Ιουνίου 21, 2006

Μακάρι να συνδεόταν με υπολογιστή κι εκτυπωτή. Κάποτε, στη γωνία Hämeenkatu και Itsenäysyydenkatu, στο κέντρο του Τάμπερε, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Φινλανδίας όπου έζησα δέκα χρόνια, είδα ένα γέρο ανατολίτη. Σαρίκι στο κεφάλι, γιλέκο από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, άσπρη βράκα χιλιοπλυμένη και ποτέ σιδερωμένη, χοντρά μαύρα σανδάλια σαν του Αλαντίν: γυριστά στις μύτες. Περπατούσε στην κεντρική γωνία με τα χέρια δεμένα πίσω από τη μέση, κοιτάζοντας γύρω με το πιο απλανές βλέμμα. Ο ορισμός του Χαμένου. Πίσω του, η αυθάδεια της νεότητας και του γλεντιού. Καλοκαίρι και γυμνοί από τη μέση και πάνω εικοσάρηδες έπιναν μπύρες φωνάζοντας και τραγουδώντας. Αυτός μπροστά τους, σαν παιχνίδι του χρόνου και του χώρου.

Ο φίλος μου ο Takuya (μίλησα γι’ αυτόν κάποια post πριν) δούλευε εθελοντής στο κέντρο υποδοχής προσφύγων. Μου είπε για κάποιον (άλλο) πρόσφυγα από την Ανατολή, που μόλις είχε φτάσει στο κέντρο μέσω ΟΗΕ. Του είχαν πει ότι βρίσκεται στη Φινλανδία και στεκόταν μπροστά στον παγκόσμιο χάρτη για να καταλάβει που βρίσκεται. Εκεί τον πέτυχε ο φίλος μου. Είχε το δάχτυλο στην Ουκρανία. «Όχι», του λέει, «εδώ είσαι» - και του μετακινεί το δάχτυλο στη Φινλανδία. «Α», απαντά εκείνος, «δηλαδή η Γερμανία είναι κοντά!» Εκεί βρισκόταν το άλλο του δάχτυλο.

Για κάποιο λόγο (περισσότεροι συγγενείς και φίλοι; προσφυγικό στάνταρ;) η Γερμανία είναι το όνειρο των περισσότερων προσφύγων. Εφόσον έφτασε ‘κοντά’, το κοινό όνειρο κάθε πρόσφυγα ήταν πιο πραγματικό.

Σκεφτείτε το μέγεθος του ξεριζώματος... Να κοιτάς στον παγκόσμιο χάρτη και να αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι. Δεν το χωράει ο καθημερινός ανθρώπινος νους.

Άκουγα, πριν λίγο, το τραγούδι του Μικρούτσικου ‘Ερωτικό’. Και σκέφτηκα, ότι η αρχή του θα ταίριαζε στους πρόσφυγες στα βόρεια κράτη (αυτά δέχονται τους περισσότερους πρόσφυγες, θεσμικά). Από τα στενά της Βαγδάτης και της Ισλαμαμπάντ στα γκέτο του Βερολίνου και της Στοκχόλμης, λαοί των Κρεμαστών Κήπων της Βαβυλώνας που πάντα ονειρεύονται, στη γη των Βησιγότθων. Και πόσα χαμένα δυναμικά! Άνθρωποι χαμένοι κοινωνικά (οι εκεί πλειοψηφίες τους έχουν αποκλεισμένους), αυτιστικά (εξεγείρονται, χτυπώντας κυρίως τον εαυτό τους και τους ομοίους τους) και θεσμικά: η ανθρωπιστική πολιτική σταματάει στους νόμους υποδοχής. Από εκεί και πέρα, ο απόλυτος – και αποτυχημένος – αυτοσχεδιασμός.


Με μια πιρόγα
φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις...

Η ‘αλμύρα στο γυμνό κορμί του’ δεν είναι από ιδρώτα; Δουλειάς ή αυνανισμού – μια και, αποκλεισμένος κάπου πρέπει να ξεδώσει; Οι Δελφοί, ο ομφαλός του κόσμου – για τον καθένα αυτό είναι η πατρίδα του. ‘Σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό’. Και... ‘πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι;’ Πώς, πραγματικά, όταν το σεντόνι είναι ποτισμένο με ιδρώτα; ‘Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά;’ Όλοι γείτονες είμαστε.


...Αγάπη, που σε λέγαν Αντιγόνη.

Και έχουν απέναντι τους πιο επιλεκτικούς γραφειοκράτες:

...κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται, βρίζοντας, ξένοι φαντάροι...

Το ξέρω ότι ‘γράφω κείμενα διαβάζοντας’. Ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των προσφύγων που αναφέρομαι και του τραγουδιού που παραθέτω. Αυτό είναι το post. Ένα τραγούδι που το έγραψα ακούγοντας. Μια εικόνα που ζωγράφισα βλέποντας. Όπως είπα στην αρχή: μακάρι να είχαν τα μάτια τσιπάκια μνήμης... Θα γινόμουν πιο κατανοητός.


11 σχόλια:

Artanis είπε...

Α, ρε, τι κάνουν οι καϊπιρίνιες.....

cyrusgeo είπε...

Έγινες απολύτως κατανοητός -- μην ανησυχείς...

...και χωρίς τσιπάκια μνήμης...

aphrodite είπε...

Γιάννη...

Τα σπουργίτια "σου" Γιάννη...
Με την τελευταία πατάτα...

Δε βλέπω το πληκρτολόγιο γμτ!

(σ'ευχαριστώ, κι αςμην ήτανε για μενα!)

synas είπε...

ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην καμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Αντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν
όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου 'λέγ' ακόμα ότ' είδ' αυτός, μια νύχτα που 'χε πιει,
πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
- Σαν πάμε στο Άντεν, μου 'λεγε, και συ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό,
πέρα στην Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ,
και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη.

Composition Doll είπε...

Ω, ναι, μια χαρά καταλάβαμε!

Yannis H είπε...

Artanis :))) Ελπίζω να φανεί χρήσιμη η συνταγή (είναι το αγαπημένο μου καλοκαιρινό ποτό). Πες μου κι εσύ Cyrusgeo εντυπώσεις.

Aphrodite, thanks

Synas, μεγάλο θέμα αυτά τα τραγούδια… Είναι η ευαίσθητη πλευρά αυτών που ζούσαν δίπλα σε μαύρους, τους αγαπούσαν, αλλά πάντα υπάρχει η υπόνοια ότι δεν τους έβλεπαν σαν ίσους. Ο καλόκαρδος γίγαντας (σαν το Πράσινο Μίλι), το Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών… Ο Καββαδίας, εδώ, νομίζω πως ακροβατεί μεταξύ ευαισθησίας και βλέμματος αφ’ υψηλού.

CD… bonjour!

synas είπε...

Όπως τα καθρεφτάκια στους Ινδιάνους,ε;

Yannis H είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Yannis H είπε...

Synas, πιο πολύ προς το pet μου πάει. Οι καθρέφτες στους Ινδιάνους είχαν σκοπό να τους θαμπώσουν, να τους υποτάξουν. Το ‘εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών’ δεν φαίνεται να θέλει να υποτάξει τον Γουίλι. Ότι τον αγαπούσε ο Καββαδίας, ήταν δεδομένο – αλλά τον αγαπούσε σαν ίσο, ή σαν κάτι το εξωτικό, σαν pet, σαν τον Άνθρωπο που Γελάει, σαν ένα από τα θαύματα του θεού που είναι θεάματα, αξιοπερίεργα και μπαχάρι για τον ‘Άνθρωπο’; Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το ερώτημα...

synas είπε...

Να σου θέσω εγώ ένα αντίστοιχο ερώτημα, πιο καθημερινό & όσο κι αν σου φανεί άστοχο, δυστυχώς ισχύει σε πάρα πολλές περιπτώσεις ακόμη (αντιγράφω τα λόγια σου, λίγο παραλλαγμένα):
Σχόλιο 1
Yannis H, μεγάλο θέμα αυτά τα τραγούδια… Είναι η ευαίσθητη πλευρά αυτών που ζουν δίπλα σε γυναίκες, τις αγαπούν, αλλά πάντα υπάρχει η υπόνοια ότι δεν τις βλέπουν σαν ίσες. Εκεί ο καλόκαρδος μάγκας, με το «Εγώ τα πάντα της τα χάριζα και γούνες και στολίδια…» νομίζω πως ακροβατεί μεταξύ ευαισθησίας και βλέμματος αφ’ υψηλού.
Σχόλιο 2
Πολλοί άντρες αγαπούν μια γυναίκα σαν ίση, ή την βλέπουν σαν κάτι το εξωτικό, σαν pet, σαν τον Άνθρωπο που Γελάει (ή Κλαίει ή Φωνάζει), σαν ένα από τα θαύματα του θεού που είναι θεάματα, αξιοπερίεργα και μπαχάρι για τον «Άνθρωπο»;
Ειδικά το τελευταίο;…

Yannis H είπε...

...

Υποκλίνομαι!