Μάϊος 09, 2009

Ο κος Holzstich κι οι γκαβούρες του

Τον θεωρούσα καλλιτέχνη του 19ου αιώνα με τεράστια παραγωγή. Τόσο τεράστια που παραξενεύτηκα: από χαλκογραφίες της Νάπολι μέχρι ξυλογραφίες της Σκανδιναβίας, έπεφτα συνεχώς πάνω του. Πότε προλάβαινε – και πως ταξίδεψε σε τόσα μέρη εκείνη την εποχή; Μέχρι που ανακάλυψα ότι ‘Holzstich’ στα γερμανικά σημαίνει ‘γκραβούρα’. Μ’ αυτή τη λέξη δεν τα πάω καλά γενικώς – ακόμα και μεγάλος την έλεγα ‘γκαβούρα’. Κι ήταν από τις περιπτώσεις όπου η λανθάνουσα γλώσσα είναι πιο κοντά στην αλήθεια.

Σε έναν …Holzstich του 1876 απεικονίζονται ταραχές και Οθωμανοί έξω από το Sa-tly Djami στη Θεσσαλονίκη. Έψαχνα μάταια να βρω το συγκεκριμένο τζαμί. Τελικά μάλλον η απόδοση από την αραβική γραφή έφαγε το διπλό γράμμα: λέξη Sat-ly δεν υπάρχει αλλά από μια τουρκόφωνη φίλη έμαθα ότι Saatly σημαίνει ‘ρολόι’, οπότε πρόκειται για το Τζαμί του Ρολογιού. Όσο γκαβούρα και να ήταν η εικόνα, θα φαινόταν κάποιο ρολόι αν υπήρχε.

Saatli Djami υπήρχε πάντως στη Θεσσαλονίκη. Βρισκόταν αριστερά του Διοικητηρίου (νυν Υπ. Μακεδονίας-Θράκης) και καταστράφηκε στη φωτιά του 1917. Στη φωτογραφία φαίνονται τα δύο κτίρια με το τζαμί στις φλόγες.

Το Διοικητήριο γλίτωσε (το υπερασπίστηκαν οι υπάλληλοί του) το Saalti Τζαμί όχι. Πάντως, ούτε εδώ ούτε στην επόμενη φωτογραφία (όπου διακρίνεται και το περίφημο ρολόι) μοιάζει καθόλου με την Holzstich εκδοχή του.

Πέρα από το ίδιο το κτίριο, όσα λείπουν είναι πιο αντιπροσωπευτικά. Το Διοικητήριο ήταν κτίριο-μαμούθ για την εποχή του και δέσποζε στη Θεσσαλονίκη, ενώ στην γκραβούρα απουσιάζει. Στη θέση του απεικονίζεται η θάλασσα, αν κι η περιοχή Διοικητηρίου στην πραγματικότητα απέχει 2 χιλιόμετρα από την παραλία. Το μεγάλο βουνό στο φόντο με την επίπεδη κορυφή δεν μπορεί να είναι ο Χορτιάτης, ενώ αναρωτιέται κανείς που βρέθηκαν τα υπόλοιπα βουνά (και φυσικά, που χάθηκαν σήμερα). Τέλος, η Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα είχε κάστρα σ’ όλη την παραλία – εδώ δεν διακρίνεται ίχνος τειχών. Πριν βρω την τοποθεσία του Saatli Τζαμί νόμιζα ότι απεικονίζονται τα δυτικά προάστια, από κάποια περίεργη προοπτική που δείχνει τα λατομεία πριν τον Γαλλικό ποταμό. Η λύση, ασφαλώς, είναι πιο προφανής: δεν απεικονίζεται κανένα Saatli Τζαμί και καμιά Θεσσαλονίκη. Η λεζάντα θα μπορούσε να αναφέρεται στη Σμύρνη κι αναταραχές Οθωμανών επειδή δεν τους άρεσε κάποιος Ραβίνος, σε γειτονιά του Βοσπόρου και καταδίωξη αντιφρονούντων ή μοιχών, ενώ η πιο πιθανή περίπτωση είναι το μέρος αυτό να μην υπάρχει.

Με τα μέτρα της τότε μαζικής επικοινωνίας, τέτοιες αυθαιρεσίες είναι φυσικές. Τα καλούπια (ξύλινα ή χάλκινα) για τις γκραβούρες δεν ήταν εύκολο να γίνουν, ούτε υπήρχαν καλλιτέχνες-ανταποκριτές παντού, ούτε μπορούσαν να πηγαίνουν στις σκηνές των ταραχών και να στήνουν καβαλέτα, ούτε υπήρχε περίπτωση οι Γερμανοί αναγνώστες του 19ου αιώνα να είχαν άποψη για το πώς είναι κάποιο Saatli Dhami σε κάποια Salonichi. Και φυσικά, οι εικόνες δεν δημοσιεύονταν όπως οι φωτογραφίες σήμερα, με υποτιθέμενο στόχο την ενημέρωση και ‘απόδειξη’ του γεγονότος (αν κι εδώ χωράει πολύ συζήτηση). Έμπαιναν για να εξάπτουν την φαντασία των αναγνωστών και να διανθίζουν το κείμενο. Κι όπως οι σύγχρονες εφημερίδες και σταθμοί έχουν χρονολογικό αρχείο με συγκεκριμένα γεγονότα, οι αντίστοιχοι εκδότες του 19ου αιώνα είχαν θεματικό αρχείο για τύπους γεγονότων. Εικόνα με Οθωμανούς και ταραχές, λεζάντα με το τάδε τζαμί, έτοιμο το άρθρο.

Δεν βρισκόμαστε ακόμα σ’ εποχή δημοσιογραφίας (ούτε καν της λεγόμενης jazz δημοσιογραφίας, που αποτέλεσε βασίλειο παραπληροφόρησης). Αναφερόμαστε σε λαϊκά αναγνώσματα. Πιο ποιοτικά, ακριβά κι εμφανίσιμα μεν, αλλά λαϊκά. Κι ενώ λείπουν οι στοιχειώδεις κανόνες δημοσιογραφίας, τηρούνται αυστηρά άλλοι κανόνες.

Ο καλλιτέχνης εδώ δημιούργησε μια ατμόσφαιρα ανατολίτικου τύπου, σεβάστηκε τους νόμους της δράσης και προοπτικής (κοιτάξτε πως τα χέρια των ατόμων στο δεξί μέρος κατευθύνουν το βλέμμα στο κέντρο) ενώ οι θεατές απεικονίζονται με υπερβολικές και θεατρινίστικες στάσεις μανιερισμού, που οδηγούν στους οπλισμένους στο κέντρο όπου η δράση κορυφώνεται. Ο δημιουργός είναι μάστορας των κλασικών κανόνων ζωγραφικής. Δημιούργησε ένα μαζικό, σχεδόν λαϊκό έργο για εικονογράφηση-πασπαρτού - όχι για επικαιρότητα ή ντοκουμέντο. Στο μυαλό μου ήρθε ο Propp που κατέγραψε στερεότυπα ρόλων που υπάρχουν σ’ όλους τους μύθους – εδώ έχουμε στερεότυπα εικόνων, σχεδόν λεξικογραφικά. Από την άλλη, οι διάφοροι …Holzstich θυμίζουν και τους χρονογράφους των παλιών βασιλιάδων με τα κολακευτικά ψέματα. Σκοπός τους είναι ν’ αφήσουν τον αναγνώστη με το στόμα ανοιχτό, να σχεδιάσουν (με λόγια ή καλέμι) υπερβολές με σκοπό τον εντυπωσιασμό. Δεν τίθεται θέμα αντικειμενικότητας – μόνο πειστικότητας. Έπεσα σε μια παρόμοια περίπτωση, όπου η ίδια γκραβούρα είχε τίτλο ‘Τάμπερε’ και δίπλα, ‘Άποψη της Φινλανδίας’. Εξαιρετικά μικρότερο πταίσμα – ίσως καλομάθαμε με τη σημερινή ακριβολογία και πληθώρα εικόνων.

Κι εδώ, θα τελειώσω λέγοντας ότι κι οι σημερινές δημοσιογραφικές εικόνες, όσο πιο καλλιτεχνικές είναι, τόσο απομακρύνονται από το είδος (genre) της δημοσιογραφίας. Ένα τζάμι λεωφορείου τρυπημένο από σφαίρα είναι εικόνα φωτορεπορτάζ για το τι προηγήθηκε - όταν μέσα από την τρύπα της σφαίρας διακρίνεται το φοβισμένο μάτι ενός Αφγανού, παύει να είναι ειδησεογραφική εικόνα. Ένας μαύρος διαδηλωτής απέναντι σε αστυνομικούς είναι φωτορεπορτάζ – όταν οι αστυνομικοί στέκονται ανέκφραστοι κι ο διαδηλωτής κινείται σαν τραγουδιστής της ραπ, είναι φωτογραφημένοι από χαμηλά και τους χωρίζει σε γκρο πλαν η διπλή γραμμή του δρόμου, είναι εικόνα έκθεσης. Η επικαιρότητα δεν έχει τέτοιου βάθους αισθητική – δεν ταιριάζει με την αντικειμενικότητα που ενδύεται. Λιτότητα και ευθύτητα είναι οι ποιότητες της δημοσιογραφικής εικόνας. Το μάτι του θεατή δεν πρέπει να παρεκτρέπεται. Τώρα αν αυτό είναι άλλοθι για γενικότερα ζητήματα ειδησεογραφίας… αυτό είναι άλλο θέμα. Ο Holzstich, πάντως, το είχε λυμένο.

___________________________________________________

- Η (μόνη) αναφορά σε Sat-ly Djami και τη συγκεκριμένη γκραβούρα εδώ. Η λεζάντα λέει: "Η είσοδος στο Sa-tly-Djami κατά τις πρόσφατες ταραχές. Άποψη με θέα της πόλης." (Der Eingang der Moschee Sa-tly-Djami während der jüngsten Unruhen. Ansicht mit Blick zur Stadt.)
- Η φωτογραφία της πυρκαγιάς του 1917 από εδώ (εξαιρετικό site)
- Η καρτ ποστάλ από εδώ
- Ακόμα μια φωτό του Saatli Djami εδώ

Απρίλιος 25, 2009

Συνάντηση στις ράγες


Από κάποιο ολέθριο λάθος βρεθήκατε στην ίδια γραμμή. Μέσα από το παραθυράκι βλέπεις ότι ατίθασα ήδη σε στόχευε αυτή. Με τα μεταλλικά της εξαρτήματα, τα τσιγκέλια και τις χοντρές βίδες είναι σαν αστακός, σαν δρεπανηφόρο άρμα - καμιά σχέση με τη σύγχρονη, επιτηδευμένη, μπλαζέ μηχανή σου. Κουβαλάει και μάχιμη πείρα 94 ετών.

Ένα κλικ πριν το μοιραίο σφύριγμα. Η τελευταία εικόνα της Kodak 1A Pocket Folding.

Απρίλιος 10, 2009

Interludio

Διαχωρίζω τους φωτογράφους σ’ αυτούς που επιλέγουν γωνία λήψης και σ’ αυτούς που στήνουν τη φωτογραφία τους. Ανήκω στους πρώτους. Κοιτάζω τι είναι διαθέσιμο και επιλέγω την καλύτερη γωνία. Κάποιοι άλλοι, όμως, σκηνοθετούν τα θέματά τους. Δεν κοιτάζουν τι είναι γύρω αλλά τι μπορούν να φτιάξουν από αυτά. Αυτό είναι πιο δύσκολο – κι αυτό θεωρώ πραγματική ‘φωτογραφία’. Και συχνά, μπορούν να σκηνοθετούν άνετα και πρόσωπα. Ελάχιστους έχω δει να το πετυχαίνουν. Ο πρώτος είναι ένας Γερμανός που ζει στη Θεσσαλονίκη.

Δεν θα πω τ’ όνομά του επειδή έχουμε επαγγελματική σχέση και θα ήθελα, όσο είναι δυνατόν να διατηρήσω τη δική μου ανωνυμία (αν και, μ’ ένα post με θέμα τον χορό, αυτή έχει χαθεί σε μερικούς, ευτυχώς, άσχετους κύκλους). Ο δεύτερος είναι ένας φίλος μου – που έτυχε να είναι κι ο διπλανός μου στο Λύκειο. Οι φωτογραφίες του είναι εκπληκτικές – περάστε να τις δείτε στη σελίδα του στο Flickr.

Αυτός μου θύμισε και τη δική μου σελίδα στο Flickr, που χρησιμοποιούσα για το blog με θέμα την Αλβανία. Αποφάσισα να ενεργοποιήσω κι εγώ το λογαριασμό μου σε 'Pro'.

Ενώ ανέβαζα φωτογραφίες, ένιωσα πως ίσως συνήθισα από εδώ, ίσως γενικά σέβομαι περισσότερο το κείμενο - πάντως κάποιες μου φαίνονταν γυμνές χωρίς κείμενο από κάτω.

Σαν απόηχος, μου ήρθε στο μυαλό ένα άλλο χόμπι μου, απομεινάρι από τις βόλτες μου σε βόρεια δάση, να μαζεύω κλαδιά σε παράξενα σχήματα. Μια κοπέλα μου, μου έλεγε πως όταν μου αρέσει κάτι προσπαθώ να το εντάξω χρηστικά μέσα στο σπίτι μου. Δεν το θεωρώ απλώς ένα όμορφο αντικείμενο.

Πολλές φορές περιμένω χρόνια ολόκληρα μέχρι να βρω ένα κομμάτι που ταιριάζει μ’ ένα άλλο. Συνταιριασμένο ή μόνο του, τ' όμορφο αντικείμενο αποκτά συγκεκριμένο νόημα, έχει μια (και αυτονόητη) χρήση. Θυμήθηκα όλα αυτά γιατί και το κείμενο στη φωτογραφία μοιάζει μ' ένα παρόμοιο 'εγχειρίδιο οπτικής'. Η φωτογραφία ορίζεται, δεν ‘υπάρχει για να υπάρχει’. Αποκτά, σχεδόν αυθαίρετα, κάποια χρηστική αξία.

Σέβομαι την ελευθερία στον θεατή που δίνει μια σιωπηρή εικόνα, καθώς στέκει μόνη της. Το Flickr μου το θύμισε. Και στο τέλος-τέλος, όλα αυτά να είναι σημάδια της επιθυμίας μου να ελέγχω απόλυτα ό,τι κάνω. Χαμογελάω γιατί προσπαθώ να το ελέγξω κι αυτό. Πραγματικά έχει τη χάρη της η απώλεια ελέγχου: το τυχαίο, το χαλαρό, το όσα πάνε κι όσα έρθουν. Και καθώς πήγα να βάλω σε εισαγωγικά τη φράση ‘όσα πάνε κι όσα έρθουν’, θυμήθηκα έναν άλλο παλιό φίλο, ποιητή:

Όταν θέλω να πω κάτι ινκόγκνιτο
το βάζω έξω από εισαγωγικά

χωρίς αυτούς τους ασφαλίτες της ακρίβειας

(σκέφτομαι σαν να ήμουν λέξη)

θα μπορούσα ν’ ανήκω οπουδήποτε

θα παίζω με τις δίπλα λέξεις

και θα περνάνε χαλαρά τα βλέμματα πάνω μου

Ιανουάριος 17, 2009

Γουέστερν-Φασολάδα

Από καιρό με παραξένευε το παράταιρο άρθρο στη φράση ‘οι’ αναρχικοί. Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε τ’ οριστικό άρθρο για κάτι συγκεκριμένο και γνώριμο (π.χ. ‘ο πατέρας ήρθε’). Παράλληλα, υπάρχει μια ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα που όμως μπορούμε να γνωρίσουμε (‘οι υπάλληλοι’, ‘οι ποδοσφαιριστές’) και σ’ αυτά που πρέπει να μένουν κρυφά. Οι τελευταίοι εκφράζονται αόριστα (δεν μπορούμε να πούμε ‘μπήκαν οι κλέφτες’). Κι όμως: Διαδηλώνουν ‘οι’ αναρχικοί. Έκαψαν ‘οι’ κουκουλοφόροι.

Στην αρχή το έβλεπα σαν αυθόρμητη απόδοση της φράσης γνωστοί-άγνωστοι. Μοιάζουμε να λέμε στην αστυνομία: ξέρουμε πως τους ξέρετε! Και θαύμαζα πως περνάνε κρυφά πράγματα στη γλώσσα μας ή, πόσο κρίμα είναι που δεν το αντιλαμβανόμαστε.

Αυτή η γλωσσική ιδιαιτερότητα όμως, αποκαλύπτεται πλήρως γιατί βρίσκεται μόνο στον πληθυντικό. Κάποια αντίστοιχά της: ‘Οι Αλβανοί.’ ‘Οι Μαύροι’. ‘Οι Εβραίοι’. Η ιδιότυπη αναφορά σε κάτι που είναι συγχρόνως συγκεκριμένο κι αφηρημένο, σε κάτι αόριστο αλλά και γνωστό, σε κάτι που έχει ιδιότητες αλλά όχι πρόσωπο, είναι κλασική λειτουργία του ρατσισμού.

Κάθε ομάδα ανθρώπων που διατεινόμαστε ρατσιστικά είναι γνωστοί-άγνωστοι: γνωστοί για τις ιδιότητές τους κι άγνωστοι για την ταυτότητά τους. Καλύτερα: η ομάδα τους είναι η ταυτότητά τους. Γνωρίζουμε τις ιδιότητες των Εβραίων, των Αλβανών, των Γύφτων χωρίς (να χρειάζεται) να γνωρίζουμε τα ονόματά τους.

Έχουμε λοιπόν ρατσιστικές συμπεριφορές απέναντι στους αναρχικούς; Μα υπάρχουν πολλοί - και καλοί - λόγοι γι αυτό.

Ένας αναρχικός μας βγάζει από τη βολή μας. Έχουμε συνηθίσει σε μια καθημερινή συμπεριφορά: οικογένεια, δουλειά, ειδήσεις στις 8:00, αγαπημένες σειρές, εκλογές κάθε τρεισήμισι χρόνια, σκάνδαλα κι ατιμωρησίες, φόρτωμα πιστωτικών καρτών, ρουσφέτι, φοροδιαφυγή, κτλ. Δεν είναι μόνο ο χλευασμός προς πρακτικές που ξέρουμε ότι δεν είναι σωστές αλλά συνηθίσαμε και απωθούμε. Είναι ότι όλα γύρω είναι και προσωπικό δημιούργημά μας. Ένας αναρχικός μας δείχνει σαν συνυπεύθυνο. Πως θα αποφύγουμε την επαναξιολόγηση καθημερινών πλευρών της ζωής μας;

Η κλασική λειτουργία του ρατσισμού είναι η προβολή στον Άλλο όσων (πιστεύουμε ότι) δεν είμαστε Εμείς. Εάν οι Αλβανοί είναι κλέφτες εμείς είμαστε τίμιοι, εάν οι Εβραίοι είναι συνωμότες εμείς είμαστε φερέγγυοι, εάν οι Γύφτοι είναι απολίτιστοι εμείς είμαστε εκλεπτυσμένοι. Ο Άλλος είναι πάντα το αρνητικό μας. Εάν λοιπόν οι αναρχικοί καταστρέφουν εμείς χτίζουμε, εάν είναι αντικοινωνικοί εμείς δουλεύουμε για το κοινό καλό, εάν είναι αλήτες εμείς είμαστε κύριοι, εάν είναι κλέφτες εμείς είμαστε νομιμόφρονες, κοκ. Δεν λέω ότι οι αναρχικοί δεν κάνουν τέτοιες πράξεις – αλλά κατά πόσο εμείς πράττουμε τα ακριβώς αντίθετα και μόνο αυτά; Τυπικά με τη λειτουργία του ρατσισμού, είναι σαν να έχουμε εφεύρει μια φυλή για να απωθήσουμε πάνω της ό,τι δεν αρέσει σε μας, μια φυλή όχι με τη γλωσσική ή την εθνική έννοια (μιλούν την ίδια γλώσσα μ’ εμάς) αλλά με την κοινωνική έννοια. Οποιαδήποτε προοπτική να δώσουμε βάση στα συνθήματά τους και να επαναξιολογήσουμε τον εαυτό μας έχει χαθεί απέναντι σ’ αυτούς τους Γνωστούς-Αγνώστους που (όπως όλοι οι Γνωστοί-Άγνωστοι) έχουν αποκλίνουσα συμπεριφορά κι όχι πρόσωπο - στην περίπτωσή τους, γιατί κυριολεκτικά το κρύβουν. Καθίσταται αδιανόητο ν’ αναρωτηθούμε πόσο δημιουργική είναι η εργασιακή συμπεριφορά μας, πόσο κοινωνική πράξη αποτελεί το ρουσφέτι, πόσο νόμιμη είναι η απόκρυψη εσόδων, πόσο ‘κύριοι’ είμαστε στις συναναστροφές μας.

Τελευταία, επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά η ‘ιεροσυλία’ αναρχικών που καίνε την ελληνική σημαία (ενώ είναι αναμφισβήτητο δικαίωμα εμείς να καίμε σημαίες άλλων) ή τ’ ότι μπήκαν στις τάξεις τους και αλλοδαποί. Πίσω από τις κουκούλες τίθενται πλέον κι εθνικά Άλλοι, είτε είναι δικοί μας ανθέλληνες είτε αυτούσιοι μη Έλληνες. Η υποδόρια φυλετική προσέγγιση εμπλουτίζεται.

Κάθε πλευρά του θέματος, ισχυροποιεί τον ρόλο της αστυνομίας και των ΜΑΤ. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά λέμε και βλέπουμε πως η αστυνομία υποθάλπει τους κουκουλοφόρους ή ακόμα, ότι τους υποδύονται αστυνομικοί. Τίποτα δεν είναι τόσο προς το συμφέρον της αστυνομίας και των υπερασπιστών της τάξης, όσο το αντίπαλο δέος των κουκουλοφόρων, η διατήρηση της μαύρης τρύπας που καταπίνει τις ενοχές μας και την όποια πιθανότητα για ενοχλητικές σκέψεις και αυτοέλεγχο. Χρειάστηκε ένα ισχυρότατο κοινωνικό σοκ, σαν τη δολοφονία ενός 15χρονου, για να γίνει αισθητή από αρκετά μεγαλύτερα άτομα η φύσει βαθιά αντιδημοκρατικότητα των δυνάμεων καταστολής.

Θεωρώ λοιπόν ότι οι αναρχικοί και οι κουκουλοφόροι είναι άγγελοι με το μήνυμα του κρυμμένου εαυτού μας; Θα ήμουν, φυσικά, αφελής. Τα παιδιά που καίνε και καταστρέφουν (γιατί στην πλειοψηφία τους είναι παιδιά, όχι προβοκάτορες) δεν έχουν λογική ή τέτοια αυτοσυνείδηση. Έχουν όμως αιτία. Νοιώθουν να έχουν την πλάτη στον τοίχο. Οι μαθητές είναι από τους πλέον σκληρά εργαζόμενους (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στην Ευρώπη). Διαβάζουν με τις ώρες μόνο για ν’ αποστηθίσουν ενώ είναι τελευταίοι στην Ευρώπη όσον αφορά τη δυνατότητα κρίσης – λέτε να μη νιώθουν πως παρόλη την προσπάθειά τους είναι εντελώς αντιπαραγωγικοί; Μοιάζουν να δουλεύουν ήδη στο τυπικό δημόσιο ή να προετοιμάζονται μόνο γι αυτό.

Από την άλλη, η οικογένειά τους πληρώνει ιδιωτικά δίδακτρα για τη (συγκεκριμένη) παιδεία ενώ ξέρουν ότι και να μπουν στο πανεπιστήμιο, θα είναι προθάλαμος εργασιακής θέσης 700 ευρώ. Σ’ αυτή τη ζωή, συνεχώς έξω από το σπίτι ή μ’ ένα σχολικό εγχειρίδιο στο χέρι που πρέπει ν’ αποστηθίσουν, ακούνε τους γονείς ν’ αγωνίζονται και να γκρινιάζουν. Οποιοσδήποτε από εμάς τι θα έκανε στη θέση τους; Με την πλάτη στον τοίχο κάθε ζώο αγριεύει. Ποιος από εμάς θα έκφερε επιχειρήματα ή θ’ άκουγε τις απόψεις της άλλης πλευράς; Δεν θα προτιμούσαμε να τα κάψουμε όλα από άχτι, ελπίζοντας κιόλας ότι από τα αποκαΐδια θα βγει κάτι καλύτερο; Γιατί χειρότερο, από πολλές απόψεις, αποκλείεται να βγει. Το μόνο που τα σημερινά παιδιά νιώθουν πως έχουν να χάσουν είναι η σημερινή κατάσταση - σπουδαίο επιχείρημα! Ας τους το πούμε - λέτε να σταματήσουν;

Σ’ αυτό το σύμπλεγμα πραγματικοτήτων που εμείς δημιουργήσαμε, ανεχόμαστε και πιθανώς συντηρούμε εναντιώνονται οι διαδηλωτές - έστω με τον ακραίο και βάρβαρο τρόπο τους.

Εκεί που τα πράγματα γίνονται άσχημα για όλους, νοικοκυραίους και αναρχικούς, γονείς και παιδιά, είναι πως αν και υπάρχει αιτία στην εξέγερση, δεν υπάρχει λογική και συνείδηση. Υπάρχει τυφλό άχτι και παραλογισμός.

Εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στις καταστροφές καταστημάτων. Το να επιτίθεται η εξεγερμένη μάζα στους ομοίους της είναι σύνηθες. Και στις ταραχές του Λος Άντζελες ή του Παρισιού, η μια φυλετική ομάδα επιτίθεντο στην άλλη, δεν πήγαιναν στο Κοινοβούλιο. Σε μια συζήτηση που είχα, ένας φίλος μου επισήμανε πως στην Ελλάδα οι αναρχικοί με την πρόφαση πως δεν επιτρέπεται στους αστούς να ασχολούνται αδιάφορα με την κουλτούρα, έκαναν κατάληψη στο Εθνικό Θέατρο. Το πιο φυσικό – και απείρως πιο συμβολικό – θα ήταν να έκαναν κατάληψη σ’ ένα σκυλάδικο. Εκεί βρίσκεται η κυρίαρχη κουλτούρα που ευθύνεται για την κατάσταση και τα προβλήματά τους, όχι στο Εθνικό. Ας έκαναν κατάληψη σ’ ένα γήπεδο εν μέσω ποδοσφαιρικού αγώνα – όχι να καίνε το Γαλλικό Ινστιτούτο (χάνοντας και την υποστήριξη μεγάλης μερίδας Γάλλων μαθητών που, αν είναι δυνατόν, πήγαν να προσεταιριστούν μ’ αυτήν την πράξη). Παρεμπιπτόντως, κάθε άγαλμα δεν είναι σύμβολο της τωρινής εξουσίας για να το μαυρίζουν: ο Ρήγας Φεραίος ευαγγελιζόταν την ανοιχτή κοινωνία και τις πολιτικές αξίες που κι ίδιοι απαιτούν και των οποίων η έλλειψη τους έβγαλε στους δρόμους.

Με αρκετές επιλογές τους, δείχνουν ότι η έλλειψη κρίσης που χαρακτηρίζει την παιδεία για την οποία διαμαρτύρονται, έχει περάσει για τα καλά πάνω τους. Πως δεν ξέρουν ή δεν θέλουν ν’ αποδώσουν ευθύνες. Ή το χειρότερο: πως είναι κι οι ίδιοι Ολυμπιακάρα, Παναθηναϊκάρα, ή φαν της Άντζελας Δημητρίου και δεν θα επιτίθονταν τα είδωλά τους. Σ’ αυτό μοιάζουν θλιβερά στους απέναντι – και είναι φυσικό, όλοι προέρχονται από την ίδια κοινωνία. Δεν θέλουν να δουν, όπως ακριβώς οι νοικοκυραίοι, τη δική τους καμπούρα, συμβιβασμένοι είναι μόνο οι Άλλοι. Κι έτσι, κατέληξε ο φίλος μου, μεγαλύτερη σημασία έχει τελικά η αίσθηση διαμαρτυρίας παρά η πραγματικότητα: μια διαμαρτυρία στο Εθνικό (η οποία μάλιστα κλείστηκε με τηλεφωνικό ραντεβού!) είναι θέατρο. Στο σκυλάδικο ή στο γήπεδο θα είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και φουσκωτούς με μεγαλύτερη επαγγελματική συνείδηση από τους ΜΑΤατζήδες των 700 ευρώ.

Ο Νίκος Δήμου σημείωσε πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα αναφορικά με την υποτιθέμενη απουσία των διανοούμενων στη διάρκεια των ταραχών, ενώ αυτοί ήταν ασυνήθιστα παρόντες: «Φοβάμαι πως η θεωρία για την απουσία των διανοούμενων βασίζεται στο ότι αυτοί που την διατυπώνουν, δεν τους βλέπουν. Δεν διαβάζουν εφημερίδες (όπου κατά κύριο λόγο εμφανίζονται τα άρθρα τους) ούτε παρακολουθούν τις ελάχιστες εκπομπές της τηλεόρασης (συνήθως μεταμεσονύκτιες) όπου συμμετέχουν άνθρωποι του πνεύματος. Πιθανότατα εννοούν ότι οι διανοούμενοι δεν εμφανίζονται στα δελτία ειδήσεων (αλλά τι δουλειά θα είχαν στα «παράθυρα»;). Το πρόβλημα για μένα δεν είναι η απουσία των διανοουμένων – αλλά το ότι δεν τους ακούει και δεν τους προσέχει κανείς. (Πάνε οι εποχές που ο Σαρτρ ξεσήκωνε τους εργάτες…).» Εδώ, φυσικά, ο Ν. Δήμου αναφέρεται και στις δύο πλευρές, διαδηλωτές και νομιμόφρονες. Κι εδώ θέλω ν’ αναφέρω δύο πρόσφατα προσωπικά παραδείγματα: το πρώτο σε μια έκθεση ζωγραφικής με κορυφαίους δημιουργούς, όπου ο φύλακας του κάτω ορόφου φώναζε στον φύλακα του πάνω «Έλα ρεεε! Που είναι ο τάδε;» - απάντηση: «Στο υπόγειοοοο!» Το δεύτερο σε μια παράσταση της TOSCA με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, όπου μουσικοί έφταναν 10 λεπτά αργοπορημένοι μετά την έναρξη και μετά τα διαλείμματα, έβγαζαν τα πανωφόρια τους και άρχιζαν να παίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα! Αναρωτιέται κάποιος για την κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας; Αναρωτιέται γιατί δεν είναι ορατοί οι διανοούμενοι από τον Έλληνα πολίτη; Ή μάλλον θα πει ότι σε τέτοιο περιβάλλον, και η έκθεση ζωγραφικής και η παράσταση όπερας και η έκκληση στους διανοούμενους αποτελούν θέατρο, όπου παρουσιάζονται, Ελλάδα και Έλληνες, σαν κάτι που δεν είναι;

Εδώ μάλλον στήνεται ένα πικρό θέατρο παραλόγου. Σαν να στοχεύουμε πιο πάνω απ’ ότι μπορούμε, σαν κάποιος να πρέπει να φωνάξει ‘ο βασιλιάς είναι γυμνός!’ Η επανάσταση, η συνείδηση, ο πολιτισμός, δεν λειτουργούν με πιστωτικές κάρτες για να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας, όπως συνηθίσαμε στην οικονομική ζωή. Δεν υπάρχουν ετεροχρονισμένες επιταγές όπου μπορείς να φερθείς σήμερα σοφά χάρη σε κάτι που θα μάθεις αύριο, ούτε με το διάβασμα ενός πολίτη ενημερώνονται δέκα, όπως πληρώνονται δέκα έμποροι με την ίδια επιταγή. Ο πολιτισμός είναι ‘πληρωτέος επί τη εμφανίσει’, όσο δουλέψαμε, όσο μάθαμε, όσο καταλαβαίνουμε, τόσο πράττουμε. Παραφράζοντας τα λόγια των παλιών: δεν μπορούμε ν’ απλώνουμε τα πόδια πέρα από το πνευματικό μας πάπλωμα.

Και δίπλα στο θέατρο του παραλόγου, ας κάνουμε μια διανομή στιλ Γουέστερν – όχι Σπαγγέτι, αλλά προς το ελληνικότερον… Ο Καλός είναι οι νοικοκυραίοι που φοβούνται για την περιουσία τους και την κοινωνία – παράλληλα, σε συμφωνία με όσους θεωρούν εαυτούς Καλούς, αρνιούνται να δεχτούνε οτιδήποτε αρνητικό σαν απόρροια δικών τους πράξεων και συμπεριφορών, παρά προβάλλουν στους Άλλους ό,τι θεωρούν πως δεν είναι οι ίδιοι. Στο ενδιάμεσο και στο ρόλο του Άσχημου βρίσκεται η αστυνομία: σε ρόλο πρώτου δράστη, μετέπειτα θεατή, αποτυχημένου υπερασπιστή αλλά και με θλιβερές υπόνοιες υπόθαλψης κι ενίοτε προβοκάτσιας. Στο τελευταίο άκρο και περίοπτος Κακός είναι η ‘βάρβαρη φυλή’ των αναρχικών και των κουκουλοφόρων. Με αληθινή αιτία, αλλά και με ποινικά αδικήματα που συνολικά θα μετρούσαν εκατοντάδες χρόνια φυλακή. Και φυσικά, με μεγάλη έλλειψη λογικής και συναίσθησης – όχι μόνο ταξικής αλλά κυρίως, ιδεολογικής.

Γι αυτά, τα ‘κακά παιδιά’: Όσο πιθανό ήταν να σταματήσουν τον πόλεμο στη Σερβία ή στο Ιράκ κάνοντας κατάληψη στα σχολεία, φωνάζοντας όλο πάθος «Εμείς θα σταματήσουμε τον πόλεμο αυτό» ή βάφοντας με σπρέι συνοικιακά McDonald’s, άλλο τόσο είναι πιθανό να αλλάξουν την Παιδεία καίγοντας το Γαλλικό Ινστιτούτο ή κάνοντας κατάληψη στο Εθνικό Θέατρο.

Μακάρι να βγει κάτι από τις – πραγματικά πρωτόγνωρες – ταραχές και να συνειδητοποιήσουν, πρώτα απ’ όλα οι ‘νομιμόφρονες πολίτες’ πως τα δημιουργήματά τους έχουν χτυπήσει ‘κόκκινο’. Μακάρι να συναντηθούν κάπου όλοι νιώθοντας ότι αξίζουν κάτι καλύτερο. Στο κάτω-κάτω, οι μεν είναι γονείς των δε. Αλλά όταν όλα καταλαγιάσουν, όπως δεν σταμάτησε κανένας πόλεμος παρόλο το πάθος (που πολλοί εκμεταλλεύτηκαν), είναι πιθανό μετά τις ταραχές να μην σημειωθεί κάποια αλλαγή. Και σ’ αυτά τα ‘κακά παιδιά’ που συγκλόνισαν την Ελλάδα και έγιναν παγκόσμια πρωτοσέλιδα, ελλοχεύει ο κίνδυνος ολοκληρωτικής αποχής από τα κοινά και πλήρους απαξίωσης οποιασδήποτε παρέμβασης. Η βάση όμως οποιασδήποτε δημοκρατίας είναι ακριβώς το αντίθετο. Το προσπάθησαν – έστω άγαρμπα και στα τυφλά - και σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για την επόμενη γενιά.

Και με την ευκαιρία: να προσφέρουνε το πολύ καλύτερο χιούμορ τους!


___________________________________
Η πρώτη φωτογραφία από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (13.12.2008) Η τελευταία μου στάλθηκε με mail. Οι υπόλοιπες είναι από αυτή τη σελίδα.

Νοέμβριος 09, 2008

Μια σλάβικη ιστορία

Πως γεννήθηκε το φεγγάρι μας;

Πριν πολλά χρόνια, πέρασε ένα αστέρι πάνω από μια εκκλησία. Καρφώθηκε στην άλλη άκρη τ' ουρανού.

Θυμόμαστε αυτό το πέρασμα και χορεύουμε μπροστά από τις εκκλησίες. Κυκλικά, σαν τις φάσεις του φεγγαριού.

Θυμόμαστε αυτό το πέρασμα κι ανάβουμε κεριά. Το σώμα τους είναι η γραμμή που άφηνε πίσω της η ουράνια φλόγα – κι όλο το σώμα του κεριού δείχνει προς τον ουρανό.

Καίει μέχρι να χαθεί σαν το φεγγάρι στις φάσεις του. Τα διπλανά κεριά δείχνουν πως ξαναρχίζει – όχι οι φάσεις αλλά η ίδια η ιστορία. Μια ιστορία που μιλά για το φεγγάρι δεν θα μπορούσε παρά να ξαναρχίζει κι η ίδια.

Και να τελειώνει με δύο αντίθετες φάσεις. Ασπρόμαυρα. Έξω από μια εκκλησία.

Σόφια, προχτές.

Οκτώβριος 23, 2008

Ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση

Τους τελευταίους δύο μήνες δούλεψα όσο ποτέ στη ζωή μου. Όταν ο θεός των μαύρων τον καλό συγχώρεσε Γουίλ και στράφηκε σε μένα, έκλεισε απλώς τον διακόπτη. Από τη μια μέρα στην άλλη τα τηλέφωνα σώπασαν, όλα τα mail μετατράπηκαν σε spam, όσοι με τριγύριζαν στράφηκαν αλλού. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική – αλλά θα ήταν και παροδική. Έφευγα για δύο απανωτά ταξίδια.

Το πρώτο σ’ ένα μέρος που μου είχαν εκθειάσει πολλοί αλλά δεν είχα επισκεφτεί. Θα βρισκόμουν «εις την Πόλη» (παραφρασμένο στα τουρκικά ‘Ιστανμπούλ’). Κέντρο του κόσμου και Big Apple του Μεσαίωνα. Κανένα άλλο κέντρο δεν ονομάστηκε απλώς "Η Πόλη".

Το δεύτερο μέρος, αντικριστά στον χάρτη (αλλά και στην ιστορία), το αντίπαλο δέος Πόλης κι Ιστανμπούλ, η Βενετία.

Ο ανατολίτης Γιάννης συναντά τον δυτικό, ο κοινωνικός της δουλειάς τον μοναχικό των ταξιδιών κι ο εργαζόμενος τον Γιάννη της ανάπαυλας. Όπως αποδείχτηκε, πολλοί Γιάννηδες στη συσκευασία του ενός και καλό θα ήταν μια αλλαγή στο μενού.

* * *
Ο Σαββόπουλος είπε ότι εάν σε μια οικογένεια χαθεί η μητέρα, η θεία αναλαμβάνει να διηγηθεί στα παιδιά τις ιστορίες από τα παλιά χρόνια και τα μέλη της οικογένειας. Για τους Έλληνες, κατέληξε, μάνα είναι η Κωνσταντινούπολη και θεία η Θεσσαλονίκη. Επηρεασμένος, ένιωσα πράγματι να επισκέπτομαι μια χαμένη πρόγονο. Από την πρώην συμβασιλεύουσα (νυν δήθεν συμπρωτεύουσα) στην αληθινή πρώην Βασιλεύουσα.

Έφτασα αργά και στην πρώτη μου έξοδο η νύχτα μεταμορφώθηκε σε χίλιες και μία. Οι μιναρέδες το βράδυ μου έφεραν εικόνες από τη Βαγδάτη και τον Αλί Μπαμπα.

Μια άλλη παιδική εικόνα ήταν τα παραμυθένια κάστρα - όπως αυτό στις αρχές των ταινιών Ντίσνεϊ. Εκεί βέβαια, πυργίσκοι και μπαλκονάκια υπάρχουν για να χορτάσουν το μάτι, μοιάζουν με αρχιτεκτονική τούρτα. Στην Πόλη εξογκώματα και πυργίσκοι έχουν σκοπό ύπαρξης. Δεν σχεδιάστηκαν έτσι εξ αρχής - εξελίχθηκαν. Συνδέθηκαν μεταξύ τους και συνέδεσαν περιόδους. Με λίγα λόγια, στην Πόλη το παραμύθι είναι αληθινό και λέγεται Ιστορία.

Στο πιο γνωστό σημείο της Κωνσταντινούπολης αναμετρούνται αντικριστά η Αγία Σοφία και το Μπλε Τζαμί. Ο πιστός που θα έφτιαχνε το πιο εντυπωσιακό κτίριο θ’ αποδείκνυε και την ανωτερότητα του θεού του. Τη νύχτα βασίλισσα φαίνεται η Αγιά Σοφιά. Με τις προσθήκες επί χίλια σχεδόν χρόνια (για να στηριχθεί η κεντρική δομή) σχεδόν δεν χωράει στο φακό. Το φως της ημέρας, σε συμφωνία με την πραγματικότητα, φέρνει στην πρωτοκαθεδρία το Ισλάμ. Το Τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ, όπως ονομάζουν το Μπλε Τζαμί οι Τούρκοι, είναι από τα ομορφότερα κτίρια που έχω δει στη ζωή μου.

Ανέκαθεν με συγκινούσε η προσπάθεια του ανθρώπου ν’ αποκρυπτογραφήσει το θείο – αλλά πρώτη φορά ένιωσα εδώ να μου μιλάει μια ξένη θρησκεία. Οι τρούλοι του Μπλε Τζαμιού φαίνονταν ν’ αναπαριστούν ‘γρανάζια του Σύμπαντος’.

Κοιτάζοντάς τους ξανά, άρχισαν να μοιάζουν με μηχανισμό ενός ουράνιου χρηματοκιβωτίου, για το οποίο ο άνθρωπος ψάχνει το συνδυασμό. Σαν διαρρήκτης της αιωνιότητας. Δεν υπήρχαν χρηματοκιβώτια στα 1300 και 1600, αλλά δεν θα με παραξένευε αν η σύλληψή τους έγινε σε θολωτή εκκλησία. Κλικ και παράθυρο.

Μήπως τα βιτρό μεταλλάσσουν σε πετράδια το φως της ημέρας, σχηματίζοντας ένα θεϊκό μενταγιόν;

Με τα ίδια μάτια είδα απέναντι την Αγιά Σοφιά.

Μια κλιμακωτή, πολυεδρική γεωμετρία ενώνει τους δύο ναούς – πολύ περισσότερο απ’ ότι τους χωρίζουν οι θεοί τους.

Βέβαια, τα καλοδιατηρημένα αραβουργήματα δίνουν ένα χαρμόσυνο και κοσμικό τόνο στο Μπλε Τζαμί – η Αγία Σοφία είναι μια κατεστραμμένη εκκλησία. Πένθος και ώχρα σε τεράστια κλίμακα.



Από την άλλη μεριά, παρότι ναός, το Μπλε Τζαμί δίνει την αίσθηση αξιοθέατου. Στην Αγία Σοφία η βυζαντινή υποβλητικότητα κι οι εικόνες αγίων (σε φωτογραφίες, τα ψηφιδωτά είναι κατεστραμμένα) δίνουν την αίσθηση εκκλησίας παρά μουσείου.

Αναρωτιέται κανείς πως θα ήταν στις δόξες της. Απομένουν πέντε ψηφιδωτά όλα κι όλα. Ανάμεσά τους (στο υπερώο και μπροστά στον τάφο του βενετσιάνου Δόγη Ενρίκο Νταντόλα) η "Δέηση": ένα από τα ομορφότερα που έχω δει, με μια απίστευτη φυσικότητα του Χριστού.

Απέναντι στους δύο τεράστιους ναούς της Ανατολής, ο βενετσιάνος Άγιος Μάρκος (με τ' άλογα - λάφυρα από το Ιπποδρόμιο της Κωνσταντινούπολης) θα έδειχνε πολύ μικρότερος. Αλλά κι εκφραστικότερος. Μια μεγάλη διαφορά της δυτικής θρησκείας: η ελευθερία στη φόρμα. Υπαρξιακά: η εξωτερίκευση.

Όσο κι αν τα χρυσά της Δύσης δεν χάνουν τη λάμψη τους στο γκρίζο, σκεφτείτε τα με φόντο καταγάλανο ουρανό. Από την άλλη, πόσο ταιριάζει ο μολυβένιος ουρανός στο τζαμί του Σουλτάν Αχμέτ… Η άποψη από το παράθυρο (και πίσω από τους τρούλους) του χριστιανού αρχιτεκτονικού μονομάχου του.

Εκεί που Ανατολή και Δύση συναντιούνται ακόμα, είναι στις ορδές των τουριστών. Ανάμεσά τους κι εγώ, σαν πίνακας μέσα σε πίνακα ή αντανάκλαση σ’ αντικριστούς καθρέφτες.

Κι αυτό μου φέρνει στο μυαλό δύο ‘Μαντόνες και Παιδί’, των Cosme Tura και Giovanni Bellini στην Πινακοθήκη της Βενετίας. Σαν μορφές που δραπετεύουν, στην πρώτη περίπτωση ο μανδύας της Παναγίας κρέμεται από την κορνίζα – στη δεύτερη ο μικρός Ιησούς πατάει στην κορνίζα, έτοιμος να πηδήξει στον κόσμο. Τι καλύτερος τρόπος να δηλώσεις ότι αυτό που απεικονίζεται δεν είναι αποκύημα φαντασίας;

Στη συγκεκριμένη πινακοθήκη είδα και κάτι που δεν είχα αντιληφθεί και μ’ εξέπληξε: πάντρεμα φλαμανδικής τεχνοτροπίας και βυζαντινισμού.

Δίπλα στον Φλαμανδό βαν Άικ, μια Μαντόνα του Μπελίνι. Στα Πολύπτυχα του βενετσιάνου – όνομα και πράγμα - Λορέντσο Βενετσιάνο, το πάντρεμα είναι πιο έντονο.

Οι βυζαντινές εικόνες διατηρήθηκαν στην Καθολική Βενετία ενώ τα ψηφιδωτά έχουν χαθεί από την Αγιά Σοφιά. Η οξύμωρη ρήση της ορθόδοξης εκκλησίας «καλύτερα οθωμανικό τουρμπάνι παρά παπική τιάρα» ίσως να οφείλεται στην αισθητική εγγύτητα ορθοδοξίας κι Ισλάμ. Τόσο ισχυρή, που λειτουργεί κι αντίθετα.

Τα πιο διάσημα εκθέματα της Πινακοθήκης περιλαμβάνουν Τιτσιάνο, Τιντορέτο και το σκίτσο "ανατομίας" του Ντα Βίντσι (Vitruvian Man) που εκτίθεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (δεν πέτυχα μια απ’ αυτές). Οι αποκαταστάσεις όμως ήταν εξαιρετικά βαριές - όλοι οι πίνακες γυάλιζαν σε απελπιστικό βαθμό, σε μερικούς δεν υπήρχε πραγματικά μέρος να τους δεις χωρίς αντανάκλαση. Κάποτε είδα έναν κατάμαυρο Ντα Βίντσι κι αναρωτιόμουν γιατί εκτίθεται έτσι. Ειλικρινά όμως, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο.

Δεύτερη καλλιτεχνική ατραξιόν οι Μουσικοί της Βενετίας. Αναπαριστώντας την εποχή μπαρόκ, ανεβάζουν σε μια μικρή αίθουσα εναλλάξ την Τραβιάτα (οι φωνές από μέσα έκαναν την είσοδο να τρέμει) και μια σειρά από κλασικά evergreen. Λόγω δουλειάς, δυστυχώς, παρακολούθησα μόνο αυτή τη σειρά.

Στην άλλη μεριά του Μεσαιωνικού χάρτη, υπήρχε μια έκθεση για τη σαγήνη της Ανατολής στην αγγλική ζωγραφική. Πως δηλαδή οι Δυτικοί στο απόγειο του Ρομαντισμού φαντάζονταν τα χαρέμια, τα χαμάμ και τη λαγνεία της Ανατολής. Έμεινα δυστυχώς στον τίτλο, πάλι λόγω δουλειάς. Το κτίριο Πέρα όπου γινόταν η έκθεση, σημαδεύει την αρχή της ομώνυμης πρώην ελληνικής συνοικίας. Μου έκανε εντύπωση που οι ντόπιοι δεν την είχαν ακουστά, μέχρι που ένας μεγαλύτερος σε ηλικία, μου εξήγησε ότι αυτό είναι το παλιό της όνομα – και πλέον άγνωστο. Η ελληνική συνοικία Πέρα εκτείνονταν μέχρι το Ταξίμ (στο βάθος ο πύργος του όπως φαίνεται από το Τοπ Καπί).

Το χαμένο ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, με βοήθησε να μετριάσω και μια αντιφατική στάση, που είναι μάλλον κοινή στους «προοδευτικούς Έλληνες». Η άνεσή μου να κατηγορήσω την Ελλάδα για τις διώξεις προς εθνικές μειονότητες, ερχόταν σε αντίφαση με την ενοχή να κατηγορήσω Άλλους για διώξεις του ελληνισμού. Το καταλάβαινα και μ’ ενοχλούσε - αλλά ένιωθα την υπεράσπιση του ελληνισμού σαν αλυτρωτισμό. Εδώ η Κωνσταντινούπολη βοήθησε λειτουργώντας σαν αντανάκλαση της δικής μου πόλης. Ομολογώ ότι χάρηκα να περπατάω στην πρώην ελληνική συνοικία, λυπήθηκα για τους Έλληνες που διώχθηκαν από εκεί σαν θλιβερό και μέγα λάθος των Τούρκων - όπως λυπάμαι για τη χαμένη πολυπολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης. Κι όπως μπορώ και κάνω πολυπολιτισμικό προσκύνημα στην πόλη μου, έτσι μπορώ να κάνω ελληνικό προσκύνημα στην Κωνσταντινούπολη. Η βάση είναι ανθρώπινη αλλά συγχρόνως, μιλάω για δικά μου πράγματα: νιώθω το ίδιο ‘χαμένος’ όταν το διαφορετικό αφανίζεται από το μέρος μου κι όταν κάτι δικό μου αφανίζεται μακριά. Προσκύνημα – όχι έφοδος ούτε όνειρα για κατακτήσεις.

Πιο βαθιά πάει τ’ ότι στην Κωνσταντινούπολη χάρηκα με τον ήχο καμπάνας. Δεν ήταν μόνο ένα απομεινάρι ελληνισμού. Το ‘νταν’ μου θύμισε ότι μια "σωστή ορθοδοξία" μπορεί ν’ αποτελέσει σημαντικό εφόδιο για την Ελλάδα. Ίσως αυτή η αίσθηση έχει σχέση με τον τρόπο που εγώ αισθάνομαι Έλληνας. Σαν τον Εγγονόπουλο, «Χριστιανός μπορεί να μην είμαι, Ορθόδοξος όμως είμαι σίγουρα». Αναφέρομαι στην κατάνυξη του Επιταφίου, στη γιορτή της Ανάστασης, στο βυζαντινό μακρόσυρτο όπου δεν ξέρεις αν ο λαϊκός τραγουδιστής μιμείται το ‘αμήν’ ή ο παπάς το ‘αμάν’. Και γιατί είναι τόσο κοντά ηχητικά τα δύο. Με τον τρόπο που το εννοώ, μια «σωστή θρησκεία» αποτελεί εφόδιο για κάθε κράτος - και το αισθητικό σφράγισμα τόπου και θρησκείας, δεν μπορεί παρά να ισχύει, φυσικά, για όλους.

Όσο κι αν βρίσκομαι μακριά από θρησκείες, λίγα πράγματα μου προκαλούν τόσο θαυμασμό όσο οι πραγματικές αναζητήσεις του θείου - και λίγα τόση απέχθεια όση ο ανορθολογισμός, η δεισιδαιμονία κι η εκμετάλλευσή τους. Σε σημείο να μην πιστεύω πλέον απόλυτα στο σεβασμό της πίστης των άλλων – γιατί δεν πιστεύω στο σεβασμό της ηλιθιότητας. Γέλασα όταν στο Τοπ Καπί είδα το χέρι και το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Μεταξύ άλλων, τα ίδια ακριβώς λείψανα υπάρχουν και στο Άγιο Όρος οπότε, εκτός κι αν έγινε Λερναία Ύδρα ο άγιος… να μην το συνεχίσω. Και γέλασα με την καρδιά μου στα ισλαμικά αντίστοιχα: μια σειρά μπουκαλάκια με «Το Γένι του Προφήτη» κι ένα χρυσοδεμένο αντικείμενο με ταμπέλα «Το Δόντι του Προφήτη». Στο διπλανό δωμάτιο έπεσα πάνω σ’ ένα μουεζίνη – νόμισα ότι στο μουσείο ακούγονται ηχογραφημένες ψαλμωδίες. Στην άλλη πλευρά, ένα αγαπημένο μου ναπολετάνικο τραγούδι, το Santa Lucia, παρά λίγο να μαγαριστεί όταν μπήκα στην εκκλησία της κι είδα το λείψανό της.

* * *
«Μάντεψε, κοπίασε, νιώσε: Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος» λέει ο Ελύτης. «Όποιος θέλει να χάσει τη ζωή του θα την κερδίσει» είπε ο Χριστός. Επιτρέψτε μου κάποια παραδείγματα από τον τρόπο που βλέπω ν’ αποκαλύπτεται η μυστηριακή σύμπτωση των αντιθέτων. Εξω από θρησκείες - με βάση το αγαπημένο μου χόμπι, τη φωτογραφία.

Η Βενετία είναι ο παράδεισος του φωτογράφου. Από τα παλιά χρόνια (του interail) έλεγα πως εκεί μπορείς να κρατάς τη μηχανή πατώντας το κλείστρο στα τυφλά - πάλι θα βγάζεις πανέμορφες εικόνες.

Για τον ίδιο λόγο, η Βενετία είναι και κόλαση του φωτογράφου. Η απόλυτη γραφικότητα εκμηδενίζει το θέμα - είναι από μόνη της καρτ ποστάλ.

Κι από αυτήν την άποψη, η απόλυτη γραφικότητα μοιάζει με την απουσία θέματος. Οι δύο – αντίθετες – περιπτώσεις εμπνέουν εξίσου το ψάξιμο για ‘παράξενες’ κι αντισυμβατικές γωνίες ώστε να αξίζουν ένα παραπάνω βλέμμα.

Το δεύτερο παράδειγμα ήταν ένα μαγευτικό άνοιγμα των σύννεφων στο Θερμαϊκό, όταν νεότευκτος στην ψηφιακή μηχανή τράβηξα καμιά εκατοστή λήψεις. Με τόσες φωτογραφίες σχεδόν όμοιες, ένιωσα σαν να μην είχα καμιά. Η ψηφιακή φωτογραφία μας απελευθέρωσε από την αμετακλητότητα και το κόστος του φιλμ, αλλά το παλιό αίσθημα "κάθε λήψη μετράει" έκανε το βλέμμα μας ν’ αξίζει περισσότερο.

Τελικά, διέξοδος από την τέλεια γραφικότητα μπορεί να είναι διάφορα πράγματα.

Η στιγμή…

Η οπτική…

Η λεπτομέρεια…

Το χρώμα…

Το οξύμωρο…

Η τυχαία γεωμετρία της φύσης…

Η έκπληξη…

Αλλά και οι γέφυρες. Στη Βενετία είναι πόσες πολλές που σε κάνουν ν’ αναρωτιέσαι για τη φυσικότητα να περνάει ο άνθρωπος πάνω απ' το κενό. Ή κάποιος περαστικός, μοιάζει μ’ έκπληξη που αποκαλύπτεται σκαλί-σκαλί. Η τελευταία γέφυρα της Βενετίας σχεδιάστηκε από τον Καλατράβα (και θυμίζει τις αψίδες στ’ Ολυμπιακό Στάδιο).





Και τέλος, μια κατασκευή-δώρο έξω από τον σταθμό. Ιδέα δεν είχα σε τι χρησίμευε.




Μέχρι και το μοντέλο ξάπλωσε ηδύπαθα να φωτογραφηθεί. Πάλι σαν πίνακας μέσα σε πίνακα.


Λόγω της δουλειάς, οι περισσότερες εικόνες μου είναι την αυγή, όπου ανακάλυψα ξανά το δώρο του απαλού φωτός…





...ή τη νύχτα, με αστικά τοπία πάνω στο νερό.




Το νερό είναι σήμα-κατατεθέν της Βενετίας - και μόνο εκεί θα μπορούσες να δεις να βγαίνουν ψάρια κάτω από την εξώπορτα και να μην ανησυχείς.

Τουλάχιστον για τους ψαράδες, η ζωή έμοιαζε να είναι πιο δύσκολη στην Ιστανμπούλ. Κλασική εικόνα η γέφυρα του Μαρμαρά – όπου το ψάρεμα γίνεται εικαστικό δρώμενο. Ένας ράθυμος στρατός με καλαμένιες σάρισες.

Για τους κατοίκους της Ιστανμπούλ όμως, το νερό είναι και το απόλυτο σύμβολο ένωσης Ανατολής-Δύσης, Ευρώπης-Ασίας, Οθωμανικής αυτοκρατορίας και Νεοτουρκικού κράτους. 'Ενας απτός τρόπος άμβλυνσης των εθνικών τους αντιφάσεων. Από τα ευρωπαϊκά παράλια, η Τουρκία μάλλον φαίνεται να φέρνει την Ανατολή στην Ευρώπη, παρά το αντίθετο.

Ως ένα βαθμό, εδώ ανήκουμε κι εμείς. Λέμε για τους Ιταλούς τη φράση ‘ούνα φάτσα ούνα ράτσα’ αλλά ισχύει μάλλον για τους γείτονες της άλλης πλευράς. Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε μέρος τόσο κοντά στην κουλτούρα μου όσο στην Κωνσταντινούπολη. Οι φάτσες μας είναι ίδιες, η γλώσσα μας έχει πολλές κοινές λέξεις, η κουζίνα είναι παραπάνω συγγενική. Που αλλού θα δείτε σε βιτρίνες εστιατορίων γεμιστά, διάφορα φαγητά με μπεσαμέλ, άγνωστα είδη πεϊνιρλί, προφιτερόλ, μια σειρά από είδη μπακλαβά, λουκούμια, κτλ; Αφήστε που μου μπήκε η ιδέα ότι εάν κάποιος θέλει να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ Συμβασιλεύουσας και Βασιλεύουσας, δεν έχει παρά να δοκιμάσει τα κουλούρια της τελευταίας.

Στους αυτοκινητόδρομους διαβάζεις ‘γιαβάς’ – χωρίς ν’ ακολουθεί ‘slow’. Οι μικροί δρόμοι λέγονται σοκάκ, τα μικρά ξενοδοχεία ‘κονάκ’, τα πλοία ‘βαπόρ’. ‘Χαβάς’ σημαίνει ‘αέρας’ (εννοούμε δηλαδή κάποιον που είναι χαμένος στα σύννεφα). Πως το κατάλαβα; "Havalimani - Airport". Άρχισα να σκέφτομαι διάφορες γλωσσικές ρίζες. Εάν μερεμέτι σημαίνει ‘επιδιόρθωση’, ‘σουλτάν μερεμέτ’ είναι η «επιδιόρθωση» που κάνει η σκληρή εξουσία. Ρώτησα τους Τούρκους και δεν έχουν παρόμοια φράση – μάλλον την έβγαλαν οι Έλληνες, σαν υπόδουλος λαός, χρησιμοποιώντας όμως τη γλώσσα του κατακτητή.

Αρχιτεκτονικά, αντικαθιστώντας το χριστιανικό καμπαναριό με το ισλαμικό αντίστοιχό του, τον μιναρέ (συνήθως τέσσερις), μια βυζαντινή εκκλησία μετατρέπεται σε κλασικό τζαμί. Κι αντίστροφα. Εδώ το τζαμί του Σουλεϊμάν, που αναστηλώνεται.

Κι οι οπτικές αναφορές στη Θεσσαλονίκη - η θάλασσα και τα κάστρα. Αρκετές φορές θυμήθηκα τον στίχο για «τους κήπους, πλάι σε κάστρα και μπαλκόνια».

Παρόλα αυτά, τελικά δεν γύρισα με τις καλύτερες εντυπώσεις. Είχα πάει γεμάτος προσμονή για κάτι εξαίσιο που θα με συναρπάσει - και βρήκα μια μεγαλούπολη χαοτική, αγχωτική, με κάτι κοινό αλλά και παρωχημένο. Άγριο. Το κυκλοφοριακό με έφερε σε απόγνωση - και ο τρόπος που οδηγούν μ' άφησε άναυδο. Κάποια από τα πράγματα που κάνουν, αν τα έκαναν σ' ελληνικούς δρόμους (που δεν είναι υπόδειγμα νομιμότητας) θα ήταν και το τελευταίο της ζωής τους. Είδα αυτοκίνητο να περνάει από τη διπλανή λωρίδα όλη την ουρά πριν τα διόδια και να χώνεται σφήνα εκεί που η νησίδα επιτρέπει μόνο ένα. Το παζάρι, σαν πρακτική, είναι εντελώς έξω από την ιδιοσυγκρασία μου. Σε σημείο να θυμώνω – δεν καταλαβαίνω τι θα πει «πόσο θέλω να πληρώσω». Ρώτησα την τιμή και δεν θέλω να συζητήσω πόσα βγάζει ο έμπορος για να δούμε πόσα θα δώσω. Αυτό το "my friend" και "you are from Greece? OK, special price for you!" με νευριάζει. Είχα δει μια ζωγραφιά της Κωνσταντινούπολης που μου άρεσε - ήθελα να τη συνδυάσω με μια εικόνα-χαρακτικό της Θεσσαλονίκης. Ο πωλητής ζήτησε μια εξωφρενική τιμή – έφυγα αλλά έτυχε να είναι δίπλα στο ξενοδοχείο μου. Την επόμενη μέρα με φώναξε καθώς άνοιγε. Ντε και καλά να του κάνω το κέφι επειδή είναι πρωί. Έχασα την υπομονή μου: μόνο για σένα είναι πρωί, για μένα δεν είναι να μου κάνεις εσύ το κέφι;

Η Ιστανμπουλ έχει 14 εκατομμύρια (σύμφωνα με μερικούς 24). Πως έτυχε και γνώρισα τόσους πολλούς μ’ ελληνικές ρίζες δεν το κατάλαβα. Ως κι η ξενοδόχος είπε πως ήταν από την Κρήτη (ας μην πω πολλά για το ξενοδοχείο, την καθαριότητα, την εξυπηρέτηση και τη σχέση τιμής-ποιότητας). Μια νεκρή κατσαρίδα στο δωμάτιό μου για τρεις μέρες δεν επιτρέπεται, κάποτε πρέπει να τη μαζέψει. Και πληρώνεται με τιμή τεσσάρων αστέρων στην Αθήνα!

Τέλος, οι τύποι του tourist information και taksi information που με προσεγγίζουν στο δρόμο, λες κι η φωτογραφική μηχανή κουδουνίζει "εδώ βλάκας, εδώ τα καλά ευρώ"… ας το πω στην κοινή γλώσσα μας: Άι σιχτίρ.

Όχι, δεν γύρισα με τις καλύτερες εντυπώσεις από την Κωνσταντινούπολη. Τα είπα και ξεθύμανα. Όντως γνώρισα εξαιρετικά φιλικούς ανθρώπους, μια κυρία με την κόρη της (δήλωσε Πόντια) παρέκλινε σημαντικά από τον δρόμο της για να με πάει εκεί που ήθελα, καταστηματάρχες μου έσφιξαν το χέρι χωρίς λόγο, αλλά τ’ αρνητικά από το χάος, την μπαμπεσιά και την επιθετικότητα ήταν περισσότερα. Ονόμασα την Ιστανμπούλ μια ‘μπέσα μπαμπέσα’. Πιθανόν να είμαι απλώς πιο ευρωπαίος απ’ ότι πίστευα. Για να μιλήσω για τη φιλικότητα μόνο στα δύο απανωτά ταξίδια: εκεί που ο φιλικός Τούρκος, εάν είναι ειλικρινής μπορεί να βγάλει το βρακί που φοράει, ο φιλικός Ιταλός σου βγάζει το καπέλο, ενδιαφέρεται να σε βοηθήσει πρακτικά. Φυσικά, παίζει ρόλο τ' ότι μιλώ ιταλικά - στην Ιταλία αυτοί που μιλούν αγγλικά είναι λιγότεροι απ' αυτούς που έχουν διδακτορικό. Στην Τουρκία το γλωσσικό εμπόδιο ήταν ανυπέρβλητο.

Και κάποιες φορές, σε βοηθάει κάποιος παρά τη θέλησή του. Βράδυ, μετά την Πλατεία του Αγίου Μάρκου, όλοι ψάχναμε την τέλεια απεικόνιση της πανσέληνου πάνω από τα κανάλια (πουθενά δεν είδα τόσο κόσμο με τρίποδες!). Σε μια γέφυρα ένας μαύρος μικροπωλητής, απηυδισμένος από τους τουρίστες στήθηκε "τυχαία" μπροστά μου. Μια αυθόρμητη πράξη κακίας ενός μη προνομιούχου προς τους ξέγνοιαστους τουρίστες.

Βλέπω σ’ αυτήν τη φωτογραφία διάφορα πράγματα: τον μετανάστη στο σκοτάδι της ευρωπαϊκή πόλης, το φεγγάρι που εμπνέει βαθιές κι υπαρξιακές σκέψεις για κάποιον που είναι μακριά από την πατρίδα του… Αλλά υπάρχει και κάτι δυσάρεστο. Δεν είναι ότι τελικά βρέθηκα με μια καλή φωτογραφία, αλλά ότι αυτό έγινε χάρη σε κάποιον που μου "στέρησε αυτό που δεν μπορούσε να μου δώσει". Στο διάσημο περιστατικό της ιστορίας, ο Μεγαλέξανδρος που έκρυβε τον ήλιο τραβήχτηκε – και κατέληξε κατακτητής της Ανατολής. Από αυτήν την άποψη, η επιθετική στάση του μετανάστη, ίσως δυστυχώς να είναι δείγμα μιας προδιαγεγραμμένης ήττας.

Είδατε πως είπα πολλά. Το τελευταίο πράγμα που θέλω να πω, είναι πως έχω βαρεθεί πλέον να ταξιδεύω μόνος. Στην αρχή το επιζητούσα και το απολάμβανα - έκανα ό.τι ήθελα όταν το ήθελα όπως το ήθελα. Τελικά όμως αυτή η μοναχική περιήγηση, κάνει τα μέρη καταλόγους πόλεων. Δεν έχω κάποιον να μοιραστώ την ιδιαιτερότητα της στιγμής. Δεν ξέρω, ίσως "με έχω φάει στη μάπα" πολύ τελευταία κι έφτασε ο καιρός ν' αποκτήσω μια ...απόσταση από τον εαυτό μου. Παραγνωριστήκαμε μου φαίνεται. Από την άλλη μεριά, βέβαια, εάν ταξιδέψω με άτομο της δουλειάς που δεν ταιριάζω, θα επιζητώ τη μοναξιά ξανά. Και εάν κάποιος αναρωτηθεί "καλά, τόσο δύσκολο είναι να γνωρίσεις κάποιον για μια βόλτα;" απαντώ ότι πρώτον δεν βγαίνεις για να περάσεις χαλαρά με κάποιον που έχεις επαγγελματική σχέση και δεύτερον, ναι, όσο πάει γίνεται και πιο δύσκολο. Άλλο ο μοναχικός εικοσάρης κι άλλο ο μοναχικός σαραντάρης.

Όσο για τις συντροφιές, φιλικές ή επαγγελματικές, δεν θα μ’ άκουγαν για πολύ αν τους έλεγα όλα αυτά. Ίσως γι αυτο γράφω εδώ. Το πιο ταιριαστό μέρος για προσωπικές, μοναχικές σκέψεις είναι ένα μπλογκ. Τουλάχιστον τα βγάζω από μέσα μου.

Τελειώνω με μια σειρά από φωτογραφίες αγνώστων στο δρόμο. Άνθρωποι που γέμισαν τις εικόνες των στιγμών ανάπαυλας - και που δεν γνώρισα.

I








V






Αύγουστος 03, 2008

Από – και εκ - μηχανής θεός

Η ταινία του Φελίνι Dolce Vita, ξεκινάει μ’ ένα ελικόπτερο που μεταφέρει ένα άγαλμα του Χριστού πάνω από τη Ρώμη. Παιδιά παίζουν ακολουθώντας το στους δρόμους, γυναίκες με μπικίνι στις ταράτσες φωνάζουν «κοίτα, ο Ιησούς!», ο πιλότος τις στέλνει φιλιά ζητώντας το τηλέφωνό τους... Μια κλασική σκηνή που υποτίθεται, δείχνει τον ηθικό ξεπεσμό της νέας γενιάς. Για μένα ο Χριστός φαίνεται αρχικά να ευλογεί τον κόσμο – αλλά δεμένος όπως είναι, σιγά-σιγά μοιάζει να οδηγείται με το ζόρι πάνω από τους ανθρώπους. Αν ο Μεγαλοδύναμος δεν κατεβαίνει πάνω από τις φτωχογειτονιές, τον φέρνει ο άνθρωπος με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Μια κυριολεκτική εκδοχή της έννοιας ‘από μηχανής θεός’.

Ο γερανός θα μπορούσε να κάνει το ίδιο πράγμα στον άγιο της φωτογραφίας – αν και πρόκειται για απατηλή σύνθεση του φακού. Ο άγιος είναι ο Αυγουστίνος στην κεντρική πλατεία του Ίνσμπρουκ κι ο γερανός χρησιμοποιείται στην αναπαλαίωση διπλανού κτιρίου.

Το θέατρο και ο κινηματογράφος είναι δρώμενα. Υπάρχουν και προσωπικά θρησκευτικά δρώμενα: ο ύμνος, η προσευχή (με το σωστό τρόπο) είναι τεχνικές, δεξιότητες, διαδικασίες με σκοπό να έρθει ο θεός δίπλα μας και να νοιαστεί. Είναι βέβαια ‘αόρατες’ (ο πιστός δεν βλέπει κανένα σχοινί να κρατά κάποιο άγαλμα) απλώς ελπίζει ότι ο θεός τον ακούει. Μια λιτανεία (σαν τον Επιτάφιο ή τον πανηγυρικό ενός αγίου) όπου κουβαλάμε το είδωλο του θεού ανάμεσά μας, αποτελεί μια δημόσια και σύγχρονη εκδοχή του ‘από μηχανής θεού’. Κανονικά δεν χρειάζεται να μεταφέρει ο πιστός το θεό του στον κόσμο για να νοιαστεί – θα έπρεπε να έρθει μόνος του. Ο ‘από μηχανής θεός’ των λιτανειών είναι μια οπτική αναπαράσταση – η πιο πειστική απόδειξη – της βασικής επιθυμίας: να βρεθεί ο θεός ανάμεσά μας, να δει από κοντά τα προβλήματά μας ώστε να νοιαστεί. Φυσικά, παρότι γεμάτοι σεβασμό, φέρνουμε το θεό και προ ενός ηθικού τετελεσμένου.

Οι λιτανείες δείχνουν τον πόνο και την ανασφάλεια στην πιο αληθινή τους μορφή γιατί δεν αποτελούν θέατρο. Σκηνικό είναι ο χώρος έξω από τα σπίτια μας, ηθοποιοί είμαστε εμείς και πλοκή η καθημερινότητά μας. Άγνωστοι μεταξύ μας, μπλέκουμε τα παροδικά προσωπικά μας σενάρια. Το κύριο και μόνιμο είναι η αναζήτηση του ανθρώπου για την ανώτερη δύναμη.

Από μια άποψη, η έννοια ‘από μηχανής’ είναι ευφημισμός (ένα σχοινί ή ένα φορείο δεν αποτελούν πραγματικές ‘μηχανές’). Η ανθρώπινη παρέμβαση όμως πρέπει να υπογραμμιστεί. Μια σκόπιμη πλάνη ή υπερβολή (π.χ. πυροτεχνήματα, δυνατοί ήχοι), θ’ αποτελούσαν ασέβεια σαν προσομοίωση της δύναμης του θεού, αλλά και μαγεία του παρόντος κόσμου που θα καπέλωνε τη μαγεία του υπερβατικού. Το αντίθετο, ένας αυτονόητος κι εξόφθαλμος μηχανισμός αφήνει το μυαλό ελεύθερο να μεταφράσει, να επεκτείνει, να ονειρευτεί. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ‘μηχανές’ στις θρησκευτικές λιτανείες δεν εμπλουτίστηκαν από τους αρχαίους χρόνους.

Στον αντίποδα είναι η επιθυμία του ανθρώπου να ‘ανεβεί ψηλά’: να γίνει ένα με το θείο. Και, παρόμοια με τα πρωτόγονα μέσα που χρησιμοποιούμε όταν φέρνουμε το θεό δίπλα μας, η ανθρώπινη επιθυμία για θέωση απεικονίζεται με απλά και μονοδιάστατα αντικείμενα.

Η επιθυμία θέωσης κι αθανασίας αποτελούν κύριες αιτίες της τέχνης. Χατζιδάκις και Μπρασένς αναφέρθηκαν στον 'πρωτογονισμό' των συμβόλων, με αφορμή τις 'επιτρεπτές' λέξεις στο τραγούδι: «Φεγγάρι ναι, σελήνη αστροναυτών όχι. Κι αν θέλω να μιλήσω για το φως δεν θα πω λάμπα, θα πω κερί, φανάρι.» Τίποτα δεν είναι βέβαια απόλυτο (ο Ελύτης έγραψε για κεραίες τηλεόρασης) αλλά στην τέχνη και στις βασικές επιθυμίες μας, τείνουμε να επιστρέφουμε στα απλά και μονοδιάστατα σύμβολα. Μάλλον θα συμφωνούσαμε όλοι: σκάλα για τ’ αστέρια ναι, διαστημικό λεωφορείο όχι.

Όλα αυτά αλλάζουν αν σκεφτούμε πως ο άνθρωπος προσπαθεί στ’ αλήθεια να γίνει θεός ‘εκ μηχανής’. Να υπερβεί την ατελή φύση του χάρη στο μόνο συγκριτικό του όπλο (ευχή και κατάρα): το μυαλό του. Οι μηχανές που εφευρίσκει επεκτείνουν τις δυνατότητές του, μοιάζουν με προσθετικά μέλη σε καθολική κλίμακα.

Εδώ αφήνουμε τα σύμβολα και μπαίνουμε στο βασίλειο της πράξης. Η φιλοσοφία που έχει στόχο να γκρεμίσει το θεό αλλά και η τεχνολογία για να τον φτάσει, κάνουν χρήση των πιο εξελιγμένων εννοιών και μηχανών που έχει σκεφτεί ο άνθρωπος. Στην ενεργητική στάση μας να φτάσουμε το θεό, τα σύμβολα είναι άχρηστα, παρωχημένα.

Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσπάθειες με στόχο να συναντηθούν θείο και ανθρώπινη φύση. Από τη μια αφηρημένα κι από την άλλη ενεργητικά, από τη μια με σέβας κι από την άλλη με θράσος. σύμβολο και πράξη. Σαν διαφορετικές πλαγιές ενός βουνού.

Έρχεται στο μυαλό το ρητό με το βουνό και τον Μωάμεθ. Ο άνθρωπος είναι, ακριβώς, το βουνό που δεν πάει ο θεός Μωάμεθ. Κι από τη μια πλαγιά φέρνει τον Μωάμεθ με σεβασμό και λιτανείες ή ονειρεύεται ότι πηγαίνει σ’ αυτόν - κι από την άλλη πλαγιά τον κατεβάζει στο επίπεδό του και οδεύει να του πάρει τη θέση.

_______________________________
Η αρχική σκηνή από το Dolce Vita εδώ

Το άγαλμα του Ιησού που χρησιμοποιήθηκε (τώρα έκθεμα) εδώ