατζιδάκις’. Καλύτερα, κύριος Χατζιδάκις. Όσο κρατάμε τις αποστάσεις με τους εκφραστές της καρδιάς μας και τις μεγαλοφυίες της τέχνης, τόσο έχουμε γνώση και του δικού μας μέτρου. Και δεν ισοπεδώνουμε οτιδήποτε εύκολα.

Και αρχίζω να μιλώ για το τραγούδι, που με έχει εντυπωσιάσει εδώ και χρόνια, εκφράζοντας την πιο παλιά απορία: Γιατί «Βαλς των Χαμένων Ονείρων;» Ένα καρουζέλ είναι... Εξαιρετικό βέβαια – τρυφερό σε σημείο να πονάει, αφοπλιστικά όμορφο. Μια μουσική φράση ατελείωτη – και όταν λέω ‘ατελείωτη’, εννοώ χωρίς τέλος, χωρίς κατάληξη. Παραμένει ανοιχτή. Και γι αυτό επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, σαν να θέλει να συμπληρωθεί και γίνεται ‘ατελείωτη’ με την άλλη σημασία. Της ατέρμονης.

Η ίδια φράση ξανά και ξανά; Μα θα ήταν βαρετή! Κι εδώ έρχεται η δεύτερη (όχι αξιολογικά) τέχνη του μουσουργού: η ενορχήστρωση. Η μελωδία ανεβαίνει, φουντώνει, εκτινάσσεται, μέχρι που πέφτει ξανά στα μαλακά των μοναχικών πλήκτρων του πιάνου. (Είναι εκπληκτικό: αν ακούσετε με προσοχή, ενώ παίζει όλη ο ορχήστρα allegro, θα ακούσετε τις συγχορδίες της κιθάρας που πριν συνόδευαν το πιάνο). Στα παραμύθια (τέτοια είναι τα καρουζέλ) δεν υπάρχει χώρος για ακριβολογία και για λογική. Εφόσον ο ‘μάγος’ θέλει να ακούγεται η ασθενική κιθάρα δίπλα σε μια βαρβάτη ορχήστρα, κανείς δεν θα του το απαγορεύσει – και κανένας δεν θα παραξενευτεί.

Αλλά και το πιάνο (αυτά τα μαγικά δάχτυλα) ακούγονται στην αρχή, και όταν το κομμάτι ξαναπροσγειώνεται στα εξ ων συνετέθη, σαν έγχορδο.

Και τι έγχορδο; Μια λατέρνα!

Ο Χατζιδάκις μάς ξεκινάει μιλώντας για «χαμένα όνειρα» από ένα δικό μας, προσωπικό σύμβολο του 'χαμένου': μια λατέρνα. (Υπάρχει και μια επανεκτέλεση αυτού του κομματιού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, με τίτλο ‘Λατέρνα στο Στενό’, όπου το μακρινό όργανο σε πλησιάζει, παίζει δίπλα σου και σταματάει. Σαν να σου ζητάει κέρμα ο πλανόδιος οργανοπαίχτης.) Έχει κάποια πρόσθετα στοιχεία, αλλά πάντα κυριαρχεί η ίδια μονότονη και ανοιχτή μελωδία. Μια μελωδία που ποτέ δεν ‘τελειώνει’ - πάντα κάτι χρωστάς. Ή σου χρωστάει.

Να είναι αυτό; Από τη μια η λατέρνα με την πατίνα του παλιού και χαμένου και από την άλλη η ανοιχτή, επαναλαμβανόμενη κι ‘ατελείωτη’ μελωδία; Αυτά είναι που δίνουν το αίσθημα του ανικανοποίητου και των ‘Χαμένων Ονείρων;’ Το πάντρεμα ενορχήστρωσης και αισθήματος θα το δικαιολογούσε: Όταν η ορχήστρα παίζει κρεσέντο το "ανικανοποίητο" γίνεται πιο ισχυρό, πιο επιβλητικό, σχεδόν επικό – και όταν όλα ησυχάζουν μοιάζεις να μην το σκέφτεσαι, ενώ αυτό σιγοκαίει μέσα σου βασανιστικά σαν τ’ απαλά πλήκτρα του πιάνου.

Το ‘καρουζέλ’ ταιριάζει πολύ μ’ αυτό το είδος - όχι μουσικής αλλά υπόκρουσης. Όλα τα καρουζέλ και οι μηχανικές μπαλαρίνες που γυρνάνε σε ένα τοπίο-μινιατούρα έχουν μια μικρή, επαναλαμβανόμενη μουσική.

Και κυριολεκτικά, το ταξίδι ενός καρουζέλ είναι ένα αδιέξοδο, αποτελείται από κύκλους που δεν σε πάνε πουθενά: είτε κάθεσαι σε ένα αλογάκι, είτε κοιτάς τη μηχανική μπαλαρίνα. Ποτέ δεν ‘φτάνεις’ – απλώς κάποια στιγμή χάνεται η μουσική. (Ναι, δεν ‘τελειώνει’, δεν ‘κλείνει’ – χάνεται.)

Ποιο παιδί θα πει ότι ένας κύκλος στο καρουζέλ ήταν τέλειος, είχε κατάληξη, έφτασε εκεί που επιθυμούσε; Ποιο παιδί θα έλεγε ότι δεν θέλει άλλο ένα γύρο;

Αυτή η παιδικότητα φαντασίας και ανικανοποίητου διαπερνά το έργο – μια αίσθηση ξένη στην τετράγωνη καθημερινότητα. Εδώ, κάθε κύκλος αποδίδεται ορχηστικά δηλώνοντας πως είναι χωρίς κατάληξη, πως εμπεριέχει το δικό του νόημα. Ίσως, και τη δική του φαντασίωση. Και όριο ζωής της κάθε φαντασίωσης, είναι ο κάθε της κύκλος. Και όλοι οι κύκλοι μαζί, στην πραγματικότητα, είναι απελπιστικά όμοιοι. Ένας μονότονος πόνος από ένα χαμένο όνειρο; Μια αλυσίδα χαμένων ονείρων που αφήνουν την ίδια γεύση; Διαλέγετε και παίρνετε. Θα έλεγα: ανάλογα με τη στιγμή.

Ηχητικά, ανεβαίνουμε σε ένα τέτοιο προσωπικό καρουζέλ καθώς ακούμε το κομμάτι. Γυρνάμε γύρω-γύρω και κάθε κύκλος (μουσικός; παιδικός;) είναι διαφορετικός. Και ίδιος. Όπως... τότε.
Αλλά ζούμε τους κύκλους και μέσα απ’ ένα βαλς, με τα κλασικά πέντε όγδοα: γιατί πρόκειται για ένα χορό ενηλίκων... Είμαστε πλέον μεγάλοι, έχουμε γευτεί το μήλο, έχουμε φύγει από τον Παράδεισο... Άσχετα αν είμαστε μαγεμένοι χάρη στους ήχους, αν νιώθουμε από τις αισθήσεις και αναμνήσεις σαν ξαναμμένα παιδιά. Και έτσι, να 'το πράγματι: Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Για κάποιους μικρούς-μεγάλους.

Ενθυμούμενος τον παιδικό παράδεισο γεύεσαι ξανά τον αυτόν τον παράδεισο ή την κόλαση του μεγάλου; Κυριαρχεί το όνειρο ή το χάσιμό του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη - ίσως και να μην υπάρχει.

Παραφράζοντας τον Ελύτη: «Από το τι είναι στο τι μπορεί να είναι, περνάς μια γέφυρα που σε πηγαίνει από τον Παράδεισο στην Κόλαση. Και το πιο παράξενο: έναν Παράδεισο που είναι φτιαγμένος με τα ίδια ακριβώς υλικά που είναι φτιαγμένη και η Κόλαση. Απλώς η αντίληψη για τη διάταξη των υλικών είναι που διαφέρει».

(Υπάρχει ακόμα ένα παρόμοιο έργο του Χατζιδάκι, το "Χορός Με τη Σκιά μου", τελευταίο έργο από το Χαμογελο της Τζοκόντα – όπου η γιορτή ανεβαίνει με παρόμοιους ρυθμούς και, που αν τους προσέξεις, θυμίζουν αρκετά Μεξικό. Αλλά αυτό είναι πιο έντεχνο, πιο ορχηστικό – χάνει σε αμεσότητα. Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων είναι ένα τραγούδι γειτονιάς. Θα το διασκεύαζε – όπως και έκανε – ο μεταπολεμικός τεχνίτης της λατέρνας Αρμάο, για να ακούγεται στα στενά της Πλάκας. Καθώς ο κόσμος τελειώνει μια βραδιά και το φεγγάρι από πάνω τον κάνει να εύχεται κρυφά: ‘μακάρι να είχα κι άλλο’...)

________________________________

'Κατεβάστε' τα κομμάτια σαν mp3:

Λατέρνα στο στενό

Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων


...ή ακούστε τα online:

Λατέρνα στο στενό


Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων

Φεβρουαρίου 24, 2007

Τι θα γίνεις παιδάκι μου όταν μεγαλώσεις;

Ευχαριστώ θερμά τη Synas για την πρόσκληση (και για τη δεύτερη πρόσκληση την Elinor) αλλά μόλις σήμερα μπόρεσα να ανταποκριθώ. Η αιτία στο άλλο blog, για την Αλβανία.

Θα σας δώσω μια συνοπτική εξέλιξη του επαγγελματικού μου προσανατολισμού.

Ηλικία 3-4: Παλιατζής
Περνούσε από τη γειτονιά μου φωνάζοντας «παλιατζήηηηηηης!!!!» ενώ εμένα μου απαγόρευαν να φωνάζω και να κάνω θόρυβο. Οπότε, είπα, θα γινόμουν παλιατζής ώστε όταν μεγαλώσω να φωνάζω όσο θέλω και κανείς να μη μου λέει τίποτα.
Ηλικία 5-7: Ναύτης
Στην αρχή είδα ένα ναύτη στο δρόμο και είχε ωραία στολή. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί, μια άλλη βασική απόφαση της ζωής μου βασίζεται σε ένστολο. Τον πέτυχα σε μια γωνία, εγώ από το χέρι της μάνας μου. Είχε πολύ ωραίο κορίτσι, με υπέροχα μάτια και του μιλούσε συρτά. «Έλα ρε Γιώωωωργοοοο», όλο νάζι. Αποφάσισα λοιπόν ότι το κορίτσι μου θα μιλούσε ακριβώς έτσι. Long live the army.
Ηλικία 10: Αστροναύτης
Από μια άποψη δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Άσπρα φορά ο ναύτης, άσπρα και ο αστροναύτης - και τα ονόματά τους παραείναι κοντινά. Ίσως είδα και κάποια ταινία όπου οι εξωγήινες μιλούσαν συρτά.
Ηλικία 13: Πιλότος-Χημικός-Βιονικός-Άνθρωπος από την Ατλαντίδα
Σ’ αυτή την ηλικία αρχίζουν τα προβλήματα. Το «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις» δεν ήταν πια χαριτωμένη ερώτηση, οι δικοί μου ανησυχούσαν. Κάπου έμαθα ότι οι αστροναύτες ήταν αρχικά πιλότοι, οπότε είπα πως θα πάω στη σχολή Ικάρων. Δεν έπιασε. Μέσα μου ήθελα πλέον να γίνω βιονικός άνθρωπος ή έστω άνθρωπος της Ατλαντίδας, αλλά δεν είπα τίποτα. Δήλωσα ότι θα γίνω χημικός και με άφησαν ήσυχο.
Ηλικία 16: Μουσικός
Η φήμη των Bee Gees, των Beatles και του Elvis (μαζί) έφτιαξαν ένα πολύ ελκυστικό όνειρο. Αποφάσισα να γίνω μουσικός. Μάλιστα το έλεγα με τόση πειθώ, που με πλεύρισε κάποιος με δίπλωμα σύνθεσης για να κάνουμε συγκρότημα. Αρνήθηκα επειδή δεν ήθελε να γίνει επαγγελματίας. Δεν ήξερα ακόμα γρι κιθάρα. Αλλά έμαθα, έκανα και βίντεο στην ΕΡΤ (δεν υπήρχε ακόμα ιδιωτική τηλεόραση), συμμετείχα και σε φεστιβάλ για νέους, έκανα και συναυλίες, και όλα αυτά τα θεωρώ τρανή απόδειξη ότι αν θέλεις κάτι πολύ και δουλέψεις σαν σκυλί, κάτι θα καταφέρεις: εγώ είμαι από αυτούς που όταν ο θεός έβρεχε μουσικό αυτί και κλίση στη μουσική, ήμουν σε πυρηνικό καταφύγιο, φορούσα στολή βιολογικού πολέμου και κρατούσα ομπρέλες. Η μεγάλη μου απελευθέρωση ήταν όταν το συνειδητοποίησα. ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΜΟΥΣΙΚΟΣ. Μου έδωσε πολλαπλάσια χαρά σε σχέση με αυτή που μου έδινε κάποτε το όνειρο.

Ήμουν 23 χρονών.

Και με τη σειρά μου, καλώ:


Και επιτρέψτε μου να σας καλέσω ξανά στο blog ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ, όπου η συζήτηση συνεχίζεται.

Φεβρουαρίου 11, 2007

Εκδρομή στην Αλβανία

Πριν μερικά χρόνια τέτοιες μέρες (τριήμερο Καθαράς Δευτέρας) πήγα εκδρομή στην Αλβανία. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, με τουριστικό λεωφορείο. Μαζευτήκαμε περίπου 60 Έλληνες, και πήγαμε με σκοπό να γνωρίσουμε την Άγνωστή Γείτονα. Αποδείχτηκε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ταξίδια της ζωής μου.

Μέρες που είναι, ανοίγω ένα νέο blog, αφιερωμένο αποκλειστικά σ' αυτό το θέμα.

Κάποτε, σιγά-σιγά, φιλοδοξώ να φτιάξω και μια Photo Gallery – αλλά θέλω να την κάνω με thumbnails. Δυστυχώς ο blogger, απ’ όσο ξέρω δεν δίνει αυτή τη δυνατότητα (και είναι κρίμα, χρησιμοποιώ ελάχιστο δείγμα από τις φωτογραφίες που τράβηξα).

Αλλά να μη σας κουράζω: αν κάποιος ξέρει πως να φτιάξω την gallery, ας μου απαντήσει εδώ. Τα σχόλια στο άλλο blog ας μείνουν για την Άγνωστή μας Γείτονα!

Παρακαλώ περάστε!


Update: Προσέθεσα τις Photo Gallery – χάρη στην An-Lu την οποία ευχαριστώ (να έχεις πάντα ήρεμες θάλασσες)!

Φεβρουαρίου 07, 2007

Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα...

Υπάρχουν τραγούδια που αν τα φανταστούμε κινηματογραφικά είναι ασπρόμαυρα (κυρίως έντεχνα και ροκ του εξήντα) και τραγούδια με χαρακιές στο φιλμ, χαμένες φράσεις και ασυνέπεια ανάμεσα στη φωνή και τα χείλη. Τα τελευταία, θα ήτανε τα πρώτα του ομιλούντος κινηματογράφου - αλλά και τα πρώτα του γραμμοφώνου. Ανάμεσά τους, οι καντάδες.

Βρίσκονταν στο ζενίθ τους την εποχή του μεσοπολέμου. Για να έχει μεγαλώσει κάποιος με καντάδες (δηλαδή για να ήταν τότε 15-20 χρονών ώστε να έχει πρόσβαση στις ταβέρνες και στις μιξ-γιορτές) σήμερα θα πρέπει είναι τουλάχιστον 90. Εγώ είμαι λιγότερο από τα μισά – αλλά από την ηλικία των 7-8, όταν άφησα τις ισπανικές κιθάρες και τα ουγγαρέζικα βιολιά, μέχρι σχεδόν τα 15 μου, άκουγα καντάδες και αυτό που (μέσα στην αφέλειά μου) ονόμαζα ‘νεοκλασικά’. Αυτά μπορούσαν να είναι από την Cumparsita μέχρι ιταλικά ορχηστικά της αρχής τους αιώνα.

Εδώ και μερικές ημέρες άνοιξε το Τριώδιο. Δεν θα βάλω ρολόι τσέπης, γιλέκο και καπέλο α-λά Ορέστης Μακρής για να γράψω γι' αυτό το 'γραφικό' είδος τραγουδιών. Βλέπετε, τις καντάδες τις έχω αγαπήσει πραγματικά. Τις άκουγα και μεγαλύτερος, ακόμα και σήμερα (αν και αποφεύγω να τις τραγουδήσω - ακούω διάφορα πειράγματα). Λοιπόν... σήμερα θα μιλήσω ίσως για την αγαπημένη μου καντάδα . Αφορά τις Απόκριες (επίκαιρο λόγω των ημερών) και τον υπέρτατο έρωτα (επίκαιρος αιωνίως).

_____________

Μια από τις πιο παράξενες ομοιοκαταληξίες στο ελληνικό ρεπερτόριο είναι το απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα / κι εγώ ποτέ μου το χατίρι δεν του χάλασα. Πρόκειται, βέβαια για καντάδα (Τραμπαρίφας). Όπως φράσεις από ελληνικές ταινίες πέρασαν στη ζωή μας, έτσι και στίχοι από καντάδες έγιναν σλόγκαν – π.χ. ξέρετε πιο ευφάνταστο τρόπο περιγραφής της αφθονίας από το ‘δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα’; Είναι σαν το Κέρας της Αμάλθειας να μεταμορφώθηκε σε στίχο.

Το ‘απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα’, δεν λέει βέβαια κάτι αξιοπερίεργο ούτε το λέει με πρωτότυπο τρόπο. Στίχο-μπανάλ θα τον χαρακτήριζα. Ο Αλέκος Σακελάριος είπε πως αιτία της επιτυχίας του είναι η ομοιοκαταληξία ουσιαστικού με ρήμα: θάλασσα-χάλασα. Βέβαια, (για να πάρω ένα τυχαίο παράδειγμα) το τραγούδι Άσπρη Μέρα περιέχει τον ίδιο συνδυασμό: γέμισε η αυγή τον ουρανό / έμαθα κοντά σου να περνώ. Αλλά δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο εντυπωσιακό.

Τέτοιου είδους – ‘εντυπωσιακές’ θα τις έλεγα – ομοιοκαταληξίες, φαίνονται κοινός τόπος στα τραγούδια της εποχής. Πιο εντυπωσιακό όμως, είναι το βάθος του έρωτα. Τραγούδια όλων των ειδών έχουν σαν θέμα τον νέο έρωτα, το χαμένο έρωτα, τον αγνό έρωτα - αλλά το βάθος, εκεί που όλοι θέλουν να φτάσουν και λίγοι το καταφέρνουν, είναι ο έρωτας με διάρκεια. Λίγα θεάματα είναι τόσο συγκινητικά όσο ένα γέρικο ζευγάρι που γλεντάει μόνο του. Προσωπικά, το έχω δει τελευταία φορά στο Βελιγράδι – και τους φωτογράφισα. Όταν σηκώθηκαν να χορέψουν, σαν ένα σώμα μετά από τόσα χρόνια, ψιθυρίζοντας και γελώντας ο ένας στον άλλο, είχα μπροστά μου δύο δικαιωμένους με όρους του Σόλωνα: ‘μηδένα προ του τέλους μακάριζε’. Οι άλλοι, γύρω, δεν φαίνονταν σαν αυθάδεις Κροίσοι: στον έρωτα η αλήθεια του Σόλωνα γίνεται αυθόρμητα αισθητή και όλοι τους κοιτούσαν με συγκίνηση και κάποια ζήλια.

Στις καντάδες, ο έρωτας του γέρικου ζευγαριού δεν διεκδικεί μερίδιο στην ευτυχία (αυτήν την έχει απλόχερα) αλλά στο γλέντι. Θέλει να χορέψει, να δώσει δημόσια φιλιά και να γελάσει: σαν το ζευγάρι του Βελιγραδίου. Οι καντάδες, ακόμα και στα πρώτα νιάτα τους – όταν πρωτοβγήκαν – υμνούσαν τον έρωτα με διάρκεια, το μακαρισμένο ζευγάρι από τη δικαίωση της τρίτης ηλικίας. Και, δίπλα σε αυτό το προσωπικό παραμύθι, οι εντυπωσιακές ομοιοκαταληξίες είναι ποιητική γαρνιτούρα.

Το τραγούδι Έλα Να Ντυθούμε Μασκαράδες ξεκινάει με τα λόγια: «Βγάλε απ’ τη ντουλάπα σου τα ντόμινα / του Πιερότου και της Κολομπίνας / να μην πεις και φέτος «εξαπόμεινα / απ’ τα γλέντια της παλιάς Αθήνας». Να ‘τη πάλι η ομοιοκαταληξία ουσιαστικού-ρήματος: ‘ντόμινα-εξαπόμεινα’. Και όση διαφορά έχει το στατικό αντικείμενο από τη δράση (η τυπική σχέση ουσιαστικού-ρήματος), τόση είναι η διαφορά μεταξύ της γιορτής (που υποδηλώνουν τα ντόμινα) και της απόστασης από αυτή λόγω ηλικίας (εξαπόμεινα). Παράπονο, τυπικό της τρίτης ηλικίας το ότι μένει απ’ έξω. Παράπονο, που όμως ούτε κατά διάνοια δηλώνει παραίτηση: Το αντίθετο, στο ρεφρέν δηλώνεται μια ρητή απόφαση: «Έλα να ντυθούμε μασκαράδες / σαν εκείνους τους παλιούς καιρούς / ν’ ανακατευτούμε με καντάδες / και με νεαρές και νεαρούς».

Και η αυτονόητη ερώτηση, του τι θα γίνει αν οι άλλοι αντιληφθούν ότι δεν ταιριάζουν στην παρέα; «Κι αν τυχόν μας πάρουνε χαμπάρι / πως είμαστε ασπρόμαλλο ζευγάρι / μη σε νοιάζει αγάπη μου / σ’ όλους θα το πω / πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ...» Ο έρωτας είναι το εισιτήριό τους στη δημόσια γιορτή (η ηδιωτική είναι δεδομένη). Η κατάσταση αντιστρέφεται κι αυτό που θα θεωρούνταν ντροπή (το γήρας), γίνεται θράσος των ερωτευμένων. Υπάρχει και μια συγκινητική εσωστρέφεια σ’ αυτούς τους στίχους, σαν κάστρο του έρωτα. Χωρίς να θέλουν να προκαλέσουν κανένα, δεν δέχονται μύγα στο σπαθί τους (μη σε νοιάζει αγάπη μου, σ' όλους θα το πω). Διεκδικούν τη συμμετοχή τους στο γλέντι, αλλά παραμένει προσωπική τους υπόθεση.

Μεγαλύτερο κι από τον τρελό έρωτα, δεν είναι αυτό το όνειρο κάθε γυναίκας να ακούσει από τον άντρα της και κάθε άντρα να πει στη γυναίκα του; Χρόνια μετά, και... Μη σε νοιάζει αγάπη μου, σ’ όλους θα το πω, πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ...

Για να ξεγελάσουν τις νεανικές παρέες θα μείνουν μακριά από φώτα. Αλλά σκεφτείτε... τι ακριβώς θα τους πρόδιδε; «Πάμε σε δρομάκια μισοσκότεινα / η νυχτιά τις ζάρες ν’ απαλύνει»... Μέσα στο σκοτάδι ίσως ξεγελάσουν και τους εαυτούς τους, θα φανούν ο ένας στον άλλο νέοι. Και το τραγούδι συνεχίζει: «βάλ’ τα ντόμινά μας που σου πρότεινα / κι ας μυρίζουν λίγο ναφθαλίνη». Στο τετράστιχο αυτό η ‘εντυπωσιακή’ ομοιοκαταληξία φτάνει σε οργασμό: πρότεινα-ντόμινα, απαλύνει-ναφθαλίνη. Και η τελευταία ομοιοκαταληξία, πόσο τολμηρή! Παραπέμπει στο παλιό, στο στοιβαγμένο και στο παροπλισμένο (μιλάμε για ανθρώπους!), αλλά με κάτι τόσο καθημερινό και ‘αντιποιητικό’, όσο... η ναφθαλίνη.

Και... ας λένε Χατζιδάκις και Μπρασένς μαζί: «Φεγγάρι ναι, σελήνη αστροναυτών όχι. Δεν χωράνε στο τραγούδι αυτές οι λέξεις, όπως δεν χωράνε οι λέξεις αεροπλάνο, αυτοκίνητο, στιλό. Κι αν θέλω να μιλήσω για το φως, ποτέ μου δεν θα πω τη λέξη λάμπα. Θα πω κερί, φανάρι.»

Κι όμως, ναφθαλίνη, σε ένα άκρως ερωτικό τραγούδι! Το θράσος του ερωτευμένου, ακόμα και στην επιλογή των λέξεων.

Τι τους νοιάζει, αφού στο ρεφρέν που έρχεται ξαναλένε: Μη σε νοιάζει αγάπη μου, σ’ όλους θα το πω, πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ!

Έχω την εντύπωση πως τέτοιοι στίχοι δεν γράφονται εάν ο στιχουργός δεν είναι χαλαρός. Εάν δεν σκέφτεται ότι γράφει κάτι τεράστιο, μεγαλύτερο από την ίδια τη ζωή. Λόγια όπως ‘βάλ’ τα ντόμινά μας που σου πρότεινα κι ας μυρίζουν λίγο ναφθαλίνη’ διαλαλούν πως ο στιχουργός ξέρει ότι γράφει ένα τραγουδάκι. Και μπορεί να κάνει τέτοια εύκολα άλματα. Κι από την άλλη... είναι αυτή η αμεσότητα, η χαλαρότητα, που δεν αφήνουν το στίχο να λάμψει όσο του πρέπει ποιητικά. («Φεγγάρι στο νερό φεγγάρι αλμυρό» αντίστοιχο παράδειγμα από τον Τέλο Άγρα).

Και ναι, δύσκολα θ’ ακούσω αυτό το τραγούδι χωρίς να δακρύσω.

Οι στίχοι ολοκληρωμένοι:

Βγάλε απ’ τη ντουλάπα σου τα ντόμινα
του Πιερότου και της Κολομπίνας
να μην πεις και φέτος «εξαπόμεινα
απ’ τα γλέντια της παλιάς Αθήνας»

Έλα να ντυθούμε μασκαράδες
σαν εκείνους τους παλιούς καιρούς
ν’ ανακατευτούμε με καντάδες
και με νεαρές και νεαρούς

Κι αν τυχόν μας πάρουνε χαμπάρι
Πως είμαστε ασπρόμαλλο ζευγάρι
Μη σε νοιάζει αγάπη μου
σ’ όλους θα το πω
πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ

Μη σε νοιάζει αγάπη μου
σ’ όλους θα το πω
πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ


Πάμε σε δρομάκια μισοσκότεινα
η νυχτιά τις ζάρες ν’ απαλύνει
βάλ’ τα ντόμινά μας που σου πρότεινα
κι ας μυρίζουν λίγο ναφθαλίνη

Έλα να ντυθούμε μασκαράδες
σαν εκείνους τους παλιούς καιρούς
ν’ ανακατευτούμε με καντάδες
και με νεαρές και νεαρούς

Κι αν τυχόν μας πάρουνε χαμπάρι
Πως είμαστε ασπρομάλλο ζευγάρι
Μη σε νοιάζει αγάπη μου
σ’ όλους θα το πω
πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ

Μη σε νοιάζει αγάπη μου
σ’ όλους θα το πω
πως όσο γερνάς θα σ’ αγαπώ



____________________________
Και το τραγούδι...

Μπορείτε να το κατεβάσετε εδώ:

Ela_na_ntythoume_maskarades.mp3


Free file hosting from File Den


...ή απλώς να το ακούσετε:




Φεβρουαρίου 03, 2007

Βιτρίνα με CD ονείρων

TRACK #1 Σήμερα τα έφτιαξα με ένα πρώην κορίτσι μου που ήταν κάποια άλλη. Έμενα σε ένα café παριζιάνικου στιλ, με σκούρες μονοκόμματες καρέκλες καφενείου. Δίπλα στην ξυλόσομπα στο κέντρο είχα το κρεβάτι μου. Εκεί την πήρα αγκαλιά, με φίλησε πρώτη, κάναμε έρωτα. Ήμουν σπουδαστής και δούλευα σε δισκάδικο. Καθώς απομακρυνόμουν να πάω στη δουλειά, η σκηνή που άφηνα πίσω μου γινόταν μικρότερη και τετράγωνη, ώσπου μεταμορφωνόταν σε εξώφυλλο CD σε μια βιτρίνα. ‘Το Φτιάξιμο’. Στην ενημερωτική ετικέτα από κάτω, λέξεις-κλειδιά: θα σε δω το απόγευμα, φιλί, επιτέλους.

TRACK #2 Στη βιτρίνα διαλέγω ένα CD με εξώφυλλο ένα παλιό εργοστασιακό κτίριο. Το πανεπιστήμιό μου. Συνδυασμός παλιού επαναλαμβανόμενου ονείρου ότι δεν έχω απολυτήριο Λυκείου (χρωστάω κάποιο μάθημα) και πραγματικότητας (όταν ήταν πράγματι κορίτσι μου, με άφησε επειδή η διπλωματική μου τραβούσε πολύ). Τώρα χρωστούσα ένα βασικό μάθημα που θα μου έπαιρνε καιρό – και ο καθηγητής απαιτητικός. ‘Πίσω στις τάξεις’ λέω καθώς απομακρύνομαι από το κτίριο. Τίτλος του νέου CD ‘Double Dream’. Λέξεις κλειδιά: Λύκειο, Attila Building, γαμώτο.

TRACK #3 Ο καιρός ήταν απίστευτα άσχημος – λες κι οι τυφώνες Κύριλλος και Μεθόδιος μαζί λυσσομανούσαν στην πόλη. Όλα τα πράγματα στο μπαλκόνι της μητέρας μου είχαν στριμωχτεί σε λίγα εκατοστά από τον αέρα. Την άφησα με συγγενείς. Ήθελα να φτάσω ξανά στο ‘Φτιάξιμο’. Δύσκολο. Μέσα στον τυφώνα και με κάποια παιδιά που μου έδωσαν να προσέχω, τριγυρνούσα ψάχνωντας σε τόπους που έδειχναν γνωστοί. Με τα πολλά βρήκα το café μου. Ένα από τα παιδιά όρμηξε πριν προλάβω. Φοβόμουν μην την πετύχει γυμνή. Αποδείχτηκε ο μικρός αδελφός της. Το κορίτσι ήταν ξαπλωμένο όπως το άφησα, με τον πατέρα της σε μια από τις ξύλινες καρέκλες δίπλα της. Όλοι μαζί μου έκαναν δώρα ‘για το καλό’ – μα μόλις τα φτιάξαμε! Πειράχτηκα αλλά δεν μίλησα. Κοιτάζω το χέρι μου και το απομακρύνω αργά από τα μάτια μου: μια γυάλινη μινιατούρα από γοβάκι το νέο εξώφυλλο. CD ‘Το Δώρο’. Λέξεις-κλειδιά: γαλάζιο, δεν μίλησες, τι θέλουν;

TRACK #4 Η παρέα μου έρχεται στο δισκάδικο. Είναι σαν παράρτημα πολυκαταστήματος, ανοιχτό από παντού. Κάθονται εδώ κι εκεί, φάτσες από καρτ ποστάλ. Οι πιο πολλοί με καρφιά, πέτσινα, βαρύ μακιγιάζ και μαλλιά πανκ ή ατημέλητα. Κάτι δεν μου πάει καλά και στέκομαι μπροστά από τη βιτρίνα. Ψάχνω ‘Το Τελευταίο Μάθημα’. Κάποιος πήρε τη δουλειά μου ενώ βρισκόμουν στο γραφείο του καθηγητή. Καθώς έβγαινα σχηματίστηκε το εξώφυλλο από τον πίνακα πίσω από το γραφείο του. CD ‘Κοσμοναύτης’. Λέξεις-κλειδιά τα SOS θέματα.

BONUS TRACK Λίγο μετά τον τυφώνα, αφού έκανε για πρώτη φορά πρωκτικό σεξ και μετά με πήρε στο στόμα χωρίς να πλυθώ (τι ακριβώς ήθελε να δοκιμάσει;) περπατούσαμε έξω. Στο συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό φαινόταν ο χάρτης της Ευρώπης. Σαν ειδήμονας που δείχνει τους αστερισμούς, της έδειχνα τη Σκανδιναβία. Εξώφυλλο: ο ουράνιος χάρτης. CD: Takaisin Suomeen. Λέξεις κλειδιά: 10 χρόνια πριν, Tampere, πρωκτικό σεξ, πλύσιμο.

Φεβρουαρίου 02, 2007

Μετάβαση στο New Blogger

«Περάστε», «ξαναπεράστε», «δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα». OK, το ξέρω. Δεν έπρεπε να το κάνω. Ο Μίκυ το είπε, το ξαναείπε, αλλά σκέφτηκα: μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει. Ο παλιός blogger σε λίγο θα ήταν απαρχαιωμένος, όσο πιο γρήγορα το κάνω τόσο περισσότερα post θα σώσω. Και ήδη άργησα. Τώρα, κάποιοι φίλοι συν-μπλογκίστες εμφανίζονται ως ανώνυμοι. Και δυστυχώς, μάλλον δεν μπορώ να το επαναφέρω.

Αλλα πρέπει να το πω: το template είναι φοβερό! Μέσα σε πέντε λεπτά έκανα δουλειά που θα χρειαζόταν δεκαπλάσια ώρα, hmtlικά λεξικά και σπάσιμο νεύρων.

Τα δύο πρόσωπα του Google:
και...


Έλαβα και το ακόλουθο μήνυμα - σας το περνάω:



Ιανουαρίου 28, 2007

Ridi pagliaccio!


Μου θυμίζει gastarbeiter όπως κοιτάζει από το παράθυρο. Ναι, δεν είναι κούκλα – είναι άνθρωπος ολοζώντανος. Διαφέρει με κάποιον εργάτη που παίρνει ξημερώματα το λεωφορείο, στο ότι αυτός φοράει τοπική φορεσιά. Και τι φορεσιά: χρυσοποίκιλτη, με εξαιρετικές λεπτομέρειες και το δέρμα του ζωγραφισμένο μέχρι το τελευταίο εκατοστό! Κι όμως... ενώ η εξωτερική του εμφάνιση εκπέμπει μεγαλοπρέπεια, το βλέμμα του είναι όλο στραμμένο προς τα μέσα.

Βρισκόμουν σ’ ένα συνέδριο στη Ρόδο. Ήταν ένας χορευτής που θα έδινε μια ‘πρώτη γεύση’ της Ταϊλάνδης, προορισμού του συνεδρίου τον επόμενο χρόνο. Στην αρχή, κάποιος Ταϊλανδός επίσημος έδωσε τα απαραίτητα ‘inside info’ για την κουλτούρα του, σαν να πρόκειται να αποκαλυφθούν μυστικές τελετές από την άλλη άκρη του κόσμου στο ελληνικό νησί - και μάλιστα, σε θεατές που φτάσανε με πακέτα ταξιδίων και κρατάνε ένα κοκταίηλ στο χέρι. Ο χορευτής, μετά τον τελετουργικό του χορό στο φόρουμ (όπου πριν λίγο ανακοινώνονταν ο ετήσιος απολογισμός), βγήκε στο λόμπι του ξενοδοχείου για να ποζάρει και να φωτογραφηθεί με τους συνέδρους.


Η ‘gastarbeiter’ στάση που τον πέτυχα, ήταν τυχαία. Το παράθυρο του ξενοδοχείου (φαίνεται και στην πάνω φωτογραφία) έτυχε να μοιάζει με παράθυρο λεωφορείου, ενώ μάλλον πόζαρε σε κάποιον και φαινόταν σκεφτικός μόνο από τη δική μου γωνία.

Ή μήπως συνέχιζε με μια σύγχρονη εκδοχή του χορού στο λόμπι;

Ο τελετουργικός χορός στο φόρουμ, ενέπλεκε τον ίδιο και το Πνεύμα του Κακού. Ενώ ήταν σκυμμένος και ασχολούταν με τις τέχνες, το Πνεύμα του Κακού ήρθε από πίσω του, του έδεσε τα χέρια σε δύο μπαστούνια, και χάρη σ’ αυτά τον χειριζόταν σαν μαριονέτα (οι απολαύσεις του κόσμου αποπέμπονται από τις περισσότερες θρησκείες). Στην κάτω φωτογραφία (με θολωμένο το φόντο) φαίνεται το Πνεύμα του Κακού με τα μπαστούνια που έλεγχαν τον άτυχο, ευπρόσβλητο στις ηδονές πρίγκιπα.


Παρ’ όλες τις προσπάθειές του, δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί και ο χορός δεν είχε happy end. Κι όμως... ο αρχαίος χορός υποταγής στο επιφανειακό κι εφήμερο, μπορεί να ολοκληρώνεται στην εποχή μας: κυριολεκτικά, σε ένα λόμπι ξενοδοχείου. Η σκηνή μπορεί να αφορά ένα αρχαίο πολιτιστικό σύμβολο που άγεται και ‘κινείται’ με βάση μπαστούνια του επιφανειακού. Να βλέπουμε μια κουλτούρα που βρίσκεται, για λόγους έξω από αυτήν, σε λάθος τόπο και κοινό.

Κάθε κουλτούρα έχει δική της δυναμική, απαιτεί χρόνο, κόπο, μελέτη για να την πλησιάσεις. Χάριν του τουρισμού γίνεται εύκολο έκθεμα – κι επειδή μια κουλτούρα δεν μπορεί να είναι ‘εύκολη’ εκ φύσεως, κατεβαίνει στο επίπεδο θεατών από πακέτα ταξιδίων. Πιο χαμηλά ακόμα, γιατί αυτή δεν κρατά ποτήρι κοκταίηλ. Αφαιρώντας τα εφέ, αποκαλύπτεται το παράταιρο.


Ο κλόουν που κλαίει, το Τέρας με την τρυφερή καρδιά, είναι φιγούρες-οξύμωρα. Οπτικά παραπέμπουν σε χαρά ή σε κακία, ενώ συναισθηματικά αποπνέουν το ακριβώς αντίθετο. Η φιγούρα-πρώτυπο του κεφιού με το ζωγραφισμένο χαμόγελο και τα αστεία ρούχα, γίνεται απίστευτα τραγική όταν δακρύζει και ακούει τα λόγια «Γέλα Παλιάτσο!». Το ίδιο και ο χορευτής με την εκθαμβωτική φορεσιά, που ομφαλοσκοπεί στις γαλαρίες ξενοδοχείων. Ένας πρίγκιπας-gastarbeiter.

Ιανουαρίου 25, 2007

Διάλειμμα για διαφημίσεις (και πάλι, όχι πραγματικές).


...παρά συνέχεια του άλλου post για τα εσώρουχα Triumph. Τώρα, σειρά έχει η NOKIA και το υπέροχο σλόγκαν Connecting People. Οι διαφημίσεις είναι πάλι από πανεπιστημιακή εργασία, που ξεθάβω.


Να σας πω ότι η NOKIA είναι χωριό, για την ακρίβεια, προάστιο της πόλης του Tampere όπου έζησα δέκα χρόνια. Παλιά έβγαζε ελαστικά αυτοκινήτων και το συγγενικό τους είδος μπότες ψαρέματος (τις τελευταίες νομίζω τις βγάζει ακόμα). Μπήκε όμως στο χώρο της υψηλής τεχνολογίας με θαυμαστά αποτελέσματα. Εμείς, φοιτητές των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών, φτωχοπρόδρομοι σε σχέση με τους φοιτητές του Πολυτεχνείου, προσπαθούσαμε με νύχια και με δόντια για κάποια υποτροφία πάνω σε κάποιο παράξενο θέμα. Αυτοί, με τη NOKIA δίπλα τους, δούλευαν ήδη πριν τελειώσουν τις σπουδές τους, έκαναν το μάστερ τους σε θέματα που ανακοίνωνε η NOKIA ότι χρειάζονται έρευνα (και φυσικά την πλήρωνε), ενώ παράλληλα, με το που έμπαινες κάτω από τη στέγη της, έπαυες να πληρώνεις τηλέφωνο. Σου έδινε το τελευταίο μοντέλο της για να το δοκιμάζεις και αναλάμβανε το λογαριασμό σου (ένας φίλος από την Γκάνα, έφτασε να έχει μεγαλύτερο λογαριασμό από μισθό!).


Άλλος φίλος μου, Γιαπωνέζος, είχε βρει δουλειά σαν μεταφραστής των ενδείξεων στη γλώσσα του. Τι νομίζετε; Αυτά τα ‘ΞΕΚΛΕΙΔ’ και ‘ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΗ ΚΛΗΣΗ’, οι παράξενες λέξεις που μπήκαν πριν λίγα χρόνια στη ζωή μας, από κάτι τέτοιους τύπους ξεκίνησαν. Που έτυχε να βρίσκονται εκεί και δεν μπορούσαν να δουλέψουν διαφορετικά.


Όταν ήμουν εγώ στο Tampere, οι ελληνικές ενδείξεις είχαν ήδη γίνει. Ο μόνος τρόπος που μπόρεσα να δουλέψω στη NOKIA, ήταν (όντας ο μόνος Έλληνας στο πανεπιστήμιο) σαν δοκιμαστής για την αναγνώριση φωνής στα ελληνικά. Κάτι σαν ομιλών ελληνικό χοιρίδιο. Ναι, ναι, πάνω μου χτίστηκε η ελληνική αναγνώριση φωνής της ΝΟΚΙΑ. Γι’ αυτό, εάν αντιμετωπίσετε πρόβλημα κάντε το λάμδα σας κομματάκι πιο βαρύ. Θα δείτε.

Τι άλλο θέλετε; Μέχρι και inside information σε τεχνολογικά θέματα παίρνετε!

Για την ιστορία, οι διαφημίσεις έτυχαν θετικής αποδοχής πλην όμως, έκανα το λάθος να τις στείλω πρώτα στον διευθυντή marketing της ΝΟΚΙΑ, ο οποίος με παρέπεμψε φυσικά στη διαφημιστική του. Δεν ξέρω αν θα είχαν τύχη στο εμπόριο – πάντως, καμιά διαφημιστική δεν θα υιοθετούσε ιδέες από κάποιον απ’ έξω, όταν ο πελάτης της ξέρει ότι είναι απ’ έξω. Μια διαφημιστική διαθέτει πάντα το καλύτερο προσωπικό και το υπερασπίζεται.

....όλες έτυχαν θετικής αποδοχής, πλην μιας. Δεν μπορούσα, έκανα και μια κουλτουριάρικη διαφήμιση.


Με το που την είδε ο Γιαπωνέζος φίλος μου, κάθισε απέναντί μου και άρχισε χαμογελαστά αλλά και πολύ σοβαρά: “Yannis, look now...”

Ιανουαρίου 21, 2007

Οι Νεοέλληνες: Πόντιες πουτάνες

- Πώς αυτοκτόνησε η τελευταία Πόντια πουτάνα;
- Έμαθε πως οι άλλες πληρώνονται.

Κάπως έτσι είναι οι Νεοέλληνες. Πουλάνε την αξιοπρέπειά τους, τη δημοκρατία τους, τον πολιτισμό τους, χωρίς αντίτιμο. Γιατί, άντε, το να πουληθείς σε έναν πολιτικό, μπορεί να σου επιτρέψει, όχι ν’ αφήσεις την πουτανιά, αλλά να γίνεις μεγαλοτσατσά: σε καμιά Εφορία, Πολεοδομία, γενικά στο Δημόσιο.

Αλλά να πουλάς τον πολιτισμό σου; Το ανθρώπινο δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, στην ιδιωτική ζωή; Τι κερδίζεις όταν ανέχεσαι μπροστά στα μάτια σου να υποβαθμίζουν μια συζήτηση σε κραυγές, βρισιές και «σκάσε εσύ να μιλήσω εγώ»; Όταν βλέπεις συμπολίτες σου να ξεφτιλίζονται δημόσια μέχρι να χτυπήσουν πάτο; Δεν θα γυρίσουν αυτά μπούμερανγκ; Και έστω πως δεν σκέφτεσαι ότι σε αφορά η ποιότητα του χώρου που ζεις - δεν σκέφτεσαι ότι μπορεί κάποια στιγμή να αφορούν προσωπικά εσένα; Μια τέτοια ώρα ήρθε, με τις κάμερες σε δημόσιους χώρους. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής, μας αφορά όλους. Έφτιαξα μια (πρόχειρη) λίστα για το πόσο επιδερμικά ή αλόγιστα αντιμετωπίσαμε τα πρώτα σημάδια έλλειψής της (και επειδή πολλά από αυτά παγιώθηκαν, τα αντιμετωπίζουμε ακόμα).

Δεν μπορούμε να μιλάμε τόσο σοβαρά τώρα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής...

Επειδή όταν μιλούσαμε για τις κασέτες του Κορκολή που έπαιξε ο Τριανταφυλλόπουλος βρέθηκαν τόσοι να τον υποστηρίξουν. Και του επετράπη τότε, από κανάλια και εισαγγελείς, να συνεχίσει μετά Βαίων και κλάδων την εκπομπή του.

Επειδή η κρυφή κάμερα θεωρείται πλέον θεσμικό δικαίωμα των καναλιών - στη φανερή κάμερα στην Ερμού θα κολλήσουμε; Σήμερα πιο σπάνια θα δεις ενημερωτική εκπομπή χωρίς κρυφή κάμερα: είναι δείγμα δημοκρατίας κι ελευθερίας της έκφρασης.

Επειδή κανείς δεν αγανακτεί, ούτε κινείται το ΕΡΣ όταν κάθε καλοκαίρι στις ειδήσεις (αλλά και κάθε φορά που αναφέρονται θέματα όπως διακοπές, παραλίες, τουρισμός, κτλ.) το οπτικό υλικό αποτελείται από ζουμαρίσματα σε κώλους και βυζιά συμπολιτών μας. Οι γυναίκες στην παραλία (θα το προσέξατε) γυρίζουν το πρόσωπο ενώ τα μάτια μας πλησιάζουν (δίκην ελευθερίας του Τύπου) στα οπίσθιά τους.

Επειδή όταν μαθητές βιντεοσκοπήσανε τη συμμαθήτριά τους που βιαζότανε, το θέμα ήτανε τα κινητά στα σχολεία. Ερώτηση: εάν κάποιος σκότωνε με όπλο συμμαθητή του, το θέμα θα ήτανε τα όπλα στα σχολεία; (Πρόπερσι στον Καναδά, κάποιος ζούμαρε στο μπούτι μιας κοπέλας σε ένα μπαρ. Τον αντιλήφθηκε ο φίλος της, του έσπασε το κινητό και έγινε πρώτο θέμα στις ειδήσεις.)

Επειδή το ‘κάπου πήγα κάποιον είδα κάτι μου ‘πε να σας πω’ έγινε μοντέλο ενημέρωσης. Δεν ακούμε να μιλάνε πλέον για πολιτική αλλά (σαν μπανιστιρτζήδες) για παραπολιτική.

Επειδή ανεχόμαστε τον κάθε ηλίθιο «δημοσιογράφο» να βρίζει τη δημοκρατία μας prime time και να μην κουνιέται φύλλο – ούτε τον καταποντίζουμε στα νούμερα τηλεθέασης.

Επειδή ανεχόμαστε την κάθε παρουσιάστρια του κώλου να ξεφτιλίζει στο γυαλί άτομα μειωμένης νοημοσύνης και κάθε αναξιοπαθούντα με ζωντανό κοινό τα ΚΑΠΗ της τάδε περιοχής (σε πολιτιστική εκδρομή;) και δεν επεμβαίνει κανένας, ούτε εμείς τη σουτέρνουμε στα νούμερα. Αντίθετα, τέτοιες εκπομπές πολλαπλασιάζονται.

Επειδή σαν πουτάνες του κάθε πολιτικού, αφεντικού και κόμματος βλέπουμε τα πάντα από το επίπεδό μας – πρώτα απ’ όλα, την «κοινή» λογική.

....«Δεν δικαιούμαστε δια να ομιλούμε για τις κάμερες σε δημόσιους χώρους» θα μας έλεγε κάποιος από τα παλιά.

Στον νταβατζή μας, για να του τα ακουμπήσουμε - όχι για να μας δώσει κάτι. Είπαμε, είμαστε και Πόντιες.

Ιανουαρίου 17, 2007

Το Νέο Σύμπαν

Κάποτε, όταν ακόμα πίστευα ότι η γη είναι επίπεδη, σκεπτόμουν τι παράξενο πράγμα είναι το πλήρες ερμηνευτικό λεξικό (π.χ. το Webster’s). Σκεφτείτε: είναι ένα βιβλίο που περιέχει τον εαυτό του. Κάθε λέξη που βρίσκεται μέσα του και χρησιμοποιείται για να εξηγήσει άλλες λέξεις, υπάρχει και σαν λήμμα όπου εξηγείται η δική της σημασία – με τη χρήση άλλων λέξεων, που υπάρχουν επίσης σαν λήμματα, κοκ. Είναι η πεμπτουσία της αυτάρκειας, ένα κλειστό σύνολο πολιτισμού. Δεν χρειάζεται να διαβάσεις άλλο βιβλίο για να γνωρίσεις (σύντομα κι επιγραμματικά) τα πάντα. Για έναν ιστορικό του μέλλοντος που ήθελε να μάθει για τον πολιτισμό μας, θ' αποτελούσε το απόλυτο εύρημα.

Ένας κόσμος, ένα βιβλίο λοιπόν. Ιδίως ένα ερμηνευτικό λεξικό της αγγλικής, της πιο διεθνούς γλώσσας τους αιώνες που αναπτύχθηκε η γνώση, με τις περισσότερες προσμίξεις, δάνεια και επαφές με άλλους πολιτισμούς. Σχεδόν ο κόσμος ολόκληρος. Αλλά ...επίπεδος.

Ξεκίνησα με τη φράση «Κάποτε, σκεφτόμουν...» Γιατί σήμερα διάβαζα τη Wikipedia. Έβλεπα ένα άρθρο για τα χριστιανικά τελετουργικά αυτοτιμωρίας, πήγα στους Μυστικούς της θρησκείας και ξαφνικά βρέθηκα με ανοιγμένα τόσα παράθυρα που σίγουρα δεν θα προλάβω να διαβάσω: από μια ουσία που παίρνει κάποια σέκτα Μυστικών, μέχρι τον εθνικιστικό μυστικισμό και τη θρησκευτική έκσταση. Και πόσα παράθυρα θα ανοίξω από καθένα από αυτά τα θέματα;

Ένας κόσμος ένα βιβλίο το λεξικό; Με το ίντερνετ, όλος ο κόσμος έγινε πλέον ένα βιβλίο. (Όνειρο του Mallarmé που δεν το πρόλαβε). Και ανακαλύψαμε το νόμο της βαρύτητας, την κίνηση των πλανητών. Κάποιοι, πριν ελάχιστα χρόνια, έλεγαν σε περιοδικά και διαλέξεις: και όμως γυρίζει... Μερικοί χρειάζεται να το λένε και σήμερα σε πεισματάρικα, ανενημέρωτα ακροατήρια.

Επίσης, ένα λεξικό, καθώς πιάνει δεδομένο χώρο, τείνει να είναι κι εσωστρεφές. Περιέχει τον εαυτό του. Δεν θα μπορούσαμε να το πούμε αυτό για το ίντερνετ. Εξωστρεφές, αδηφάγο, είναι ένα σύμπαν που εξαπλώνεται συνεχώς. Τείνει να περιέχει τα πάντα – μια Μαύρη Τρύπα πληροφοριών, η εντροπία του κόσμου μας μέσα από ήχους, κείμενα κι εικόνες, απαλλαγμένα από τη Βαβέλ των αισθήσεων: όλα μεταφρασμένα σε 0 και 1. Η θαυμαστή λειτουργία του υπερκειμένου (hypertext): Δυνητικά, κάθε λέξη μπορεί να είναι link στην ερμηνεία της , στην ιστορία της, στο νόημά της, στις έννοιες που είναι δεμένη, στις θεωρίες, στις συγκρούσεις μελετητών που την αφορούν, σε ό,τι κουβαλά πάνω της. Και μιλάμε για ένα είδος site – σαν τη Wikipedia – που είναι σταγόνα στον ωκεανό του ίντερνετ. Κλάσμα σταγόνας. Οι πλοηγοί μας, το Google και το Yahoo! μας δείχνουν το χάρτη αλλά ποτέ δεν βλέπουμε τον ορίζοντα (βλέπετε 20 από 254.000 αποτελέσματα, χρόνος αναζήτησης 1,7 δευτερόλεπτα).

Κοιτάζω το κυβικό λεξικό και σκέφτομαι το δέος που μου γεννούσαν οι σκέψεις περί αυτάρκειας (ακόμα το νιώθω). Το ίντερνετ είναι τόσο μεγάλο, που δεν μπορώ ακόμα να το συνειδητοποιήσω. Σαν μια μεγάλη έκπληξη που μας αφήνει άφωνους, το αντιμετωπίζουμε παραζαλισμένα.

Αλλά δεν έχουμε και άδικο: είναι τόσο νέο κι αφηρημένο! Πού είναι αλήθεια ο κυβερνοχώρος; Τι ώρα είναι αυτή τη στιγμή στον κυβερνοχρόνο; Βλέπουμε το χάρτη σε δευτερόλεπτα με τις μηχανές αναζήτησης, αλλά ποτέ δεν βλέπουμε τον ορίζοντά του. Γι’ αυτό, κάποιοι τον φαντάστηκαν. Ζωγράφισαν έναν ψεύτικο ορίζοντα στον τοίχο, λες και το ίντερνετ είναι το γιγάντιο στούντιο του Τρούμαν Σόου. Κοιτάξτε εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ ή εδώ.

Πρόκειται, βέβαια, για ζωγραφιές. Το ίντερνετ δεν είναι ένα γιγάντιο στούντιο, δεν είναι fake αλλά ένα Σύμπαν γνώσης και πληροφορίας που εξαπλώνεται συνεχώς. Ίσως, με κάποιο εξωγενή παράγοντα (τρίτο παγκόσμιο, μετεωρίτη) να αρχίσει να συρρικνώνεται. Μέχρι να γίνει πλέον μια κουκίδα, κάποια bytes σ’ έναν υπολογιστή σε μια σπηλιά - που πιθανόν να περιέχει το Webster’s.

Κι επειδή μ’ αρέσει η ιδέα των παράλληλων συμπάντων, υπάρχει και το www2, ενώ από εκείνα τα τελευταία bytes της σπηλιάς μπορεί να ξαναξεκινήσει όλο το νετ. Γιατί, υπάρχει καμιά βεβαιότητα ότι αυτό είναι το πρώτο ίντερνετ που δημιουργήθηκε, ή το πρώτο Σύμπαν που κατοικήθηκε; Στο Μεγάλο Χρόνο, εάν έχουν υπάρξει διαδοχικά Μπιγκ Μπανγκ και Μπιγκ Κρας, όλα είναι πιθανά.

Μου φαίνεται φυσικό που καταλήγω εδώ. Ρέπουμε στη μεταφυσική και στο παραμύθι, σαν μικρά παιδιά, όταν ασχολούμαστε με κάτι που μας ξεπερνάει.

Ιανουαρίου 14, 2007

Τραγωδία εστί μίμηση πράξεως

...αλλά όχι οποιασδήποτε: πρέπει να είναι σπουδαία, τέλεια κι έχουσα μέγεθος. Ας φανταστούμε λοιπόν μια τραγωδία σε κοσμικά μεγέθη. Ήρωες είναι ο θεός και ο άνθρωπος, χρόνος η ιστορία και χώρος ο κόσμος. Μέσα από την πλοκή και τους διαλόγους θα διαπραγματεύεται μια βασική αντίφαση: ενώ ο θεός επιτάσσει στους πιστούς να βοηθούν τους συνανθρώπους τους, ο ίδιος, με τις πράξεις του, αφήνει να πονάνε αθώοι. Είναι μια αντίφαση που δεν τίθεται στη βάση της πίστης (ο ερωτών μπορεί κάλλιστα να παραμένει πιστός), αλλά της λογικής.

Οι περισσότεροι κάποια στιγμή αναρωτήθηκαν για τη θεία δικαιοσύνη. Για όσους δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη του θεού, ο πόνος δικαιολογείται είτε σαν δοκιμασία της πίστης, είτε σαν τιμωρία. Για κάποιους βέβαια η ενοχή είναι αδύνατη - κλασικό παράδειγμα ένα μικρό παιδί. Δεν θα μπω σε μελοδραματικές περιγραφές (μια σωστή τραγωδία δεν αποβλέπει στο εύκολο δάκρυ) αλλά γίνομαι κατανοητός. Το θέμα είναι: θα αφήναμε, εάν ακολουθούσαμε τις θείες επιταγές, κάποιον αθώο να πονάει; Δεν θα μας τιμωρούσε ο θεός εάν αγνοούσαμε τις επιταγές του; Θεός και άνθρωπος κατ’ εικόνα και ομοίωση – αλλά από την ανάποδη. Το είδωλο κοιτάζει ερευνητικά το πρωτότυπο. Για τον Άνθρωπο, δεν υπάρχει πιο τραγικό πεδίο σύγκρουσης με τον Δημιουργό του από τη λογική.

Δεν χρειάζεται να γράψουμε τέτοια τραγωδία - έχει ήδη γραφεί. Ήρωας είναι το πιο απόλυτο θύμα της μυθολογίας, η Ιώ. (Στην τραγωδία, όπως στη μυθολογία οι ρόλοι είναι απόλυτοι: ο Ισχυρός, το Θύμα, ο Βοηθός, κτλ.). Μοναδικό φταίξιμο της Ιούς ήταν πως την ερωτεύτηκε ο Δίας. Η Ήρα το πήρε είδηση και τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Ο Δίας την ήθελε ακόμα κι έτσι, και μεταμορφώθηκε σε ταύρο. Τότε η Ήρα της έστειλε μια βοϊδόμυγα που την κυνηγούσε μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Το όνομά της έφτασε να σημαίνει ‘αλίμονο’ στα αρχαία, συνώνυμο του ‘ιού’ και ‘ωιμέ’. Τι θα παθαίναμε εμείς εάν κάναμε κάτι παρόμοιο; Οι απόγονοι της Ιούς στις Ικέτιδες του Αισχύλου αναρωτιούνται:

Τι όταν πουλί σπαράξει άλλο πουλί, πώς θα ‘ναι αμόλευτο;

Θα ήταν βαθιά ασέβεια να κρίνουν ως άδικες τις πράξεις του Δία (είπαμε ότι η αμφισβήτηση δεν αγγίζει την πίστη). Ο χορός αναφέρεται σε κάτι που ίσως κάνει ένας θνητός, κρίνοντάς τον με τις επιταγές του Δία.

Πώς μπορεί ένας άνδρας αγνός να λέγεται όταν με τη βία γυναίκα αρπάξει αθέλητά της δίχως να στέργει κι ο γονιός;

Όλοι ξέρουν πως θα τιμωρηθεί:

Μέσα στον Άδη μήτε νεκρός την τιμωρία για τέτοια που' καμεν έργα θα ξεφύγει, διότι άλλος Δίας εκεί στους πεθαμένους τα κρίματα όλα σε στερνή δικάζει κρίση.

Ο Αισχύλος αφήνει εδώ ένα αμείλικτο υπονοούμενο μέσω του χορού: Γιατρέ, θεράπευσε πρώτα τον εαυτό σου! Σφάζει τον Δία με το βαμβάκι. Ποιός θα το περίμενε, τέτοια επιχειρηματολογία από τον πιο θεοσεβούμενο των ποιητών! Να σημειώσουμε ότι ο ‘άλλος Δίας’ είναι πάλι ο ίδιος ο Δίας (ο Πλούτωνας ήταν μια άλλη μορφή του).

Μια άλλη εκδοχή της τραγωδίας υπάρχει στην ιουδαϊκή θρησκεία. Το απόλυτο θύμα εδώ είναι ο Ιώβ (που το όνομά του μαρτυρά μια συγκινητική ετυμολογική σχέση με την Ιώ). Ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης κυριολεκτικά παίζει μαζί του για να τον δοκιμάσει. Μάλιστα, μεταξύ άλλων, σκοτώνει με αρρώστιες τα παιδιά του - και κάποιοι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι κέρδισαν γιατί θα πάνε στον παράδεισο.

Δεν βρέθηκε κάποιος Μελωδός να γράψει έναν ύμνο για τον Ιώβ σαν τον Αισχύλο: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος χριστιανός να λέγεται όταν βασανίζει αθώους; Δεν ξέρω πως θα συμβιβαζόταν αυτή η ιστορία με το κήρυγμα της απόλυτης αγάπης, πάντως ο Χριστός δεν αναφέρθηκε ποτέ στον Ιώβ.

Πίσω στην αρχαία Ελλάδα, η αντίφαση του ‘άδικου θεού’ που άλλα πρεσβεύει στους πιστούς και άλλα πράττει, ως ένα βαθμό ξεπεράστηκε. Σύμφωνα με ένα δεύτερο μύθο η Ιώ τελικά απελευθερώθηκε. Ο Δίας δέχτηκε ότι είχε κάνει λάθος.

Ποιός ήταν τότε που τη δύστυχη, την οιστρομανιασμένη γιάτρεψε και πολυπλάνητην Ιώ;
Αυτός που μέσα στους ατέλειωτους αιώνες βασιλεύει, ο Δίας.


Όταν δεν μπορείς να αλλάξεις την πραγματικότητα, δημιουργείς μια νέα ελπίδα αλλάζοντας το θεό σου. Αν ήμουν αρχαίος και είχα μια μεγάλη ανάγκη, θα ήλπιζα ότι αύριο ο Δίας μπορεί να ξανασκεφτεί κι εμένα.

Ο Gilbert Murray σημειώνει ότι ο Δίας έμεινε στην ιστορία ως ο μόνος από τους κυρίαρχους του κόσμου που διατηρούσε την «ανάμνηση του πόνου» από τότε που μάχονταν για την κυριαρχία του. Είναι ένας θεός που αναγνωρίζει ότι έκανε λάθος.

* * *

«Τραγωδία εστί μίμηση πράξεως» – αυτό είναι κυριολεξία μεταξύ θεών κι ανθρώπων. Οι θεοί ‘δοκιμάζουν’ και ‘τιμωρούν’ τους πιστούς. Διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τον ανθρώπινο πόνο. Κι εμείς, στην αδιάφορη καθημερινότητά μας, μάλλον τέτοιους θεούς μιμούμαστε. Ίσως μάλιστα γι’ αυτό τους δημιουργήσαμε έτσι και γι’ αυτό τους δικαιολογούμε.

Ο πόνος συνεχίζει να υπάρχει ανεξάρτητα από τις ιδιότητες που αποδίδουμε στο θείο. Έτσι, ένας θεός που αναγνωρίζει ότι έκανε λάθος και το διορθώνει, δεν θα ανήκε σε έναν κόσμο πιο τέλειο από το δικό μας. Θα ανήκε όμως σε έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Έναν κόσμο λιγότερο απόλυτο, πιο λογικό (ναι, η λογική είναι πολύ ανθρώπινη). Και αν έκανα κάποια μακρινή ευχή, ίσως ηθικοπλαστική, θα αφορούσε μια «μίμηση πράξεως» ενός τέτοιου θεού, που αναγνωρίζει τα λάθη του. Έτσι θα ελαττώναμε την τραγικότητα της καθημερινής μας περιπέτειας. Θα ήταν μια πιο επιθυμητή κατ’ εικόνα και ομοίωση.

Και έτσι, θα περνούσαμε την κάθαρση της κοσμικής τραγωδίας, ίσως πιο τρωτοί, αλλά ανανεωμένοι και μαζί. Ο θεός μας κι εμείς, επιτέλους, δίπλα-δίπλα.

Ιανουαρίου 13, 2007

Ένα ποίημα με λουλούδια

Σήμερα ονειρεύτηκα ένα ποίημα. Ξεκίνησε με μια γλυκιά ασιάτισσα που στοίβαζε μικροσκοπικά πέταλα λουλουδιών στο δάχτυλό της φτιάχνοντας μια κυρτή σταγόνα, ένα όρθιο λευκό λυχνάρι με στίγματα από ύπερους. Αυτό το εύθραυστο οικοδόμημα ήταν η αιτία για το ποίημά της, το ‘χούι’ που το γεννούσε. Το ξαναέφτιαξε δυο-τρεις φορές, γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούσε να μιλήσει. Η φωνή της, αργή και τραγουδιστή.

Δεν θυμάμαι λέξη από το ποίημα, εκτός του ότι ήταν απίστευτα λυρικό. Και δεν ήταν ένα ποίημα για μένα – δεν ήταν καν δική μου κοπέλα στο όνειρο, τραγουδούσε για κάποιον άλλο. Εγώ ήμουν μαγεμένος θεατής της – ή καλύτερα, της τέχνης της. Μέσα στον ύπνο επαναλάμβανα κάποιους στίχους, ελπίζοντας να τους θυμάμαι όταν ξυπνήσω. Αποτύπωνα το συναίσθημα που μου γεννούσε με κάποιες λέξεις-κλειδιά. Μάταια.

Το τωρινό συναίσθημα είναι μακρινή ηχώ ενός κρότου που σιώπησε. Σαν την εικόνα του ονείρου, που προσπάθησα να φτιάξω.

Ιανουαρίου 12, 2007

MEGA κι έξω, ακόμα στο ALPHA είμαστε, Αντ’ ένα και με το ζόρι

Η επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία με συγκλόνισε. Την έμαθα μάλιστα μεσημέρι, όταν οι μεγάλες ειδήσεις είχαν ειπωθεί και έτρεχαν πλέον οι παρα-ειδήσεις, οι περιφερειακές δηλώσεις. Κι εκεί που περίμενα ν’ ακούσω τα βασικά, άκουγα ό,τι πιο τετριμμένο μπορεί κάποιος να φανταστεί. Μετά από μισή ώρα ραδιόφωνο (δικτυακή ΕΡΑ) κατάλαβα κάτι σαν: Βόμβα χτύπησε την αμερικάνικη πρεσβεία που χτυπήθηκε από βόμβα τα ξημερώματα από βομβιστές.

Αν η επίθεση με συγκλόνισε, η συζήτηση γι αυτήν με αηδίασε. Μια είδηση παγκόσμιας εμβέλειας καταλήγει αντικείμενο διαμάχης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Πεδίο δόξης λαμπρό για κάθε κομματάρχη, λες και το CNN θα μεταδώσει τις δηλώσεις του – στο κάτω-κάτω, έρχονται από τον πυρήνα της κρίσης! Δείχνουν τη σοβαρότητα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση (η νυν και η δυνάμει) το θέμα.

Δημοσιογράφοι; Ο Πρετεντέρης (εξ απορρήτων του πρώην πρωθυπουργού) να βρίζει την ανεξάρτητη αρχή προσωπικών δεδομένων, επειδή – άκουσον-άκουσον! - χρειάζεται η άδειά της για να χρησιμοποιηθούν τα πλάνα από τις κάμερες στους δρόμους, για άλλη χρήση εκτός της ρύθμισης της κυκλοφορίας. Θα δοθούν τα πλάνα, αυτό είναι λογικό – αλλά η ασυδοσία που υπάρχει εν δυνάμει στη χρήση αυτών των καμερών, επιβάλλει τέτοιες δικλείδες. Αντί να πανηγυρίζουμε που χρειάζεται η άδεια και να περιφρουρούμε την αναγκαιότητά τους (τώρα, εδώ που χρειάζεται!) αυτός τις λοιδορεί. «Λες κι είχαν σκασμό οι αμερικάνοι να βλέπουν αν είναι ο Αλαβάνος επικεφαλής μιας διαδήλωσης.» Θαυμάστε επιχείρημα από δημόσιο βήμα στην ελληνική τηλεόραση. Θαυμάστε άποψη.

Και φυσικά, ΔΕΝ πιστεύω ότι ζω σε τόσο δημοκρατικό πολίτευμα. Όταν κλέβει ο κάθε πολεοδόμος και ο κάθε εφοριακός, όταν γίνονται υποκλοπές στον ίδιο τον πρωθυπουργό, όταν ο καθείς ξέρει πως δεν λειτουργούν οι νόμοι, οι δημόσιες κάμερες θα έχουν και κρυφές χρήσεις (έστω και για απλό μπανιστήρι, που έχει αποδειχτεί αγαπημένο σπορ των απανταχού χειριστών).

Αλλά όχι. Το μαχαίρι της εξαθλίωσης πρέπει να φτάσει στο κόκαλο (το μόνο μαχαίρι που φτάνει στο κόκαλο σ' αυτή τη χώρα). «Λες κι είχαν σκασμό οι αμερικάνοι να βλέπουν αν είναι ο Αλαβάνος επικεφαλής μιας διαδήλωσης.»

Και δεν μιλώ για τον Αλαβάνο (σιγά τον πολιτικό).

Η μόνη σχετική με το αντικείμενο, διεθνολόγος Μ. Μπόση χάθηκε από το πλάνο (χωρίς να πει κουβέντα!), γιατί έπρεπε πρώτα να μαλώσουν οι δύο πολιτικοί, Μαγκίνας και Αποστολάκη. Ο Παπαχελάς δύο κουβέντες είπε – ο Τσίμας μια.

Άλλαξα κανάλι και έπεσε στη Ζαχαρέα που με ύφος ειδικού ρωτούσε ένα ταξίαρχο αν η φωτογραφία δείχνει τη ρουκέτα ZXGKV 28 ή 29 – και ο καημένος ο καραβανάς να μην ξέρει. Και αν ήταν η ZXGKV 30 και μισό; Θα την αφήναμε;

Η βόμβα στην αμερικανική πρεσβεία είναι πρόβλημα δύο κομμάτων στην Ελλάδα και την ευθύνη ανέλαβε με τηλεοπτική προκήρυξη η Επαναστατική Οργάνωση AGB. Η βόμβα αγγίζει βαθύτερα γεωπολιτικά ζητήματα, όπως τη μετάθεση ‘συγκεκριμένου αστυνομικού’ στο τμήμα Ακροπόλεως, το αν το ΠΑΣΟΚ έκανε πιο πολλά ρουσφέτια από τη ΝΔ και αν κάτι που είπε κάποιος κάποτε έπρεπε να το πει με αυτόν τον τρόπο ή να παραδοθεί στη χλεύη του λαού.

Ας ενημερωθεί η διεθνής κοινή γνώμη. Αυτοί ακόμα ψάχνουν στα ρηχά.



Τελειώνω με στιγμιότυπα από τον επίσημο χορό προς τιμήν των ελλήνων δημοσιογράφων.

Ιανουαρίου 03, 2007

Η Παράνομη Ιστορία του Φεγγαριού


Το φεγγάρι περνά πλατύ πάνω από τη γη, περπατάει πάνω της σαν κίτρινος δίσκος. Ποιός θα το πιάσει; Τι έχει να μάθει; Δεν είναι το φως του, είναι το ίδιο το φεγγάρι. Τι σουβενίρ! Τι απόκτημα!

Πέντε-έξι ρεματιές έναν κύκλο φέρνει το φεγγάρι. Και πάλι από την αρχή. Σταματά όμως κυρίως, και περπατάει, πάνω από μια. Στα Ποντικομέρη. Έτσι λένε τον σκουπιδότοπο.

Εκεί, αντί για σκιές θάμνων ανασηκώνονται μουσούδες και μυρίζουν το δίσκο που περνά ξυστά από πάνω. Μεγάλος όσο μια ανοιχτή αγκαλιά.

Γιατί όμως το φεγγάρι σταματά σ’ εκείνο το μέρος; Ποιά είναι η παράνομη ιστορία του; Ή ποιά είναι η ιστορία που θα σε έκανε παράνομο – με φωτεινά κριτήρια της ημέρας – εάν τη μάθαινες;

Πέντε παιδιά το ακολουθούν σχεδόν κάθε νύχτα. Βγαλμένοι λες από κόμικς, τρέχουν γκαζώνοντας πίσω του κυνηγώντας το άπιαστο, το απόλυτο απόκτημα. Καμιά φορά μιλούν γι’ αυτό λες και θα το βάλουν στη σκάρα της μοτοσικλέτας, σαν κεφάλι τυρί, να πάνε να το καννιβαλίσουν σπίτι με την ησυχία τους.

Λίγο πιο πέρα, φαντάροι από κοντινό στρατόπεδο συμμετέχουν άθελά τους στο ίδιο κυνήγι. Κι ο διοικητής του στρατοπέδου έχει βάλει στο μάτι το απόλυτο απόκτημα. Οι φαντάροι, κρατώντας ο καθένας τη μια άκρη από λεπτές πριονωτές χορδές, κόβουν σκυφτοί ό,τι προεξέχει σε ύψος λίγων εκατοστών. Αποψιλώνουν το τοπίο – έτοιμο για πόλεμο. Δεν υπάρχει μέρος για το φεγγάρι να κρυφτεί. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ένα διοικητή να πιάσει οτιδήποτε.

Διατάζει ν' απογυμνωθεί η πλαγιά μπροστά από ένα νεοκλασικό – εκεί θέλει να στήσει την παγίδα του. Λάθος του. Τελευταίο για καθαρισμό αφήνει το ίδιο το νεοκλασικό, που είναι μουχλιασμένο και γεμάτο ποντίκια. Σε λίγο θα σηκώσουν κι αυτά τη μουσούδα τους. Οι φαντάροι του ήταν χαρούμενοι που δεν θα κάνουν κι αυτή τη δουλειά. Αυτός, όμως, έχασε το φεγγάρι.

Όλοι κινητοποιήθηκαν μόλις εμφανίστηκε. Τα παιδιά των κόμικς ανέβηκαν στα μηχανάκια τρέχοντας στην πρώτη ρεματιά. Ο διοικητής έστησε τους στρατιώτες σε θέσεις επίθεσης. Δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Ο ήχος από έναν παράλληλο κόσμο ακούστηκε. Κάτι κινήθηκε εκεί και όλοι χάθηκαν. Το φεγγάρι φάνηκε μετά από λίγο πάνω από τα Ποντικομέρη. Τα παιδιά εμφανίστηκαν και έστησαν καρτέρι στις άκρες του. Το φεγγάρι τα πλησίαζε αγέρωχο και φωτεινό. Ο ήχος ξανακούστηκε, η ίδια κίνηση και μετά από λίγο τα παιδιά βρέθηκαν να τρέχουν με τα μηχανάκια τους στην επόμενη ρεματιά. Μα πως ήταν δυνατόν να ξεφύγει και εκεί; Ο διοικητής έδινε οδηγίες, επόμενη στροφή και ήταν δικό του.

Τα παιδιά των κόμικς γυρνούσανε πλέον γύρω-γύρω, στα ίδια μέρη. Καινούρια σχέδια, καινούρια ελπίδα να καταφέρουν το ακατόρθωτο, να γευτούν το άπιαστο, ραντεβού σε άλλη ρεματιά, το φεγγάρι θα είναι εκεί. Λίγες βόλτες ακόμα να τα καταφέρουν!

Ο ήχος ξανακούστηκε στον παράλληλο κόσμο. Δεν υπήρχε περιθώριο για άλλη αναβολή. Σίγησε τελεσίδικα με μια κίνηση του χεριού και ένα πορτατίφ άναψε σ’ ένα κομοδίνο. Εφτάμιση η ώρα. Το κυνηγητό, σαν ισχυρή αίσθηση ακόμα, θα μπορούσε να συνεχιστεί. Δεν υπάρχει όμως τρόπος να γνωρίζω την έκβασή του. Και η παράνομη ιστορία του φεγγαριού, μπορεί να έχει ήδη αποκαλυφθεί εκεί.


Κατοπινή προσθήκη εικόνας: Σαλβαντόρ Νταλί,
"Όνειρο που οφείλεται στο πέταγμα μέλισσας γύρω από ένα ρόδι, ένα δευτερόλεπτο πριν το ξύπνημα". Ο ζωγράφος των ονείρων ταιριάζει περισσότερο στο κείμενο – αν και δεν είναι από τους αγαπημένους μου.